Ἐννόημα
    Ἐννόημα
  • !

    Ἀγωνίζομαι νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς ποιμένας, νὰ ὑπάρχει συνέπεια ἀνάμεσα στὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις μου. Ἐλέγχω αὐστηρὰ τὸν ἑαυτό μου. Προσπαθῶ νὰ μὴ χάσω τὴν ψυχικὴ εἰρήνη καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ἐργασία μου. Κρατῶ, μάλιστα, ἡμερολόγιο, ὅπου σημειώνω τὶς παρεκτροπές μου ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐξετάζω τὸν ἑαυτό μου καὶ ἀγωνίζομαι νὰ διορθωθῶ.

  • !

    Ὅλη τὴν ἡμέρα ἐργάζομαι, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὰ μεσάνυχτα. Δὲν ἐπιτελῶ τὴν ποιμαντική μου ἀποστολὴ μόνο στὴν Κρονστάνδη. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ταξιδεύω σ’ ὅλη τὴ Ρωσία. Μὲ πολιορκοῦν σχεδὸν καθημερινὰ χιλιάδες πιστοὶ μὲ διάφορα αἰτήματα καί, παρ’ ὅλη τὴν τεράστια δυσκολία, προσπαθῶ νὰ τοὺς ἱκανοποιῶ ὅλους.

  • !

    Ὅπου κι ἂν βρίσκομαι, ἐπιδιώκω νὰ λειτουργῶ κάθε μέρα καὶ νὰ προσφέρω μὲ εὐλάβεια τὴν ἀναίμακτη θυσία στὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν.

  • !

    Σὲ κάθε κυριακάτικη θεία Λειτουργία, κηρύσσω τὸν ζωντανὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Στὰ κηρύγματά μου, ἀποκαλύπτω τὴν ἐσωτερικὴ ζωή, ἐλέγχω αὐστηρὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη, στηλιτεύω τὶς πλάνες τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν σχισματικῶν.

  • !

    Στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στὴν Κρονστάνδη, ἐκκλησιάζονται πέντε χιλιάδες χριστιανοί. Ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος μὲ παρακολουθεῖ σὰν ἕνας ἄνθρωπος. Κανένας θόρυβος δὲν ἀκούγεται, κανένα σπρώξιμο δὲν ταράζει τὴν ἠρεμία. Τὰ μάτια ὅλων εἶναι καρφωμένα πάνω μου. Ὅταν βγαίνω ἀπὸ τὸν ναό, ὁ λαὸς μὲ κυκλώνει μὲ ἀγάπη. Ὅλοι μὲ πλησιάζουν μὲ χαρούμενη διάθεση. Σ’ ὅλα τὰ πρόσωπα εἶναι ἁπλωμένη ἡ εὐλογία τῆς θείας Λειτουργίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καρποὶ τῆς προσευχῆς καὶ τῶν κηρυγμάτων μου.

  • !

    Νὰ μὲ συγχωρέσετε, σεβαστοὶ πατέρες, ποὺ μιλάω ἔτσι γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Δὲν τὸ κάνω γιὰ νὰ αὐτοεπαινεθῶ – Θεὸς φυλάξοι! Οἱ ἐπιτυχίες δὲν ὀφείλονται σ’ ἐμένα ἀλλὰ στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀναπαύεται στὴν ἱεροσύνη μου.

  • !

    Συχνὰ μὲ προσκαλοῦν νὰ προσευχηθῶ σὲ πλούσια σπίτια καὶ μοῦ κάνουν πολλὲς δωρεές. Τὶς μοιράζω στοὺς φτωχούς, ποὺ τόσο αὐξήθηκαν στὴν ἐποχή μας. Τὰ ἔσοδά μου τὰ στέλνω σὲ ἱδρύματα καὶ σὲ φτωχοὺς ναούς.

  • !

    Ὅταν μοῦ φέρνουν δαιμονισμένους καὶ μὲ παρακαλοῦν νὰ προσευχηθῶ γι’ αὐτούς, τότε ἐνεργῶ μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς πίστεως. Οἱ δαιμονισμένοι εἶναι ὑπερβολικὰ ἀνήσυχοι. Χτυπιοῦνται καὶ ἀφρίζουν. Παρατήρησα, ὅτι πάντοτε κλείνουν τὰ μάτια. Τοὺς προστάζω, λοιπόν, νὰ τὰ ἀνοίξουν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν τὰ ἀνοίγουν, καρφώνω πάνω τους τὸ βλέμμα μου καὶ τοὺς φωνάζω ἐπίμονα: “Ἄνοιξε τὰ μάτια!” Ὅταν τελικὰ τὰ ἀνοίξουν, κοιτάζοντάς τους διαπεραστικά, λέω: “Στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ σὲ διατάζω, πνεῦμα ἀκάθαρτο, νὰ βγεῖς!” Ταυτόχρονα εὐλογῶ τοὺς δαιμονισμένους, ποὺ ἠρεμοῦν καὶ ἀρχίζουν νὰ προσεύχονται. Ὕστερα τοὺς κοινωνῶ.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης αὐτοπροσωπογραφεῖται

 

Σὲ δύο ἱερατικὲς συνάξεις, ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ ποιμαντικό του ἔργο.

Ἡ πρώτη σύναξη ἔγινε τὸ 1901 στὸ Νιζεγκόρσκ. Ὁ ἐπίσκοπος Ναζάριος, ὅταν ὁ ἅγιος πραγματοποίησε μιὰ σύντομη ἐπίσκεψη στὴν πόλη, τὸν παρακάλεσε νὰ μιλήσει στοὺς ἱερεῖς του. Ἐκεῖνος δέχτηκε πρόθυμα.

Μπαίνοντας μαζὶ μὲ τὸν ἱεράρχη στὴν αἴθουσα τοῦ ἐπισκοπείου, ὅπου ἦταν συγκεντρωμένοι οἱ κληρικοί, ὑποκλίθηκε μὲ σεβασμό. Ἕνας ἱερέας σημείωσε: «Μπροστά μας στεκόταν ὁ σεμνὸς γέροντας. Τὸ πρόσωπό του ἦταν καθαρό, πρόσχαρο, ἐγκάρδιο, εἰρηνικό, εὐλογημένο. Τὰ μάτια του ἦταν φωτεινὰ καὶ γεμᾶτα καλοσύνη. Ὁ λόγος του, σταθερὸς καὶ πειστικός, τραβοῦσε τὴν προσοχὴ ὅλων. Μιλοῦσε καθιστὸς καὶ μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι».

Ὁ ἐπίσκοπος παρακάλεσε τὸν ἅγιο νὰ μοιραστεῖ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τὴ μακροχρόνια ποιμαντική του πεῖρα καὶ νὰ τοὺς διδάξει, πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐπιδράσει εὐεργετικὰ στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης, παίρνοντας τὸν λόγο, εἶπε τὰ ἀκόλουθα.

Ἀξιότιμοι πατέρες καὶ ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ συμποιμένες!

Οἱ περισσότεροι, καθὼς βλέπω, ἔχετε λευκὰ γένια, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει, πὼς εἶστε ἤδη πλούσιοι σὲ πεῖρα τῆς ζωῆς. Δὲν ἔχω τίποτα νὰ σᾶς διδάξω. Ἐπειδή, ὅμως, μὲ ρωτᾶτε πῶς κατορθώνω νὰ ἐπιδρῶ εὐεργετικὰ στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν, θὰ σᾶς πῶ.

Ἀγωνίζομαι νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς ποιμένας, νὰ ὑπάρχει συνέπεια ἀνάμεσα στὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις μου. Ἐλέγχω αὐστηρὰ τὸν ἑαυτό μου. Προσπαθῶ νὰ μὴ χάσω τὴν ψυχικὴ εἰρήνη καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ἐργασία μου. Κρατῶ, μάλιστα, ἡμερολόγιο, ὅπου σημειώνω τὶς παρεκτροπές μου ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐξετάζω τὸν ἑαυτό μου καὶ ἀγωνίζομαι νὰ διορθωθῶ.

Ὅλη τὴν ἡμέρα ἐργάζομαι, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὰ μεσάνυχτα. Δὲν ἐπιτελῶ τὴν ποιμαντική μου ἀποστολὴ μόνο στὴν Κρονστάνδη. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ταξιδεύω σ’ ὅλη τὴ Ρωσία. Μὲ πολιορκοῦν σχεδὸν καθημερινὰ χιλιάδες πιστοὶ μὲ διάφορα αἰτήματα καί, παρ’ ὅλη τὴν τεράστια δυσκολία, προσπαθῶ νὰ τοὺς ἱκανοποιῶ ὅλους.

Ὅπου κι ἂν βρίσκομαι, ἐπιδιώκω νὰ λειτουργῶ κάθε μέρα καὶ νὰ προσφέρω μὲ εὐλάβεια τὴν ἀναίμακτη θυσία στὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Οἱ πιστοὶ βλέπουν καὶ αἰσθάνονται τὴν εὐλαβική μου ἱερουργία, διαποτίζονται μὲ ἀνάλογα ἅγια αἰσθήματα καὶ προσεύχονται μὲ θέρμη.

Σὲ κάθε κυριακάτικη θεία Λειτουργία, κηρύσσω τὸν ζωντανὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Στὰ κηρύγματά μου, ἀποκαλύπτω τὴν ἐσωτερικὴ ζωή, ἐλέγχω αὐστηρὰ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη, στηλιτεύω τὶς πλάνες τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν σχισματικῶν.

Βλέποντας τοὺς καρποὺς τῶν ποιμαντικῶν μου μόχθων, εὐχαριστῶ ἀκατάπαυστα τὸν Θεό. Στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στὴν Κρονστάνδη, ἐκκλησιάζονται πέντε χιλιάδες χριστιανοί. Ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος μὲ παρακολουθεῖ σὰν ἕνας ἄνθρωπος. Κανένας θόρυβος δὲν ἀκούγεται, κανένα σπρώξιμο δὲν ταράζει τὴν ἠρεμία. Τὰ μάτια ὅλων εἶναι καρφωμένα πάνω μου. Ὅταν βγαίνω ἀπὸ τὸν ναό, ὁ λαὸς μὲ κυκλώνει μὲ ἀγάπη. Ὅλοι μὲ πλησιάζουν μὲ χαρούμενη διάθεση. Σ’ ὅλα τὰ πρόσωπα εἶναι ἁπλωμένη ἡ εὐλογία τῆς θείας Λειτουργίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καρποὶ τῆς προσευχῆς καὶ τῶν κηρυγμάτων μου.

 

Νὰ μὲ συγχωρέσετε, σεβαστοὶ πατέρες, ποὺ μιλάω ἔτσι γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Δὲν τὸ κάνω γιὰ νὰ αὐτοεπαινεθῶ – Θεὸς φυλάξοι! Οἱ ἐπιτυχίες δὲν ὀφείλονται σ’ ἐμένα ἀλλὰ στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀναπαύεται στὴν ἱεροσύνη μου.

Συχνὰ μὲ προσκαλοῦν νὰ προσευχηθῶ σὲ πλούσια σπίτια καὶ μοῦ κάνουν πολλὲς δωρεές. Τὶς μοιράζω στοὺς φτωχούς, ποὺ τόσο αὐξήθηκαν στὴν ἐποχή μας. Τὰ ἔσοδά μου τὰ στέλνω σὲ ἱδρύματα καὶ σὲ φτωχοὺς ναούς. Ἐδῶ πρέπει νὰ κάνω μιὰ διευκρίνιση: Δὲν τοὺς βοηθῶ ὅλους ἀδιάκριτα. Ἰδιαίτερα, ἀποφεύγω νὰ δώσω χρήματα σὲ μέθυσους ποὺ μποροῦν νὰ δουλέψουν.

Ὅταν μοῦ φέρνουν δαιμονισμένους καὶ μὲ παρακαλοῦν νὰ προσευχηθῶ γι’ αὐτούς, τότε ἐνεργῶ μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς πίστεως. Οἱ δαιμονισμένοι εἶναι ὑπερβολικὰ ἀνήσυχοι. Χτυπιοῦνται καὶ ἀφρίζουν. Παρατήρησα, ὅτι πάντοτε κλείνουν τὰ μάτια. Τοὺς προστάζω, λοιπόν, νὰ τὰ ἀνοίξουν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν τὰ ἀνοίγουν, καρφώνω πάνω τους τὸ βλέμμα μου καὶ τοὺς φωνάζω ἐπίμονα: “Ἄνοιξε τὰ μάτια!” Ὅταν τελικὰ τὰ ἀνοίξουν, κοιτάζοντάς τους διαπεραστικά, λέω: “Στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ σὲ διατάζω, πνεῦμα ἀκάθαρτο, νὰ βγεῖς!” Ταυτόχρονα εὐλογῶ τοὺς δαιμονισμένους, ποὺ ἠρεμοῦν καὶ ἀρχίζουν νὰ προσεύχονται. Ὕστερα τοὺς κοινωνῶ.

Ἀδελφοί! Μεγάλη, πραγματικά, χάρη μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἂν τὴ διατηρήσουμε, θὰ νικήσουμε τὸν ἐχθρό. Ἔτσι, ἀξιότιμοι συμποιμένες, ἱερουργῶ γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ δόξα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴ διάδοση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Ὅσα ἀποκάλυψα, ἔπειτα ἀπὸ δική σας ἐπιθυμία, εἶναι ἀληθινά. Ἀπευθύνθηκα σὲ συμποιμένες γιὰ τὴ βελτίωση τῆς ποιμαντικῆς διακονίας μας, ποὺ τὴν προσφέρουμε στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πατρίδα μας.