Ἐννόημα
    Ἐννόημα
  • !

    Θὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα ἑνὸς νέου ὁσίου, ὁ ὁποῖος ἦταν μὲν ἐπιστήμων – ἦταν γιατρός – καὶ ἄφησε τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ ἔγινε μοναχός, πῆγε στὴν Παλαιστίνη, στὴν Μονή του Χοζεβά, καὶ ἐκεῖ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα. Ἀλλὰ τόση ἀγάπη εἶχε στὸν Θεό, τόση φλόγα, καὶ ἐπειδὴ τότε στὴν Μονὴ Χοζεβὰ ἔτρεχαν ἄνθρωποι καὶ δὲν τὸν ἄφηναν σὲ ἡσυχία, σηκώνεται καὶ φεύγει κρυφά.
    Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκεῖ κατοίκησε, κι ἦταν κοντὰ καὶ πήγαιναν ἀπὸ τὰ χωριά, σηκώθηκε κι ἔφυγε· ἄφησε τὰ βιβλία του ἐκεῖ ὅπως ἤτανε καὶ πῆγε καὶ κατοίκησε στὸν Πάρνωνα, σὲ μιὰ σπηλιά. Μιὰ σπηλιά, ἡ ὁποία ἔχει μικρὴ τρῦπα καὶ κάτω, ὅταν μπαίνει κανείς, εἶναι βαθὺ· καὶ ἐκεῖ ἔμενε ἄγνωστος.

  • !

    Πόσο καιρὸ ἔμενε, δὲν ξέρει κανείς. Ἀλλὰ ὅταν ἐπῆγα ἐγὼ στὸ Μοναστήρι ποὺ ἔκανε, τὸν ἅγιο Γεώργιο, καὶ τὸν ἔλεγαν καὶ αὐτὸν Γεώργιο, ἔμαθα ὅτι ἐκεῖ στὴν σπηλιὰ τὸν βρῆκε ἕνας βοσκὸς ποὺ εἶχε χάσει ἕνα πρόβατο, καὶ περιπλανώμενος στὰ ὄρη καὶ στὰ σπήλαια γιὰ νὰ τὸ εὕρη, εἶδε τὴν σπηλιὰ ἐκείνη καὶ νόμισε μήπως κατέβηκε κάτω, καὶ κατεβαίνει, καὶ ἀντὶ νὰ ἰδεῖ τὸ πρόβατο, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο καὶ τρόμαξε καὶ παρ’ ὀλίγο νὰ πεθάνει ἀπὸ τὸν φόβο του.
    «Σὲ παρακαλῶ μὴ πεῖς τίποτε ὅτι εἶμαι ἐδῶ, ἀλλὰ νὰ μοῦ φέρνεις κάθε 10-15 μέρες λίγο ψωμὶ καὶ λίγο νερό».
    Ἐπήγαινε λοιπὸν ὁ βοσκὸς τὴν τροφή, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα του, περίεργη, λέει: «Ποῦ τὴν πᾷς τὴν τροφὴ καὶ σὲ ποιόν;».
    «Νὰ μοῦ πεῖς… νὰ μοῦ πεῖς…» «Τέλος πάντων, θὰ σοῦ πῶ, τῆς λέει, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ πεῖς σὲ κανέναν». «Δὲν τὸ λέγω», λέει. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα βγῆκε στὸ χωριὸ ὅλο καὶ εἶπε: «Ὁ σύζυγός μου βρῆκε ἕνα ἅγιο ἄνθρωπο καὶ εἶναι πάνω στὸν Πάρνωνα».

  • !

    Ἀμέσως ἄρχισαν νὰ τρέχουν. Καὶ ἀναγκάστηκε καὶ τοὺς ἐδέχετο καὶ τοὺς ἐδίδασκε. Ποῦ; Πάνω στὰ βουνά, στὰ κρημνά, ἔτρεχαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ πλησίον χωριὰ τῆς Ἐπιδαύρου. Κατόπιν πήγαιναν ἀπὸ τὴν Μαντινεία καὶ ἀπὸ τὴν Κυνουρία. Καὶ στὸ βουνὸ ἐκεῖνο, στὴ σπηλιὰ ἐκείνη δὲν ἔπαυαν νὰ πηγαίνουν ἄνθρωποι.
    Κατόπιν εἶδε μιὰ ὀπτασία, τὸν ἅγιο Γεώργιο, καὶ τοῦ λέει: «Νὰ κατέβεις στὴν παραλία, εἰς ἕνα σχῖνον· ἐκεῖ εἶναι ἡ εἰκών μου καὶ ἐκεῖ νὰ μοῦ κτίσεις ἐκκλησία». Κατέβηκε καὶ βρῆκε τὴν εἰκόνα.
    Καὶ ἀφοῦ ἄνοιξαν τὰ θεμέλια καὶ ἤθελαν νὰ κτίσουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ἄφηναν τὰ ἐργαλεῖα ἐκεῖ, ἔφευγαν τὰ ἐργαλεῖα μοναχά τους καὶ πήγαιναν ἀπὸ κάτω στὴν εἰκόνα. Καὶ οἱ κτίστες ἀποροῦσαν.

  • !

    Καὶ ἀφοῦ δυό-τρεῖς φορὲς ἐπῆγαν, ἔβαλαν φύλακες. Κι ἀκούει ἕνας, ποὺ εἶχε ἀπὸ ὧρες φύλακας, καὶ πῆγε νὰ ἀποκοιμηθεῖ, ἀκούει ἕνα κρότο καὶ βλέπει ὅλα σὰν νὰ σηκώθηκαν, σὰν νὰ εἶχαν ψυχή, νὰ εἶχαν ζωή, καὶ περπατοῦσαν, οἱ ἀξῖνες, οἱ κασμᾶδες, τὰ σφυριά, καὶ πήγαιναν ἀπὸ κάτω στὴν εἰκόνα. Σοῦ λέει ὁ ἅγιος, ἐδῶ θά ‘ρθεις, θὰ κτισθεῖ ἐδῶ ἡ ἐκκλησία, ἐκεῖ ποὺ εἶναι σχινάρι θὰ τεθεῖ ἡ εἰκόνα στὸ τέμπλο. Κι εἶναι μιὰ μικρὴ εἰκόνα, ἀλλὰ θαυματουργός. Καὶ πολὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν δεῖ κανείς, γιατί νομίζει ὅτι βλέπει κρέας ἀνθρώπου.

  • !

    Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ τριγύρω στὰ βουνὰ ἦσαν ἄγριοι· αὐτός τούς ἔκανε πρόβατα κι ἔκανε καὶ πολλοὺς ἁγίους. Πήγαιναν καὶ ἐξομολογοῦντο καὶ τοὺς ἐδέχετο μὲ μεγάλη ἀγάπη καὶ ἱλαρότητα καὶ ἐθεράπευε τὰς ἀσθενείας των. Πολλοὶ πήγαιναν ἀσθενεῖς καὶ τοὺς θεράπευε μὲ τὴν προσευχὴ· ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν φημίζεται ὅτι εἶναι ἅγιος, ἔκανε μερικὰ φάρμακα, μερικὰ χόρτα. «Θὰ πάρεις αὐτὸ τὸ φάρμακο καὶ θὰ γίνεις καλά». Καὶ πολλοὶ ἐγίνοντο καλά. Σ’ αὐτὸ τὸ ὀρεινὸ μέρος, σ’ ὅλα τὰ χωριὰ εἶχε παύσει ἡ βλασφημία τελείως. Ποῦ νὰ βλασφημήσει ἄνθρωπος!

  • !

    Πάω νὰ μπῶ στὴν ἐκκλησία – μπήκαμε μαζί – δὲν μποροῦσα νὰ μπῶ γιατί ἦταν στριμωγμένοι οἱ ἄνθρωποι. Φανταστεῖτε! Κανένας δὲν ἦταν στὸ σπίτι. Ὅλοι στὴν ἐκκλησία! Καὶ τοὺς ἔλεγε: «Τὴν Κυριακὴ νὰ μὴν κάνετε ἐργασία, γιατί εἶστε καταραμένοι. Πηγαίνετε πρῶτα στὴν ἐκκλησία, καὶ μετὰ τὴν ἐκκλησία πηγαίνετε νὰ ποτίσετε τὰ ζῶα σας καὶ ὅ,τι θέλετε νὰ κάμετε». Καὶ ὅ,τι τοὺς ἔλεγε, ἐπειδὴ ἔβλεπαν τὰ καλά του ἔργα, τὸν ἄκουαν.
    Ἐκεῖνος ὁ Γεώργιος ποὺ σᾶς λέω, ὁ Στουρνάρας, ὁ διδάσκαλος, καίτοι εἶχε γίνει γιατρός, δὲν ἔμεινε εἰς τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἔμεινε στὴν Μονή, στὴν ἐρημιά, στὰ σπήλαια καὶ πόσους ὠφέλησε! Καὶ πολλοὶ ἁγίασαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, μὲ τὶς συμβουλές του, μὲ τὶς ὁδηγίες καὶ περισσότερο μὲ τὸ παράδειγμά του.

Διήγηση γιὰ ἕναν ἄγνωστο ὅσιο

 

Θὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα ἑνὸς νέου ὁσίου, ὁ ὁποῖος ἦταν μὲν ἐπιστήμων – ἦταν γιατρός – καὶ ἄφησε τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ ἔγινε μοναχός, πῆγε στὴν Παλαιστίνη, στὴν Μονή του Χοζεβά, καὶ ἐκεῖ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα. Ἀλλὰ τόση ἀγάπη εἶχε στὸν Θεό, τόση φλόγα, καὶ ἐπειδὴ τότε στὴν Μονὴ Χοζεβὰ ἔτρεχαν ἄνθρωποι καὶ δὲν τὸν ἄφηναν σὲ ἡσυχία, σηκώνεται καὶ φεύγει κρυφά.

Καὶ ποῦ πάει; Ἦρθε στὴν πατρίδα μου, σ’ ἕνα μοναστηράκι στὸν Μαλέα, ποὺ ἦταν παλιὰ ἕνας Γεώργιος, ὁ ἐν τῷ Μαλεῷ, ποὺ λέει καὶ ὁ συναξαριστής, καὶ ἐπειδὴ τὸν λέγανε καὶ ἐκεῖνον Γεώργιο – ἴσως ὁ ἅγιος Γεώργιος τὸν ἐφώτισε – πῆγε καὶ κατοίκησε ἐκεῖ.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκεῖ κατοίκησε, κι ἦταν κοντὰ καὶ πήγαιναν ἀπὸ τὰ χωριά, σηκώθηκε κι ἔφυγε· ἄφησε τὰ βιβλία του ἐκεῖ ὅπως ἤτανε καὶ πῆγε καὶ κατοίκησε στὸν Πάρνωνα, σὲ μιὰ σπηλιά. Μιὰ σπηλιά, ἡ ὁποία ἔχει μικρὴ τρῦπα καὶ κάτω, ὅταν μπαίνει κανείς, εἶναι βαθὺ· καὶ ἐκεῖ ἔμενε ἄγνωστος.

Πόσο καιρὸ ἔμενε, δὲν ξέρει κανείς. Ἀλλὰ ὅταν ἐπῆγα ἐγὼ στὸ Μοναστήρι ποὺ ἔκανε, τὸν ἅγιο Γεώργιο, καὶ τὸν ἔλεγαν καὶ αὐτὸν Γεώργιο, ἔμαθα ὅτι ἐκεῖ στὴν σπηλιὰ τὸν βρῆκε ἕνας βοσκὸς ποὺ εἶχε χάσει ἕνα πρόβατο, καὶ περιπλανώμενος στὰ ὄρη καὶ στὰ σπήλαια γιὰ νὰ τὸ εὕρη, εἶδε τὴν σπηλιὰ ἐκείνη καὶ νόμισε μήπως κατέβηκε κάτω, καὶ κατεβαίνει, καὶ ἀντὶ νὰ ἰδεῖ τὸ πρόβατο, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο καὶ τρόμαξε καὶ παρ’ ὀλίγο νὰ πεθάνει ἀπὸ τὸν φόβο του.

Τὸν ἐνίσχυσε ὁ ἅγιος καὶ τοῦ λέγει: «Μὴν φοβᾶσαι, εἶμαι ἄνθρωπος, δὲν εἶμαι σατανᾶς». Καὶ πῆρε θάρρος, τοῦ μίλησε καὶ τοῦ εἶπε: «Σὲ παρακαλῶ μὴ πεῖς τίποτε ὅτι εἶμαι ἐδῶ, ἀλλὰ νὰ μοῦ φέρνεις κάθε 10-15 μέρες λίγο ψωμὶ καὶ λίγο νερό». Πῶς περνοῦσε; Ὅπως περνοῦσε ὁ προφήτης Ἠλίας καὶ οἱ ἄλλοι: μὲ χόρτα, φαίνεται, καὶ μὲ νερό. Πήγαινε λίγο μακριὰ σὲ μιὰ πηγὴ καὶ ἔπινε.

Ἐπήγαινε λοιπὸν ὁ βοσκὸς τὴν τροφή, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα του, περίεργη, λέει: «Ποῦ τὴν πᾷς τὴν τροφὴ καὶ σὲ ποιόν;» «Σὲ κάποιον, λέει, μὴν ρωτᾷς». «Ὄχι, τοῦ λέει, πρέπει νὰ μάθω, νὰ μοῦ πεῖς. Μήπως πηγαίνεις σὲ κανέναν κακοῦργο καὶ βροῦμε τὸν μπελᾶ μας». «Ὄχι, λέει, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ, γιατί ἔχω ἐντολή». «Νὰ μοῦ πεῖς… νὰ μοῦ πεῖς…» «Τέλος πάντων, θὰ σοῦ πῶ, τῆς λέει, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ πεῖς σὲ κανέναν». «Δὲν τὸ λέγω», λέει. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα βγῆκε στὸ χωριὸ ὅλο καὶ εἶπε: «Ὁ σύζυγός μου βρῆκε ἕνα ἅγιο ἄνθρωπο καὶ εἶναι πάνω στὸν Πάρνωνα».

Ἀμέσως ἄρχισαν νὰ τρέχουν. Καὶ ἀναγκάστηκε καὶ τοὺς ἐδέχετο καὶ τοὺς ἐδίδασκε. Ποῦ; Πάνω στὰ βουνά, στὰ κρημνά, ἔτρεχαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὰ πλησίον χωριὰ τῆς Ἐπιδαύρου. Κατόπιν πήγαιναν ἀπὸ τὴν Μαντινεία καὶ ἀπὸ τὴν Κυνουρία. Καὶ στὸ βουνὸ ἐκεῖνο, στὴ σπηλιὰ ἐκείνη δὲν ἔπαυαν νὰ πηγαίνουν ἄνθρωποι. Γιατί; Γιατί ἐθαύμαζαν τὰ καλά του ἔργα, τὴν πίστη του, τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε πρὸς τὸν Θεὸ· διότι ἂν αὐτὸς δὲν εἶχε ἀγάπη, δὲν ἠμποροῦσε νὰ κατοικεῖ ἐκεῖ στὰ βουνά. Θὰ πεῖ ὅτι κάτι ἀπὸ μέσα του τὸν ἔφλεγε καὶ ὅλα τὰ θλιβερὰ τοῦ βίου του τὰ ἐθεώρει ὡς τερπνὰ· καὶ ἔτσι κατόπιν εἶδε μιὰ ὀπτασία, τὸν ἅγιο Γεώργιο, καὶ τοῦ λέει: «Νὰ κατέβεις στὴν παραλία, εἰς ἕνα σχῖνον· ἐκεῖ εἶναι ἡ εἰκών μου καὶ ἐκεῖ νὰ μοῦ κτίσεις ἐκκλησία». Κατέβηκε καὶ βρῆκε τὴν εἰκόνα.

Διεδόθη ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι εὑρέθη ἡ εἰκῶν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ ἔτρεχαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη. Ἔβαλαν ἀμέσως ἐργάτες καὶ ἔβαλαν τὰ θεμέλια. Ἀλλὰ τὰ ἔβαλαν σ’ ἄλλο μέρος, δὲν τὰ ἔβαλαν ἐκεῖ ποὺ ἦταν κρεμασμένη στὸ σχινάρι. Καὶ ἀφοῦ ἄνοιξαν τὰ θεμέλια καὶ ἤθελαν νὰ κτίσουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ἄφηναν τὰ ἐργαλεῖα ἐκεῖ, ἔφευγαν τὰ ἐργαλεῖα μοναχά τους καὶ πήγαιναν ἀπὸ κάτω στὴν εἰκόνα. Καὶ οἱ κτίστες ἀποροῦσαν.

Τὸ εἶπαν στὸν Γέροντα, λέει, «φυλάξτε, νὰ βάλετε φύλακες». Δὲν τὰ ἔκλεβαν, ἀλλὰ πήγαιναν καὶ τά’ βρισκαν ἐκεῖ ἀπὸ κάτω στὴν εἰκόνα. Καὶ ἀφοῦ δυό-τρεῖς φορὲς ἐπῆγαν, ἔβαλαν φύλακες. Κι ἀκούει ἕνας, ποὺ εἶχε ἀπὸ ὧρες φύλακας, καὶ πῆγε νὰ ἀποκοιμηθεῖ, ἀκούει ἕνα κρότο καὶ βλέπει ὅλα σὰν νὰ σηκώθηκαν, σὰν νὰ εἶχαν ψυχή, νὰ εἶχαν ζωή, καὶ περπατοῦσαν, οἱ ἀξῖνες, οἱ κασμᾶδες, τὰ σφυριά, καὶ πήγαιναν ἀπὸ κάτω στὴν εἰκόνα. Σοῦ λέει ὁ ἅγιος, ἐδῶ θά ‘ρθεις, θὰ κτισθεῖ ἐδῶ ἡ ἐκκλησία, ἐκεῖ ποὺ εἶναι σχινάρι θὰ τεθεῖ ἡ εἰκόνα στὸ τέμπλο. Κι εἶναι μιὰ μικρὴ εἰκόνα, ἀλλὰ θαυματουργός. Καὶ πολὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν δεῖ κανείς, γιατί νομίζει ὅτι βλέπει κρέας ἀνθρώπου. Πῆγα καὶ τὴν ἐπροσκύνησα.

Ἐκεῖ ἔμαθα λοιπὸν καὶ τὰ κατορθώματα αὐτινοῦ ποὺ τὸν ἔλεγαν διδάσκαλο ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ τριγύρω στὰ βουνὰ ἦσαν ἄγριοι· αὐτός τούς ἔκανε πρόβατα κι ἔκανε καὶ πολλοὺς ἁγίους. Πήγαιναν καὶ ἐξομολογοῦντο καὶ τοὺς ἐδέχετο μὲ μεγάλη ἀγάπη καὶ ἱλαρότητα καὶ ἐθεράπευε τὰς ἀσθενείας των. Πολλοὶ πήγαιναν ἀσθενεῖς καὶ τοὺς θεράπευε μὲ τὴν προσευχὴ· ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν φημίζεται ὅτι εἶναι ἅγιος, ἔκανε μερικὰ φάρμακα, μερικὰ χόρτα. «Θὰ πάρεις αὐτὸ τὸ φάρμακο καὶ θὰ γίνεις καλά». Καὶ πολλοὶ ἐγίνοντο καλά. Σ’ αὐτὸ τὸ ὀρεινὸ μέρος, σ’ ὅλα τὰ χωριὰ εἶχε παύσει ἡ βλασφημία τελείως. Ποῦ νὰ βλασφημήσει ἄνθρωπος!

Μιὰ φορὰ ποὺ πῆγα, ὅταν ἤμουνα μικρός, σὲ μιὰ ἐκκλησία στὸ χωριό, δὲν βρῆκα κανέναν στὸ χωριό. Ἐγνώριζα τὸν παπᾶ, πῆγα στὸ σπίτι του, κανείς. Κοιτάζω τὰ ἄλλα σπίτια νὰ δῶ κανέναν ἄνθρωπο, μὰ κανέναν δὲν εἶδα.

Βγαίνω ἀπὸ τὴν μία ἄκρη τοῦ χωριοῦ καὶ βλέπω ἕνα γέρο κι ὁδηγοῦσε κάτι ζῶα. Λέγω, «Δὲν μοῦ λέγεις, παππούλη, πέθαναν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σὲ αὐτὸ τὸ χωριό;» «Ὄχι, λέει, δὲν πέθαναν». «Μὰ ποῦ εἶναι; Ἐγὼ δὲν βρῆκα κανέναν», λέγω. «Εἶναι στὴν ἐκκλησία», (ἡ ἐκκλησία ἦταν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, σ’ ἕναν ἐλαιῶνα καὶ δὲν ἐφαίνετο) «κι ἐγώ, λέει, πῆγα καὶ ἔφερα τὰ ζῶα. Θὰ τὰ βάλω στὴ μάντρα καὶ θὰ πάω στὴν ἐκκλησία. Εἶναι Κυριακὴ σήμερα».

Πάω νὰ μπῶ στὴν ἐκκλησία – μπήκαμε μαζί – δὲν μποροῦσα νὰ μπῶ γιατί ἦταν στριμωγμένοι οἱ ἄνθρωποι. Φανταστεῖτε! Κανένας δὲν ἦταν στὸ σπίτι. Ὅλοι στὴν ἐκκλησία! Καὶ τοὺς ἔλεγε: «Τὴν Κυριακὴ νὰ μὴν κάνετε ἐργασία, γιατί εἶστε καταραμένοι. Πηγαίνετε πρῶτα στὴν ἐκκλησία, καὶ μετὰ τὴν ἐκκλησία πηγαίνετε νὰ ποτίσετε τὰ ζῶα σας καὶ ὅ,τι θέλετε νὰ κάμετε». Καὶ ὅ,τι τοὺς ἔλεγε, ἐπειδὴ ἔβλεπαν τὰ καλά του ἔργα, τὸν ἄκουαν.

Ἐκεῖνος ὁ Γεώργιος ποὺ σᾶς λέω, ὁ Στουρνάρας, ὁ διδάσκαλος, καίτοι εἶχε γίνει γιατρός, δὲν ἔμεινε εἰς τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἔμεινε στὴν Μονή, στὴν ἐρημιά, στὰ σπήλαια καὶ πόσους ὠφέλησε! Καὶ πολλοὶ ἁγίασαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, μὲ τὶς συμβουλές του, μὲ τὶς ὁδηγίες καὶ περισσότερο μὲ τὸ παράδειγμά του.