Ἐννόημα
    Ἐννόημα
  • !

    « Τί προσφέρει στὴν ταλαιπωρούμενη Κοινωνία ὁ Μοναχισμός; Δὲν θὰ ἦταν προτιμότερο οἱ Μοναχοὶ νὰ βρίσκονται, ὡς ἄγαμοι Κληρικοὶ ἢ ὡς λαϊκοὶ Ἱεροκήρυκες, στὸν κόσμο καὶ νὰ ἀσκοῦν ἱεραποστολικὸ ἔργο;».
    Ἂν ὁ Μοναχισμὸς ἦταν βάρος περιττὸ καὶ ἄχρηστο, ἂν ἦταν μία κατάσταση χωρὶς οὐσία καὶ νόημα, δὲν θὰ γίνονταν θεσμὸς στὴν Ἐκκλησία, δὲν θὰ ἀσχολοῦνταν μὲ αὐτὸν ἅγιες Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Σύνοδοι, δὲν θὰ ἔγραφαν γιὰ αὐτὸν μεγάλοι καὶ θεοφόροι Πατέρες. Ἂν ὁ Μοναχισμὸς δὲν ἦταν “ἔργον Θεοῦ”, ἂν δὲν ἦταν “καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”, ἂν δὲν ἦταν “φυτεία ἢν ἐφύτευσεν ὁ Πατήρ”, θὰ ἀποβάλλονταν, ὅταν ἐμφανίστηκε, ἀπὸ τὸν Ὀργανισμό τῆς Ἐκκλησίας ὡς “ξένον σῶμα”. Ἄλλ’ ὁ Μοναχισμὸς βλάστησε στὸ “χωράφι” του, τὴν ἁγιωτάτη Ἐκκλησία, καὶ σὲ αὐτὸ ἀνδρώθηκε καὶ καρποφόρησε, ἀκριβῶς διότι ἦταν “φυτεία Θεοῦ”. Ἀμφισβήτηση τῆς ἀξίας τοῦ Μοναχισμοῦ εἶναι ἀδιανόητη ἀπὸ Ὀρθόδοξη σκοπιά. Κάθε καταφορὰ ἐναντίον του, ὡς “θεσμοῦ”, εἶναι καθαρὴ θεομαχία.

  • !

    Οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ Μοναχοὶ (Μάρτυρες καὶ αὐτοὶ “τῇ προαιρέσει”) ἀπαρτίζουν τα ὀκτὼ ἢ ἴσως καὶ τὰ ἐννέα δέκατα τοῦ “Καταλόγου” τῶν ἁγίων μας! Δὲν εἴμαστε ἐμεῖς θεολογικότεροι καὶ σοφότεροι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Δὲν γνωρίζουμε καλύτερα ἀπὸ αὐτὴν τί συμβιβάζεται καὶ τί δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ ἀρνούμενος τὸν Μοναχισμό, ἐπειδὴ τάχα δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, καθίσταται αἱρετικός, διότι θέτει τὸν ἑαυτό του ὑπεράνω τῆς αὐθεντίας τῆς Ἐκκλησίας. Κανεὶς δὲν ἐπιβάλλει στὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον νὰ γίνει Μοναχός. Ἂν κάποιος ἔχει πόθο (ἀλλὰ καὶ κλήση!) νὰ διακονήσει τὴν Ἐκκλησία στὸν κόσμο, τὸ ἔργο εἶναι ἱερὸ καὶ ὁ δρόμος ἀνοιχτὸς καὶ κανεὶς δὲν τὸν ἐμποδίζει. Ὅσοι ὅμως ἔχουν τὴν ἔφεση νὰ τραποῦν πρὸς τὸν Μοναχισμό, ἂς μὴ δεχθοῦν τὶς ἐπιθέσεις μας, ἂς μὴ συναντήσουν τὰ ἐμπόδιά μας. Ἁγία ἡ ἐπιθυμία τους καὶ μακαρία ἡ ἐπιλογή τους. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο διαιρεῖ τὰ χαρίσματα “ἰδία ἑκάστῳ καθὼς βούλεται”.

  • !

    Καὶ θὰ τολμήσω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὁ Μοναχὸς προσφέρει πολλὰ «στὴν ταλαιπωρούμενη Κοινωνία»! Θὰ τολμήσω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὁ Μοναχός, κάθε Μοναχός, (ἐννοεῖται, ἀληθινὸς Μοναχός,) εἶναι ἱεραπόστολος!

  • !

    Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς καὶ μάλιστα τῆς προσευχῆς ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν “βίον Θεῷ κεκαθαρμένον ἢ καθαιρόμενον”, ἀνθρώπων “πολλὴν πρὸς Θεὸν κεκτημένων παρρησίαν”, εἶναι πανίσχυρη. Ἕνα “καρδιοστάλακτον δάκρυον” ἁγιασμένης ὕπαρξης εἶναι δυνατὸν νὰ φέρει ἀποτελέσματα γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτοῦνταν πολλὰ κηρύγματα καὶ πολλὰ βιβλία. Ἡ προσευχὴ θαυματουργεῖ. “Πολὺ ἰσχύει δέησις, δικαίου ἐνεργουμένη.
    Καθ’ ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο ὁ Θεὸς “πολιορκεῖται” ἀπὸ πύρινες καὶ δακρύβρεκτες δεήσεις “νὰ ἐλεήσει” καὶ “νὰ σώσει” τὸν κόσμο. Καὶ ὅταν ἐμεῖς ἐργαζόμαστε καὶ ὅταν τρῶμε καὶ ὅταν κοιμόμαστε, κάποιοι προσεύχονται γιά μας, κάποιοι “σχολάζουν” καὶ ἀγρυπνοῦν καί, μὲ ἀγωνία ψυχῆς, κραυγάζουν τὸ “Κύριε, ἐλέησον!”. Μικρὴ εἶναι αὐτὴ ἡ προσφορά;

  • !

    Ἀλλὰ ἡ προσευχὴ εἶναι ἀπὸ τοῦ τρόπους ὁ πρῶτος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Μοναχὸς ἀσκεῖ Ἱεραποστολή, δηλαδὴ βοηθάει τὶς ψυχὲς νὰ σωθοῦν. Ὑπάρχουν δύο ἀκόμη τρόποι, ἀδελφοί μου.

    Ὁ δεύτερος: Ποῦ ὑπῆρξε Μοναστήρι καὶ δὲν ἔγινε πόλος ἕλξης τῶν ἀνθρώπων; Ποῦ ὑπῆρξε ἐρημίτης καὶ δὲν ἔφθασαν ὡς ἐκεῖ, “ἐν σπηλαίοις καὶ ὄρεσι καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς”, στρατιὲς ἐπισκεπτῶν ζητῶντας ἀπὸ αὐτὸν εἴτε “λόγον παρακλήσεως” εἴτε καὶ μόνη τὴν θέα τοῦ προσώπου του, ποὺ διδάσκει πολλὰ καὶ οἰκοδομεῖ μεγάλα; Κι αὐτὰ ὄχι μόνο στὴν παλιὰ ἐποχή, ἀλλὰ καὶ στὶς μέρες μας. Πόσοι “κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι” ὁδοιπόροι τοῦ βίου δὲν καταφεύγουν στὶς ἱερὲς Μονές, γιὰ νὰ βροῦν λίγη γαλήνη ψυχῆς; Πόσοι δὲν ὠφελοῦνται ἀπὸ τὴν ὑποβλητικὴ ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐκεῖ κατὰ τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες; Πόσοι ἄπιστοι ἢ καὶ θρησκευτικῶς ἀδιάφοροι, ποὺ ἐπισκέπτονται γιὰ λόγους τουριστικοὺς τὰ ἱερὰ τοῦ Μοναχισμοῦ Σκηνώματα, δὲν αἰσθάνονται σκιρτήματα στὴν καρδιά τους ἀπὸ ὅσα βλέπουν ἐκεῖ; Πολλὲς φορὲς ἦταν ἀρκετὴ μία ἐπίσκεψη γιὰ νὰ τεθεῖ σὲ δοκιμασία ἡ ἀπιστία ἢ ἡ ἀδιαφορία τους. Ἀκόμα περισσότερο: Δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες αἰσθάνθηκαν τὸν ἐσωτερικό τους κόσμο νὰ σείεται, κατὰ τὶς ὁποῖες ὑπέστησαν τὴν “καλὴν ἀλλοίωσιν”, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔφυγαν ἀπὸ τὶς ἱερὲς Μονές, μετὰ ἀπὸ ὀλιγοήμερη ἢ ὀλιγόωρη παραμονή, ἀναγεννημένοι! Κάθε Μοναστήρι ἀποτελεῖ ἀληθινὴ Ὄαση στὴν κατάξερη ἔρημο τῆς παρούσας ζωῆς, καὶ μάλιστα τῆς σύγχρονης… Εἰδικότερα γιὰ τὶς γύρω πόλεις καὶ τὰ γύρω χωριὰ κάθε Ἱερὴ Μονὴ ἀποτελεῖ πνεύμονα ὀξυγόνου, ὀξυγόνου πνευματικοῦ. Τὸ δὲ Ἅγιο Ὅρος ἀποτελεῖ “πνεύμονα ὀξυγόνου” γιὰ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Τί λέω; Γιὰ ὅλη τὴν Οἰκουμένη! Ἂς μὴ βγαίνουν οἱ Μοναχοὶ στὸν κόσμο. Πορεύεται ὁ κόσμος πρὸς αὐτούς.

  • !

    Ὁ τρίτος: Ὁ Μοναχός, κι ἂν σιωπᾷ, κι ἂν κρύβεται, εἶναι τὸ πλέον κραυγαλέο κήρυγμα. Κήρυγμα ὄχι μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ πράξεις. Κήρυγμα ἰσχυρὸ καὶ συγκλονιστικό. Τί κηρύσσουν, ἀδελφοί μου, οἱ ἱεραπόστολοι, δηλαδὴ οἱ ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας μας, στὰ κηρύγματά τους; Τί γράφουν στὰ βιβλία τους; Ποιά εἶναι τὰ θέματά τους; Τί μᾶς προτρέπουν; Νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό, νὰ προσευχόμαστε, νὰ πολεμᾶμε τὶς κακίες μας, νὰ μετέχουμε στ ἅγια Μυστήρια, νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, νὰ εἴμαστε ταπεινοί, νὰ μὴν προσκολλόμαστε στὰ ὑλικὰ ἀγαθά, νὰ ἔχουμε τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς κ.τ.λ. κ.τ.λ. Ἀλλὰ τὰ ἴδια ἀκριβῶς δὲν κηρύσσει καὶ ὁ Μοναχὸς ὄχι μὲ τὰ λόγια του, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα του, μὲ τὸ παράδειγμά του; Ἀποφασίζω νὰ γίνω Μοναχός, ἀληθινὸς Μοναχός, σημαίνει: Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ θεῖος ἔρως, κατατρώγει τὴν ὕπαρξή μου.

  • !

    Ὅταν λοιπὸν ἀκούσεις ὅτι ὁ φίλος σου, ὁ γείτονάς σου, ὁ συγγενής σου, ὁ γνώριμός σου, ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια καὶ ἀποσύρθηκε σὲ Μοναστήρι, δὲν εἶναι σὰν νὰ ἀκοῦς ἕνα ἠχηρότατο καὶ ἐκκωφαντικὸ κήρυγμα γιὰ ὅλα τὰ παραπάνω, ἂν μάλιστα αὐτὸς ποὺ ἀναχώρησε εἶχε ἀξιόλογα προσόντα καὶ μποροῦσε νὰ ἔχει πολλὲς “ἐπιτυχίες” στὴν παροῦσα ζωή;
    Θὰ σκέπτεσαι τὴν πράξη αὐτὴ σὲ στιγμὲς νηφαλιότητας ἢ καὶ σὲ στιγμὲς πικρίας καὶ ἀπογοήτευσης ἀπὸ “τῶν τοῦ κόσμου τερπνῶν” καὶ θὰ ἀκοῦς μία φωνὴ νὰ σὲ ρωτᾷ: Μία πίστη, ποὺ ἐμπνέει τέτοιες θυσίες, μήπως δὲν εἶναι ἁπλὸ πλάσμα τῆς φαντασίας; Μία πίστη ποὺ σὲ κάνει εὐτυχισμένο, ὅταν ἐσὺ ἀρνεῖσαι τὰ πάντα καὶ ἀπορρίπτεις ὅ,τι οἱ ἄλλοι θεωροῦν σπουδαῖο, δηλ. ἡδονές, χρήματα, ἀνέσεις, προβολή, δόξα κ.τ.λ., μήπως ἔχει τὴν ἀλήθεια; Μήπως δὲν τελειώνουν ὅλα ἐδῶ; Μήπως ὑπάρχει ζωὴ μετὰ θάνατον; Μήπως αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ φίλος σου, ὁ τόσο ἄλλωστε συνετὸς καὶ εὐφυής, δὲν εἶναι μία ἡρωικὴ “τρέλλα”, ἀλλὰ μία πολὺ “ἐπικερδὴς ἐπιχείρηση”; Μήπως βρῆκε ὄντως τὸν “πολύτιμον Μαργαρίτην”, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει κάποιο βιβλίο ποὺ ὀνομάζεται Εὐαγγέλιο;…

  • !

    Ὁ Μοναχός, “λαμβάνων τὸν Σταυρὸν καὶ ἀκολουθών τῷ Χριστῷ ΠΡΑΤΤΩΝ ΔΙΔΑΣΚΕΙ -καὶ διδάσκει μεγαλοφωνότατα— ὑπερορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ. ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς πράγματος ἀθανάτου”.

    Εἶναι λοιπὸν ἢ δὲν εἶναι, μόνο μὲ τὸ παράδειγμά του, σαλπιγκτὴς τῆς Αἰωνιότητας ὁ Μοναχός; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὁδοδείκτης τοῦ Οὐρανοῦ; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἱεροκήρυκας καὶ ἱεραπόστολος;…»

Μοναχός καὶ Ἱεραποστολή

 

Πρὸς τὸ Περιοδικὸ «Ἀθωνικοὶ Διάλογοι»

Ἀθήνα 15η Σεπτεμβρίου 1980

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί

Πρὶν ἀπὸ μῆνες βρέθηκα σὲ κάποια Ἱερὰ Μονή, ποὺ βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Τὴν ἴδια μέρα ἔτυχε νὰ ἔρθει ἐκεῖ καὶ μιὰ μικρὴ ὁμάδα ἐκδρομέων ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ὅλοι ἦταν εὐσεβεῖς ἐπιστήμονες, ἄλλοι ἄγαμοι καὶ νεαροί, καὶ ἄλλοι οἰκογενειάρχες. Στὴν Τράπεζα, μετὰ τὴν ἀνάγνωση, ἀνοίχτηκε συζήτηση. Σ’ αὐτὴν τέθηκε ἀπὸ κάποιον τὸ ἐρώτημα: « Τί προσφέρει στὴν ταλαιπωρούμενη Κοινωνία ὁ Μοναχισμός; Δὲν θὰ ἦταν προτιμότερο οἱ Μοναχοὶ νὰ βρίσκονται, ὡς ἄγαμοι Κληρικοὶ ἢ ὡς λαϊκοὶ Ἱεροκήρυκες, στὸν κόσμο καὶ νὰ ἀσκοῦν ἱεραποστολικὸ ἔργο;»

Ὁ Ἡγούμενος στράφηκε στὴν ταπεινότητά μου καὶ μὲ παρακάλεσε νὰ ἀναλάβω ἐγὼ τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα. Ἡ ὁμιλία μου ἐκείνη στὴν Τράπεζα, ἂν καὶ πρόχειρη καὶ αὐτοσχέδια καὶ χωρὶς καμία προετοιμασία, κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη προσφέρει κάποια συμπληρώματα στὸ ἄρθρο «Ὀρθόδοξος Μοναχισμὸς καὶ Ἱεραποστολή», ποὺ δημοσιεύτηκε πρόσφατα στὸ περιοδικό σας (φύλλο Ἀπριλίου – Ἰουνίου ε.έ.). Σᾶς τὴν ἀποστέλλω αὐτούσια καὶ ἂν νομίζετε ὅτι περιέχει κάτι «σιγῆς κρεῖττον», νὰ τὴν δημοσιεύσετε.

Μετὰ τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης

«Οἱ Κληρικοὶ ποὺ ἐργάζονται στὸν κόσμο προσφέρουν σπουδαιότατο ἔργο τὸ ὁποῖο κανένας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποτιμᾷ καὶ νὰ περιφρονεῖ. Εἶναι ὄργανα τῆς Χάριτος. Εἶναι “ὑπηρέτες Χριστοῦ καὶ οἰκονόμοι Μυστηρίων Θεοῦ”. Συνεχίζουν στοὺς αἰῶνες τὸ ἔργο τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Κηρύττουν Χριστὸν Ἐσταυρωμένον καὶ Ἀναστάντα, διδάσκουν μετάνοια καὶ ἄφεση ἁμαρτιῶν “ἐπὶ τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ”. Μέσῳ τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς τέλεσης τῶν ἁγίων Μυστηρίων ὁδηγοῦν πλῆθος ἀνθρώπων στὴν ἀνέσπερη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. “Χωρὶς τούτων Ἐκκλησία οὐ καλεῖται”, κατὰ τὸν θεῖον Ἰγνάτιο (Τραλλ. Γ’, 1). Ἀλλὰ ἂν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποτιμᾶται ἡ ἀποστολὴ καὶ τὸ ἔργο τῶν Κληρικῶν ποὺ διακονοῦν στὸν κόσμο (καὶ τῶν ζηλωτῶν καὶ χαρισματούχων λαϊκῶν), ἐξ ἴσου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποτιμᾶται ἡ ἀποστολὴ καὶ τὸ ἔργο τῶν Μοναχῶν. Τὴν Ἐκκλησία τὴν ὁδηγεῖ ἀλάνθαστα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Ἂν ὁ Μοναχισμὸς ἦταν βάρος περιττὸ καὶ ἄχρηστο, ἂν ἦταν μία κατάσταση χωρὶς οὐσία καὶ νόημα, δὲν θὰ γίνονταν θεσμὸς στὴν Ἐκκλησία, δὲν θὰ ἀσχολοῦνταν μὲ αὐτὸν ἅγιες Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Σύνοδοι, δὲν θὰ ἔγραφαν γιὰ αὐτὸν μεγάλοι καὶ θεοφόροι Πατέρες. Ἂν ὁ Μοναχισμὸς δὲν ἦταν “ἔργον Θεοῦ”, ἂν δὲν ἦταν “καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”, ἂν δὲν ἦταν “φυτεία ἢν ἐφύτευσεν ὁ Πατήρ”, θὰ ἀποβάλλονταν, ὅταν ἐμφανίστηκε, ἀπὸ τὸν Ὀργανισμό τῆς Ἐκκλησίας ὡς “ξένον σῶμα”. Ἄλλ’ ὁ Μοναχισμὸς βλάστησε στὸ “χωράφι” του, τὴν ἁγιωτάτη Ἐκκλησία, καὶ σὲ αὐτὸ ἀνδρώθηκε καὶ καρποφόρησε, ἀκριβῶς διότι ἦταν “φυτεία Θεοῦ”. Ἀμφισβήτηση τῆς ἀξίας τοῦ Μοναχισμοῦ εἶναι ἀδιανόητη ἀπὸ Ὀρθόδοξη σκοπιά. Κάθε καταφορὰ ἐναντίον του, ὡς “θεσμοῦ”, εἶναι καθαρὴ θεομαχία. Καὶ ἐγώ, ἀδελφοί μου, ἀνήκω στοὺς Κληρικοὺς ποὺ διακονοῦν στὸν κόσμο. Ἄλλ’ σὰν εὐπειθὲς τέκνο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὀφείλω νὰ ἀκολουθῶ τὴ διδασκαλία της καὶ νὰ μὴν ἀμφισβητῶ ἤ, πολὺ περισσότερο, νὰ ἐπικρίνω ὅ,τι ἐκείνη, “ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερομένη”, ἐπικρότησε καὶ ἐναγκαλίστηκε. Ἀγνοοῦμε ὅτι τὸ Ἁγιολόγιό μας βρίθει Μοναχῶν; Οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ Μοναχοὶ (Μάρτυρες καὶ αὐτοὶ “τῇ προαιρέσει”) ἀπαρτίζουν τα ὀκτὼ ἢ ἴσως καὶ τὰ ἐννέα δέκατα τοῦ “Καταλόγου” τῶν ἁγίων μας! Δὲν εἴμαστε ἐμεῖς θεολογικότεροι καὶ σοφότεροι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Δὲν γνωρίζουμε καλύτερα ἀπὸ αὐτὴν τί συμβιβάζεται καὶ τί δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ ἀρνούμενος τὸν Μοναχισμό, ἐπειδὴ τάχα δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, καθίσταται αἱρετικός, διότι θέτει τὸν ἑαυτό του ὑπεράνω τῆς αὐθεντίας τῆς Ἐκκλησίας. Κανεὶς δὲν ἐπιβάλλει στὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον νὰ γίνει Μοναχός. Ἂν κάποιος ἔχει πόθο (ἀλλὰ καὶ κλήση!) νὰ διακονήσει τὴν Ἐκκλησία στὸν κόσμο, τὸ ἔργο εἶναι ἱερὸ καὶ ὁ δρόμος ἀνοιχτὸς καὶ κανεὶς δὲν τὸν ἐμποδίζει. Ὅσοι ὅμως ἔχουν τὴν ἔφεση νὰ τραποῦν πρὸς τὸν Μοναχισμό, ἂς μὴ δεχθοῦν τὶς ἐπιθέσεις μας, ἂς μὴ συναντήσουν τὰ ἐμπόδιά μας. Ἁγία ἡ ἐπιθυμία τους καὶ μακαρία ἡ ἐπιλογή τους. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο διαιρεῖ τὰ χαρίσματα “ἰδία ἑκάστῳ καθὼς βούλεται”.

Δὲν θὰ ἀναπτύξω ἐδῶ τὴν ἀξία τοῦ Μοναχισμοῦ, ὡς “τελειοτάτης ὁδοῦ θεώσεως”, στηριζόμενος, ὄχι βεβαίως στὴν ἀνύπαρκτη πεῖρα μου, ἀλλὰ στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων. Δὲν θὰ μιλήσω γιὰ τοὺς κοπιώδεις καὶ πραγματικὰ ἡρωικοὺς ἀγῶνες τῶν Μοναχῶν γιὰ κάθαρση ἀπὸ “ψεκτὼν παθῶν”, τῶν ὁποίων ἀγώνων ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε στὸν κόσμο δὲν ἔχουμε καμία ἢ ἐλαχίστη “γεύση”. Δὲν θὰ πῶ τίποτε γιὰ τὴν ἀσίγητο λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τελεῖται στὶς ἱερὲς Μονὲς καὶ στὴν καρδιὰ κάθε Μοναχοῦ. Δὲν θὰ ἐπισημάνω τὰ “οὐράνια χαρίσματα”, τὰ ὁποῖα πολλοὶ Μοναχοὶ ἀξιώθηκαν. Θὰ σταθῶ σὲ ἕνα καὶ μόνο σημεῖο, τὸ ὁποῖο ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὸ ἐρώτημα ποὺ ὑποβλήθηκε. Καὶ θὰ τολμήσω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὁ Μοναχὸς προσφέρει πολλὰ «στὴν ταλαιπωρούμενη Κοινωνία»! Θὰ τολμήσω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὁ Μοναχός, κάθε Μοναχός, (ἐννοεῖται, ἀληθινὸς Μοναχός,) εἶναι ἱεραπόστολος! Εἶπα “κάθε Μοναχός”, διότι πρόθεσή μου δὲν εἶναι νὰ περιορίσω τὴν ἰδιότητα τοῦ ἱεραποστόλου μόνο στοὺς Μοναχοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας καὶ τὸ Χάρισμα τῆς Ἱεροσύνης, ἐξέρχονται ἀπὸ τὴν ἱερὴ τοὺς Μάνδρα καί, μὲ τὴν ἄδεια τῶν Ἐπισκόπων, περιοδεύουν στὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, διδάσκοντας καὶ ἐξομολογῶντας, οὔτε σὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας συγγραφικὸ χάρισμα, μερικὲς φορὲς σπάνιας δύναμης, ἐκδίδουν θαυμάσια βιβλία καὶ μὲ αὐτὰ οἰκοδομοῦν χιλιάδες ψυχὲς καὶ μάλιστα γιὰ ὁλόκληρες γενιές, ὡς π.χ. ὁ ἅγιος Νικόδημος. Ἐγώ, ἀδελφοί μου, πιστεύω -καὶ μὴ θεωρήσετε ὅτι μιλάω παράδοξα, διότι θὰ δικαιολογήσω τὴν πίστη μου αὐτή- ὅτι ἱεραπόστολοι εἶναι καὶ οἱ Μοναχοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὸν περίβολο τῆς Μονῆς τους οὔτε ἔγραψαν κάποια σελίδα. -Ἐννοεῖς τὴν προσευχή, θὰ ποῦν μερικοὶ ἀπὸ σᾶς. Βεβαίως ἐννοῶ καὶ τὴν προσευχή, ἀλλ’ ὄχι μόνο τὴν προσευχή. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς καὶ μάλιστα τῆς προσευχῆς ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν “βίον Θεῷ κεκαθαρμένον ἢ καθαιρόμενον”, ἀνθρώπων “πολλὴν πρὸς Θεὸν κεκτημένων παρρησίαν”, εἶναι πανίσχυρη. Ἕνα “καρδιοστάλακτον δάκρυον” ἁγιασμένης ὕπαρξης εἶναι δυνατὸν νὰ φέρει ἀποτελέσματα γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτοῦνταν πολλὰ κηρύγματα καὶ πολλὰ βιβλία. Ἡ προσευχὴ θαυματουργεῖ. “Πολὺ ἰσχύει δέησις, δικαίου ἐνεργουμένη. Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν, καὶ προσευχὴ προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἐξ. Καὶ πάλιν προσηύξατο καὶ ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς” (Ιακ. ε’, 16 κ.ε.). Δὲν ἀπευθύνομαι σὲ ἀπίστους ἢ σὲ θρησκευτικῶς ἀδιάφορους. ᾿Απευθύνομαι σὲ πιστούς. Καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπεκταθῶ ἐν προκειμένῳ. Ὅλοι ἀποδεχόμαστε τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς, ὅλοι γνωρίζουμε τὰ σωτήρια ἀποτελέσματά της. Ἑπομένως ὅλοι πρέπει νὰ βλέπουμε σὰν μεγάλη προσφορὰ πρὸς τὸν κόσμο τὶς προσευχὲς τῶν Μοναχῶν. Σκεφτεῖτε! Δὲν ὑπάρχει ὥρα, δὲν ὑπάρχει στιγμὴ τοῦ εἰκοσιτετραώρου, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἀναβαίνουν θερμὲς ἱκεσίες πρὸς τὸν Θρόνο τοῦ Δυνατοῦ. Καθ’ ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο ὁ Θεὸς “πολιορκεῖται” ἀπὸ πύρινες καὶ δακρύβρεκτες δεήσεις “νὰ ἐλεήσει” καὶ “νὰ σώσει” τὸν κόσμο. Καὶ ὅταν ἐμεῖς ἐργαζόμαστε καὶ ὅταν τρῶμε καὶ ὅταν κοιμόμαστε, κάποιοι προσεύχονται γιά μας, κάποιοι “σχολάζουν” καὶ ἀγρυπνοῦν καί, μὲ ἀγωνία ψυχῆς, κραυγάζουν τὸ “Κύριε, ἐλέησον!”. Μικρὴ εἶναι αὐτὴ ἡ προσφορά; Ἐπισκέφθηκα πρὶν χρόνια μεγάλη γυναικεία Μονή. Μεταξύ των μοναζουσῶν, τὶς ὁποῖες γνώριζα, ἦταν καὶ μία σχεδὸν αἰωνόβια. Ὕπαρξη ὀλιγογράμματη, ἀλλὰ ἁγιασμένη. Λόγῳ τοῦ γήρατος δὲν σηκωνόταν πλέον ἀπὸ τὸ κρεβάτι. Κλαίγοντας μοῦ εἶπε τό… παράπονό της: “Ἄχ, αὐτὴ ἡ Γερόντισσα! Τὴν παρακαλῶ νὰ μοῦ δίνει δουλειὰ νὰ κάμω ἐδῶ ἐπάνω στὸ κρεβάτι, ἀφοῦ δὲν μπορῶ νὰ σηκωθῶ ἂν δὲν μὲ κρατοῦν, καὶ αὐτὴ δὲν μοῦ δίνει. Μπορῶ νὰ τυλίγω κουβάρια. Δὲν μὲ ἀφήνει ὅμως. Μοῦ λέει ὅτι δούλεψα ὀγδόντα χρόνια στὸ Μοναστήρι. (Εἶχε μεταβεῖ ἐκεῖ σὲ ἡλικία 16 ἐτῶν). Ἀλλὰ ἔτσι ἐγὼ τρώω δωρεὰν τὸ ψωμί μου. Δουλεύουν ἄλλες καὶ ταΐζουν ἔμενα. Τί νὰ κάμω ὅμως; Ἡ Γερόντισσα δὲν ὑποχωρεῖ. Στενοχωρήθηκα τόσο ποὺ δὲν ἤθελα νὰ τρώω. Ἀλλὰ μετὰ σκέφθηκα κάτι καὶ ἀναπαύθηκα. Σκὲφθηκα νὰ κάμω συνέχεια προσευχὴ γιὰ ὅλους. Ἔτσι μοῦ φαίνεται σὰν νὰ δουλεύω καὶ ἐγώ. Βλέπεις αὐτὸ τὸ κομποσχοίνι; (Μοῦ ἔδειξε κομποσχοίνι ποὺ εἶχε πολὺ μεγάλους κόμπους). Δὲν τὸ ἀφήνω καθόλου ἀπὸ τὰ χέρια μου μέρα-νύκτα, ἐκτὸς ἀπὸ δύο-τρεῖς ὧρες ποὺ κοιμᾶμαι. Κάνω συνέχεια προσευχὴ γιὰ τὴν Γερόντισσα καὶ γιὰ τὶς Καλογριὲς ποὺ δουλεύουν γιὰ νὰ τρώω ἐγώ. Ἀλλὰ κάνω καὶ γιὰ ὅλους. Γιὰ τὸν Δεσπότη μας καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους Ἀρχιερεῖς, γιὰ τοὺς Ἱερεῖς, γιὰ τοὺς Κήρυκες, γιὰ τοὺς Ἄρχοντες, γιὰ τοὺς Δικαστές, γιὰ τὸ Στρατό, γιὰ τοὺς Χωροφύλακες, γιὰ τοὺς Δασκάλους, γιὰ τοὺς Μαθητές, γιὰ τὶς χῆρες, γιὰ τὰ ὀρφανά, γιὰ ὅλους ὅσους θυμηθῶ. Ἔτσι αἰσθάνομαι λιγότερο βάρος στὴν ψυχή μου ποὺ τρώω δίχως νὰ δουλεύω…”. Δακρύζω ὅσες φορὲς φέρω στὴν μνήμη μου τὴν σκηνὴ αὐτή. Ἀπὸ τότε δὲν ξαναεῖδα τὴν ὁσία ἐκείνη Μοναχή. Μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες ἔφυγε σὲ ἄλλους κόσμους, γιὰ νὰ συνεχίζει ἀπὸ ἐκεῖ τις “ἐκ βαθέων” προσευχές της “γιὰ ὅλους ὅσους θυμηθεῖ” (ἐλπίζω καὶ γιὰ μένα…), ἂν καὶ πλέον δίχως τὸ χοντρὸ κομποσχοίνι της, τὸ ὁποῖο τάφηκε μαζὶ μὲ τὸ ἱερὸ σκήνωμά της…

Ἀλλὰ ἡ προσευχὴ εἶναι ἀπὸ τοῦ τρόπους ὁ πρῶτος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Μοναχὸς ἀσκεῖ Ἱεραποστολή, δηλαδὴ βοηθάει τὶς ψυχὲς νὰ σωθοῦν. Ὑπάρχουν δύο ἀκόμη τρόποι, ἀδελφοί μου.

Ὁ δεύτερος: Ποῦ ὑπῆρξε Μοναστήρι καὶ δὲν ἔγινε πόλος ἕλξης τῶν ἀνθρώπων; Ποῦ ὑπῆρξε ἐρημίτης καὶ δὲν ἔφθασαν ὡς ἐκεῖ, “ἐν σπηλαίοις καὶ ὄρεσι καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς”, στρατιὲς ἐπισκεπτῶν ζητῶντας ἀπὸ αὐτὸν εἴτε “λόγον παρακλήσεως” εἴτε καὶ μόνη τὴν θέα τοῦ προσώπου του, ποὺ διδάσκει πολλὰ καὶ οἰκοδομεῖ μεγάλα; Κι αὐτὰ ὄχι μόνο στὴν παλιὰ ἐποχή, ἀλλὰ καὶ στὶς μέρες μας. Πόσοι “κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι” ὁδοιπόροι τοῦ βίου δὲν καταφεύγουν στὶς ἱερὲς Μονές, γιὰ νὰ βροῦν λίγη γαλήνη ψυχῆς; Πόσοι δὲν ὠφελοῦνται ἀπὸ τὴν ὑποβλητικὴ ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐκεῖ κατὰ τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες; Πόσοι ἄπιστοι ἢ καὶ θρησκευτικῶς ἀδιάφοροι, ποὺ ἐπισκέπτονται γιὰ λόγους τουριστικοὺς τὰ ἱερὰ τοῦ Μοναχισμοῦ Σκηνώματα, δὲν αἰσθάνονται σκιρτήματα στὴν καρδιά τους ἀπὸ ὅσα βλέπουν ἐκεῖ; Πολλὲς φορὲς ἦταν ἀρκετὴ μία ἐπίσκεψη γιὰ νὰ τεθεῖ σὲ δοκιμασία ἡ ἀπιστία ἢ ἡ ἀδιαφορία τους. Ἀκόμα περισσότερο: Δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες αἰσθάνθηκαν τὸν ἐσωτερικό τους κόσμο νὰ σείεται, κατὰ τὶς ὁποῖες ὑπέστησαν τὴν “καλὴν ἀλλοίωσιν”, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔφυγαν ἀπὸ τὶς ἱερὲς Μονές, μετὰ ἀπὸ ὀλιγοήμερη ἢ ὀλιγόωρη παραμονή, ἀναγεννημένοι! Κάθε Μοναστήρι ἀποτελεῖ ἀληθινὴ Ὄαση στὴν κατάξερη ἔρημο τῆς παρούσας ζωῆς, καὶ μάλιστα τῆς σύγχρονης… Εἰδικότερα γιὰ τὶς γύρω πόλεις καὶ τὰ γύρω χωριὰ κάθε Ἱερὴ Μονὴ ἀποτελεῖ πνεύμονα ὀξυγόνου, ὀξυγόνου πνευματικοῦ. Τὸ δὲ Ἅγιο Ὅρος ἀποτελεῖ “πνεύμονα ὀξυγόνου” γιὰ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Τί λέω; Γιὰ ὅλη τὴν Οἰκουμένη! Ἂς μὴ βγαίνουν οἱ Μοναχοὶ στὸν κόσμο. Πορεύεται ὁ κόσμος πρὸς αὐτούς. Ἂς κρύβονται μέσα σὲ περιμαντρωμένους χώρους οἱ Μοναχοί. Τὸ φῶς τους ἀκτινοβολεῖ καὶ φωτίζει τα γύρω. Μερικὲς φορὲς φωτίζει καὶ τὰ πολὺ μακριά. Ἂς μὴ λένε πολλά. Ὑπάρχει καὶ “ἡ σιωπηλὴ εὐγλωττία τοῦ ἁγίου βίου”. Ἀδελφοί, ἂς ὑπάρχουν Μοναστήρια! Μόνον ἂς εὐχόμαστε νὰ εἶναι ἄξια τοῦ προορισμοῦ τους. Καὶ τότε, κατὰ μία θεϊκὴ νομοτέλεια, γίνονται αὐτομάτως καὶ ἰδιότυπα ἱεραποστολικὰ κέντρα, ἀποβαίνουν πνευματικοὶ Φάροι, καθίστανται ψυχικὲς Ὀάσεις, μεταβάλλονται σὲ θεῖα Πανδοχεῖα πολλῶν “περιπεσόντων λησταῖς”… Σὲ πάρα πολλὰ ἔχει νὰ ὠφεληθεῖ ὁ κόσμος ἀπὸ τὰ Μοναστήρια.

Ὁ τρίτος: Ὁ Μοναχός, κι ἂν σιωπᾷ, κι ἂν κρύβεται, εἶναι τὸ πλέον κραυγαλέο κήρυγμα. Κήρυγμα ὄχι μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ πράξεις. Κήρυγμα ἰσχυρὸ καὶ συγκλονιστικό. Τί κηρύσσουν, ἀδελφοί μου, οἱ ἱεραπόστολοι, δηλαδὴ οἱ ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας μας, στὰ κηρύγματά τους; Τί γράφουν στὰ βιβλία τους; Ποιά εἶναι τὰ θέματά τους; Τί μᾶς προτρέπουν; Νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό, νὰ προσευχόμαστε, νὰ πολεμᾶμε τὶς κακίες μας, νὰ μετέχουμε στ ἅγια Μυστήρια, νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, νὰ εἴμαστε ταπεινοί, νὰ μὴν προσκολλόμαστε στὰ ὑλικὰ ἀγαθά, νὰ ἔχουμε τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς κ.τ.λ. κ.τ.λ. Ἀλλὰ τὰ ἴδια ἀκριβῶς δὲν κηρύσσει καὶ ὁ Μοναχὸς ὄχι μὲ τὰ λόγια του, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα του, μὲ τὸ παράδειγμά του; Ἀποφασίζω νὰ γίνω Μοναχός, ἀληθινὸς Μοναχός, σημαίνει: Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ θεῖος ἔρως, κατατρώγει τὴν ὕπαρξή μου. (Ἐννοεῖται ὅτι μιὰ τέτοια ἀγάπη συναντᾶται μὲν κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν στοὺς Μοναχούς, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μόνο καὶ ἀποκλειστικὰ ὁ Μοναχὸς ἔχει τέτοια ἀγάπη καὶ κανεὶς ἀνεξαιρέτως ἄλλος. Ὁ περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἰσχυρισμὸς θὰ ἀποτελοῦσε μονομέρεια ἀπαράδεκτη σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθοδοξία. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, εἴπαμε, διαιρεῖ ὅπως θέλει τὰ χαρίσματα. Ὁ Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης π.χ. ἦταν “κοσμικὸς” Ἱερέας. Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν πυριφλεγῆ θεϊκὸ ἔρωτα τῆς ἁγιασμένης καρδιᾶς του;). Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ νερὸ καὶ τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς μου. Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ καθημερινὴ τροφή μου. Ἡ μετάνοια εἶναι ὑπόθεση ὅλης μου τῆς ζωῆς. Τὸ “ἐγώ μου” καταδικάστηκε σὲ θάνατο. Περιφρονῶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. “Ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα ἵνα Χριστὸν κερδίσω”. Πλοῦτος, εὐμάρεια, ἀξιώματα, τιμὲς καὶ δόξες, δὲν μὲ συγκινοῦν. Τὰ ἀντιπαρέρχομαι καὶ προσηλώνω ἀτενῶς τὸ βλέμμα μου στὴν Ἄνω Ἱερουσαλήμ…

Ὅταν λοιπὸν ἀκούσεις ὅτι ὁ φίλος σου, ὁ γείτονάς σου, ὁ συγγενής σου, ὁ γνώριμός σου, ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια καὶ ἀποσύρθηκε σὲ Μοναστήρι, δὲν εἶναι σὰν νὰ ἀκοῦς ἕνα ἠχηρότατο καὶ ἐκκωφαντικὸ κήρυγμα γιὰ ὅλα τὰ παραπάνω, ἂν μάλιστα αὐτὸς ποὺ ἀναχώρησε εἶχε ἀξιόλογα προσόντα καὶ μποροῦσε νὰ ἔχει πολλὲς “ἐπιτυχίες” στὴν παροῦσα ζωή; Ὁ φίλος σου φεύγει σιωπηλά. Δὲν σὲ εἶδε πρὶν φύγει, δὲν σὲ ἀποχαιρέτισε. Ἡ πράξη του ὅμως, πράξη ἡρωική, πράξη μεγάλης θυσίας γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μιλάει ἀπὸ μόνη της. Ὁ ἦχος τῶν βημάτων τῆς ἀναχώρησής του ἀντηχεῖ εὐκρινέστατα. Καὶ δὲν θὰ σβήσει ποτέ. Θὰ τὸν ἀκοῦς σὲ ὅλη σου τὴν ζωή. Ἂς μὴ δεῖς πάλι τὸν φίλο σου. Ἢ καὶ ἂς μάθεις ὅτι πέθανε. Ἡ ἐνθύμησή του δὲν θὰ σὲ ἀφήσει ἥσυχο. Θὰ σοῦ φέρνει ἀδιαλείπτως σωτήρια ταραχὴ καὶ ἁγία ἀνησυχία. Θὰ σὲ ἐλέγχει συνεχῶς. Ἐγώ, θὰ σκέπτεσαι, δυσκολεύομαι νὰ νηστεύσω Τετάρτη καὶ Παρασκευή, ἐνῷ ἐκεῖνος… Ἐγὼ δὲν κοινώνησα οὔτε τὸ Πάσχα ἐφέτος, ἐνῷ ἐκεῖνος… Ἐγὼ μόλις καὶ μετὰ βίας λέω δύο λόγια προσευχῆς, ἐνῷ ἐκεῖνος… Ἐγὼ μαζεύω χρήματα πολλὰ καὶ σχηματίζω μεγάλη περιουσία καὶ τρέμω νὰ δώσω λίγα στοὺς φτωχούς, ἐνῷ ἐκεῖνος… Ἐγὼ ψεύδομαι καὶ κολακεύω γιὰ νὰ πετύχω κοινωνικὴ ἄνοδο, ἐνῷ ἐκεῖνος… Ἐγὼ διψῶ γιὰ τιμὲς καὶ δόξες, ἐνῷ ἐκεῖνος… Ἐγὼ κόλλησα στὴ γῆ, ἐνῷ ἐκεῖνος…

Ἀλλὰ καὶ ἄπιστος ἂν εἶσαι ἢ θρησκευτικῶς ἀδιάφορος, ἡ πράξη τοῦ φίλου ἢ τοῦ γνωστοῦ σου, πέρα ἀπὸ τὴν κατάπληξη τὴν ὁποία θὰ σοῦ προξενήσει, θὰ διαβρώνει ἀκατάπαυστα τὰ θεμέλια τῆς ἀπιστίας ἢ τῆς ἀδιαφορίας σου. Θὰ σκέπτεσαι τὴν πράξη αὐτὴ σὲ στιγμὲς νηφαλιότητας ἢ καὶ σὲ στιγμὲς πικρίας καὶ ἀπογοήτευσης ἀπὸ “τῶν τοῦ κόσμου τερπνῶν” καὶ θὰ ἀκοῦς μία φωνὴ νὰ σὲ ρωτᾷ: Μία πίστη, ποὺ ἐμπνέει τέτοιες θυσίες, μήπως δὲν εἶναι ἁπλὸ πλάσμα τῆς φαντασίας; Μία πίστη ποὺ σὲ κάνει εὐτυχισμένο, ὅταν ἐσὺ ἀρνεῖσαι τὰ πάντα καὶ ἀπορρίπτεις ὅ,τι οἱ ἄλλοι θεωροῦν σπουδαῖο, δηλ. ἡδονές, χρήματα, ἀνέσεις, προβολή, δόξα κ.τ.λ., μήπως ἔχει τὴν ἀλήθεια; Μήπως δὲν τελειώνουν ὅλα ἐδῶ; Μήπως ὑπάρχει ζωὴ μετὰ θάνατον; Μήπως αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ φίλος σου, ὁ τόσο ἄλλωστε συνετὸς καὶ εὐφυής, δὲν εἶναι μία ἡρωικὴ “τρέλλα”, ἀλλὰ μία πολὺ “ἐπικερδὴς ἐπιχείρηση”; Μήπως βρῆκε ὄντως τὸν “πολύτιμον Μαργαρίτην”, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει κάποιο βιβλίο ποὺ ὀνομάζεται Εὐαγγέλιο;…

Αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια θὰ κηρύττει σὲ μεγάλο ἀριθμὸ προσώπων τὸ παράδειγμα τοῦ Μοναχοῦ. Ποιός θὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι τὸ σιωπηλὸ αὐτό, ἀλλὰ καὶ τόσον βροντόφωνο, “κήρυγμα”, δὲν “σπάζει κόκκαλα” ὅπως λέγεται; Δὲν εἶναι κήρυγμα θεωρητικό. εἶναι κήρυγμα ἔμπρακτο. Δὲν διαρκεῖ λίγα λεπτά. Χτυπάει τὰ αὐτιά σου συνεχῶς καὶ ἀκατάπαυστα. Κυριολεκτικὰ σὲ καταδιώκει! Ὁ Μοναχός, “λαμβάνων τὸν Σταυρὸν καὶ ἀκολουθών τῷ Χριστῷ ΠΡΑΤΤΩΝ ΔΙΔΑΣΚΕΙ -καὶ διδάσκει μεγαλοφωνότατα— ὑπερορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ. ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς πράγματος ἀθανάτου”.

Εἶναι λοιπὸν ἢ δὲν εἶναι, μόνο μὲ τὸ παράδειγμά του, σαλπιγκτὴς τῆς Αἰωνιότητας ὁ Μοναχός; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὁδοδείκτης τοῦ Οὐρανοῦ; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἱεροκήρυκας καὶ ἱεραπόστολος;…»

«ΑΘΩΝΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ», φύλλο Ὀκτωβρίου – Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 1980.

Ἀπόδοση στὰ νέα Ἑλληνικά

Γεώργιος Τέζας – Φιλόλογος

 

ΠΗΓΗ: “ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ”

ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Ι. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ

ΑΝΑΤΥΠΩΣΙΣ ΥΠΟ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ

ΔΑΝΙΗΛΑΙΩΝ 1989