Ἐννόημα
    Ἐννόημα
  • !

    «Τί εἶναι Κόλαση;»
    Καὶ λέω πὼς εἶναι «τὸ μαρτύριο τοῦ νὰ μὴν ἀγαπάει κανείς».
    Μιὰ φορά, μέσα στὸ ἄπειρο, τὸ ἄμετρο σὲ χρόνο καὶ σὲ διάστημα, δόθηκε σὲ μιὰ πνευματικὴ ὕπαρξη -μὲ τὴν ἐμφάνισή της στὴ γῆ ἡ δυνατότητα νὰ πεῖ στὸν ἑαυτό της:
    «Ὑπάρχω κι ἀγαπῶ».

  • !

    Αὐτὴ ἡ εὐτυχισμένη ὕπαρξη ἀρνήθηκε τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο, δὲν τὸ ἐκτίμησε, δὲν τὸ ἀγάπησε, τὸ κοίταξε κοροϊδευτικὰ κι ἔμεινε ἀναίσθητη.

  • !

    «Τώρα πιὰ κατέχω τὴ γνώση καί, ἂν καὶ διψάω ν’ ἀγαπήσω. δὲ θὰ ὑπάρχει πιὰ κανένας ἆθλος στὴν ἀγάπη μου, δὲ θὰ ὑπάρχει οὔτε θυσία γιατί τέλειωσε ἡ ἐπίγεια ζωή μου καὶ δὲ θά ‘ρθει ὁ Ἀβραὰμ νὰ μοῦ δώσει ἔστω καὶ μιὰ σταγόνα ζῶντος ὕδατος (δηλαδὴ νὰ μοῦ ξαναδώσει τὸ δῶρο τῆς ἐπίγειας ζωῆς ποὺ εἶχα πρῶτα) γιὰ νὰ δροσίσει τὴ φλόγα τῆς δίψας μου γιὰ πνευματικὴ ἀγάπη, ποὺ μὲ φλογίζει τώρα καὶ ποὺ τὴν περιφρόνησα ὅσο ἤμουν στὴ γῆ. Δὲν ἔχω πιὰ ζωὴ καὶ δὲ θὰ ὑπάρξει πιὰ καιρός! Κι ἂν ἀκόμα θὰ ‘μουν πρόθυμος νὰ θυσιάσω τὴ ζωή μου γιὰ τοὺς ἄλλους, εἶναι ἀργὰ πιά, γιατί πέρασε ἐκείνη ἡ ζωὴ ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ τὴν κάνω θυσία στὴν ἀγάπη καὶ τώρα μιὰ ἄβυσσος χωρίζει ἐκείνη τὴ ζωὴ ἀπ’ τὴν τωρινή μου ὕπαρξη».

  • !

    Μὰ οὔτε καὶ εἶναι δυνατὸ νὰ τοὺς ἀπαλλάξει κανεὶς ἀπ’ αὐτὸ τὸ ψυχικὸ μαρτύριο, γιατί δὲν εἶναι ἐξωτερικὸ μὰ τό ‘χουν μέσα τους.

  • !

    Ὡστόσο σκέφτομαι ταπεινὰ πὼς ὅταν θὰ παραδεχτοῦν πὼς τοὺς εἶναι ἀδύνατο, θὰ ξαλαφρώσουν κάπως γιατί, παίρνοντας τὴν ἀγάπη τῶν δικαίων καὶ μὴ ἔχοντας τὴ δυνατότητα νὰ τὴν ἀνταποδώσουν, θὰ ὑποταχτοῦν καὶ θὰ ταπεινωθοῦν καὶ θὰ κερδίσουν ἔτσι κάτι σὰν ὁμοίωμα τῆς ἐνεργητικῆς ἀγάπης, ποὺ περιφρόνησαν στὴ γῆ, καὶ μιᾶς πράξης ποὺ κάπως μοιάζει μὲ ἐκείνην

  • !

    Ω, ὑπάρχουν κι ἄνθρωποι ποὺ φτάσανε στὴν Κόλαση ἀλαζόνες καὶ θηριώδεις, παρ’ ὅλη τὴν ἀδιαφιλονίκητη γνώση καὶ τὴν ἐνατένιση τῆς ἀναντίρρητης ἀλήθειας.

  • !

    Δὲν μποροῦν νὰ κοιτάζουν χωρὶς μῖσος τὸ Θεὸ καὶ ἀπαιτοῦν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεὸς τῆς ζωῆς, ἀπαιτοῦν νὰ αὐτοεκμηδενιστεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ καταστρέψει τὴ δημιουργία του. Καὶ θὰ καίγονται εἰς τὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα στὶς φλόγες τῆς ὀργῆς τους, διψῶντας τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνυπαρξία.

Κόλαση εἶναι τὸ μαρτύριο τοῦ νὰ μὴν ἀγαπάει κανείς

 

Πατέρες καὶ δάσκαλοι, σκέφτομαι:

«Τί εἶναι Κόλαση;»

Καὶ λέω πὼς εἶναι «τὸ μαρτύριο τοῦ νὰ μὴν ἀγαπάει κανείς».

Μιὰ φορά, μέσα στὸ ἄπειρο, τὸ ἄμετρο σὲ χρόνο καὶ σὲ διάστημα, δόθηκε σὲ μιὰ πνευματικὴ ὕπαρξη -μὲ τὴν ἐμφάνισή της στὴ γῆ ἡ δυνατότητα νὰ πεῖ στὸν ἑαυτό της:

«Ὑπάρχω κι ἀγαπῶ».

Μιὰ φορά, μονάχα μιὰ φορά, τῆς δόθηκε μιὰ στιγμὴ ἀγάπης ἐνεργητικῆς, ζώσης, καὶ γι’ αὐτό τῆς δόθηκε ἡ ἐπίγεια ζωὴ καὶ μαζὶ μ’ αὐτὴν ὁ καιρὸς καὶ οἱ διορίες. Καὶ τί ἔγινε λοιπόν; Αὐτὴ ἡ εὐτυχισμένη ὕπαρξη ἀρνήθηκε τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο, δὲν τὸ ἐκτίμησε, δὲν τὸ ἀγάπησε, τὸ κοίταξε κοροϊδευτικὰ κι ἔμεινε ἀναίσθητη. Ὅταν μιὰ τέτοια ὕπαρξη φύγει ἀπ’ τὴ γῆ, βλέπει τοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, κουβεντιάζει μὲ τὸν Ἀβραάμ, ὅπως μᾶς λέει ἡ παραβολὴ περὶ Λαζάρου καὶ πλουσίου, ἀτενίζει καὶ τὸν Παράδεισο, μπορεῖ νὰ πλησιάσει καὶ τὸν Kύριο, μὰ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ μαρτύριό της, ὅτι ἀνεβαίνει στὸ Θεὸ χωρὶς νά ‘χει ἀγαπήσει, γιατί ἀγγίζει ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀγαπήσει καὶ ποὺ αὐτὴ εἶχε περιφρονήσει τὴν ἀγάπη τους. Γιατί τώρα βλέπει καθαρὰ καὶ θὰ πεῖ μόνος του στὸν ἑαυτό του: «Τώρα πιὰ κατέχω τὴ γνώση καί, ἂν καὶ διψάω ν’ ἀγαπήσω. δὲ θὰ ὑπάρχει πιὰ κανένας ἆθλος στὴν ἀγάπη μου, δὲ θὰ ὑπάρχει οὔτε θυσία γιατί τέλειωσε ἡ ἐπίγεια ζωή μου καὶ δὲ θά ‘ρθει ὁ Ἀβραὰμ νὰ μοῦ δώσει ἔστω καὶ μιὰ σταγόνα ζῶντος ὕδατος (δηλαδὴ νὰ μοῦ ξαναδώσει τὸ δῶρο τῆς ἐπίγειας ζωῆς ποὺ εἶχα πρῶτα) γιὰ νὰ δροσίσει τὴ φλόγα τῆς δίψας μου γιὰ πνευματικὴ ἀγάπη, ποὺ μὲ φλογίζει τώρα καὶ ποὺ τὴν περιφρόνησα ὅσο ἤμουν στὴ γῆ. Δὲν ἔχω πιὰ ζωὴ καὶ δὲ θὰ ὑπάρξει πιὰ καιρός! Κι ἂν ἀκόμα θὰ ‘ μουν πρόθυμος νὰ θυσιάσω τὴ ζωή μου γιὰ τοὺς ἄλλους, εἶναι ἀργὰ πιά, γιατί πέρασε ἐκείνη ἡ ζωὴ ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ τὴν κάνω θυσία στὴν ἀγάπη καὶ τώρα μιὰ ἄβυσσος χωρίζει ἐκείνη τὴ ζωὴ ἀπ’ τὴν τωρινή μου ὕπαρξη».

Μιλᾶνε γιὰ φλόγες ὑλικὲς ποὺ ἔχει ἡ Κόλαση: δὲν ἐξετάζω αὐτὸ τὸ μυστήριο γιατί τρομάζω, μὰ σκέφτομαι πὼς κι ἂν ἀκόμα ὑπῆρχαν ὑλικὲς φλόγες, τότε, μὰ τὴν ἀλήθεια, οἱ κολασμένοι θὰ τὶς δέχονταν μὲ χαρὰ γιατί μὲ τὰ σωματικὰ μαρτύρια θὰ ξεχνοῦσαν, ἔστω καὶ γιὰ μιὰ στιγμή, τὸ ψυχικὸ μαρτύριο ποὺ εἶναι πολὺ πιὸ τρομερό. Μὰ οὔτε καὶ εἶναι δυνατὸ νὰ τοὺς ἀπαλλάξει κανεὶς ἀπ’ αὐτὸ τὸ ψυχικὸ μαρτύριο, γιατί δὲν εἶναι ἐξωτερικὸ μὰ τό ‘χουν μέσα τους. Μὰ κι ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ τοὺς ἀπαλλάξουν, τότε, ἔτσι νομίζω, θὰ γίνονταν ἀκόμα πιὸ πικρὰ δυστυχισμένοι. Γιατί κι ἂν ἀκόμα τοὺς συγχωροῦσαν οἱ δίκαιοι ἀπ’ τὸν Παράδεισο, βλέποντας τὰ μαρτύριά τους καὶ τοὺς καλοῦσαν κοντά τους ἀγαπῶντας τους ἀπεριόριστα, καὶ πάλι τὰ μαρτύριά τους θὰ μεγάλωναν, γιατί ἴσα ἴσα μ’ αὐτὴ τὴ συγγνώμη θὰ μεγάλωνε καὶ ἡ δίψα τους γιὰ ἀνταπόδοση ἀγάπης, γιὰ ἀγάπη ἐνεργητικὴ καὶ γεμάτη εὐγνωμοσύνη, ποὺ τοὺς εἶναι ἀδύνατο πιὰ νὰ δείξουν. Ὡστόσο σκέφτομαι ταπεινὰ πὼς ὅταν θὰ παραδεχτοῦν πὼς τοὺς εἶναι ἀδύνατο, θὰ ξαλαφρώσουν κάπως γιατί, παίρνοντας τὴν ἀγάπη τῶν δικαίων καὶ μὴ ἔχοντας τὴ δυνατότητα νὰ τὴν ἀνταποδώσουν, θὰ ὑποταχτοῦν καὶ θὰ ταπεινωθοῦν καὶ θὰ κερδίσουν ἔτσι κάτι σὰν ὁμοίωμα τῆς ἐνεργητικῆς ἀγάπης, ποὺ περιφρόνησαν στὴ γῆ, καὶ μιᾶς πράξης ποὺ κάπως μοιάζει μὲ ἐκείνην… Λυπᾶμαι, ἀδερφοὶ καὶ φίλοι μου, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ πῶ πιὸ καθαρὰ αὐτό. Ὅμως, ἀλλοίμονο σὲ κείνους ποὺ αὐτοκαταστράφηκαν πάνω στὴ γῆ, ἀλλοίμονο σὲ κείνους ποὺ αὐτοκτόνησαν! Νομίζω πὼς δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν πιὸ δυστυχισμένοι ἀπ’ αὐτούς. Εἶναι ἁμαρτία, μᾶς λένε, νὰ προσευχόμαστε γι’ αὐτοὺς στὸ Θεὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἐξωτερικά, σάμπως νὰ τοὺς ἀποδιώχνει, μὰ ἡ ψυχή μου λέει πὼς θὰ μπορούσαμε νὰ δεηθοῦμε καὶ γι’ αὐτούς. Δὲ θὰ θυμώσει ὁ Χριστὸς γιὰ ἕνα δεῖγμα ἀγάπης. Ἐγὼ προσευχόμουν ὅλη μου τὴ ζωὴ μέσα μου γι’ αὐτούς, σᾶς τὸ ἐξομολογοῦμαι, πατέρες καὶ δάσκαλοι, μὰ καὶ τώρα προσεύχομαι κάθε μέρα.

Ω, ὑπάρχουν κι ἄνθρωποι ποὺ φτάσανε στὴν Κόλαση ἀλαζόνες καὶ θηριώδεις, παρ’ ὅλη τὴν ἀδιαφιλονίκητη γνώση καὶ τὴν ἐνατένιση τῆς ἀναντίρρητης ἀλήθειας. Ὑπάρχουν μερικοὶ φρικαλέοι ποὺ πῆγαν μὲ τὸ μέρος τοῦ Σατανᾶ καὶ τὸ ἀλαζονικὸ πνεῦμα του. Αὐτοὶ θέλανε μονάχοι τους τὴν Κόλαση καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὴ χορτάσουν. Αὐτοὶ εἶναι πιὰ ἐθελοντὲς κολασμένοι. Καταράστηκαν μονάχοι τους τὸν ἑαυτό τους γιατί καταράστηκαν τὸ Θεὸ καὶ τὴ ζωή. Τρέφονται μὲ τὴν ἄγρια ἀλαζονεία τους, ὅπως ἕνας πεινασμένος ποὺ βρέθηκε στὴν ἔρημο κι ἄρχισε νὰ βυζαίνει τὸ ἴδιο του τὸ αἷμα. Μὰ δὲ θὰ χορτάσουν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων γιατί δὲ δέχονται νὰ τοὺς συγχωρέσουν καὶ καταριῶνται τὸ Θεὸ ποὺ τοὺς καλεῖ κοντά του. Δὲν μποροῦν νὰ κοιτάζουν χωρὶς μῖσος τὸ Θεὸ καὶ ἀπαιτοῦν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεὸς τῆς ζωῆς, ἀπαιτοῦν νὰ αὐτοεκμηδενιστεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ καταστρέψει τὴ δημιουργία του. Καὶ θὰ καίγονται εἰς τὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα στὶς φλόγες τῆς ὀργῆς τους, διψῶντας τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνυπαρξία. Μὰ δὲν θὰ τὸν λάβουν τὸ θάνατο.