Αγία Γραφή
Ωσ. 11,1 Ὄρθρου ἀπεῤῥίφησαν, ἀπεῤῥίφη βασιλεὺς Ἰσραήλ· ὅτι νήπιος Ἰσραήλ, καὶ ἐγὼ ἠγάπησα αὐτὸν καὶ ἐξ Αἰγύπτου μετεκάλεσα τὰ τέκνα αὐτοῦ.
Ωσ. 11,1 Ωσάν εις όρθρον, όταν ακόμη εκοιμώντο, απερρίφθησαν αιφνιδίως οι Ισραηλίται. Απερρίφθη ο βασιλεύς του Ισραήλ. Οταν ο ισραηλιτικός λαός διήρχετο την νηπιακήν του ηλικίαν, εγώ τον ηγάπησα και τον εκάλεσα από την Αίγυπτον, αυτόν και τους απογόνους του.
Ωσ. 11,2 καθὼς μετεκάλεσα αὐτούς, οὕτως ἀπῴχοντο ἐκ προσώπου μου· αὐτοὶ τοῖς Βααλεὶμ ἔθυον καὶ τοῖς γλυπτοῖς ἐθυμίων.
Ωσ. 11,2 Με όσην αγάπην και δύναμιν εκάλεσα αυτούς από την δουλείαν της Αιγύπτου, με τόσην ορμήν και αδιαφορίαν απεμακρύνθησαν από εμέ. Αυτοί εθυσίαζαν εις τα διάφορα αγάλματα του Βααλ και προσέφεραν θυμιάματα εις τα γλυπτά είδωλα.
Ωσ. 11,3 καὶ ἐγὼ συνεπόδισα τὸν Ἐφραίμ, ἀνέλαβον αὐτὸν ἐπὶ τὸν βραχίονά μου, καὶ οὐκ ἔγνωσαν ὅτι ἴαμαι αὐτούς.
Ωσ. 11,3 Εγώ εν τούτοις είμαι εκείνος που έμαθα τον λαόν του Ισραήλ να στέκεται εις τα πόδια του και να βαδίζη. Τον επήρα εις την αγκαλιά μου· άλλα αυτοί δεν ανεγνώρισαν ότι εγώ τους εθεράπευσα και τους εγλύτωσα από τα δεινά της δουλείας.
Ωσ. 11,4 ἐν διαφθορᾷ ἀνθρώπων ἐξέτεινα αὐτοὺς ἐν δεσμοῖς ἀγαπήσεώς μου καὶ ἔσομαι αὐτοῖς ὡς ῥαπίζων ἄνθρωπος ἐπὶ τὰς σιαγόνας αὐτοῦ· καὶ ἐπιβλέψομαι πρὸς αὐτόν, δυνήσομαι αὐτῷ.
Ωσ. 11,4 Ανθρωποι εξωλοθρεύθησαν, όταν εγώ ήπλωνα προς αυτούς τα χέρια μου εν τω δεσμώ της αγάπης μου. Εγώ θα είμαι δι' αυτούς, όπως ο στοργικός πατήρ, ο οποίος ραπίζει τας παρειάς του παιδιού του εις διόρθωσιν. Θα επιβλέψω με στοργήν προς τον λαόν αυτόν και με την άπειρον δύναμίν μου θα τον σώσω.
Ωσ. 11,5 κατῴκησεν Ἐφραὶμ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ Ἀσσοὺρ αὐτὸς βασιλεὺς αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἠθέλησεν ἐπιστρέψαι.
Ωσ. 11,5 Αλλά ο ισραηλιτικός λαός δια τας αμαρτίας μου μετεφέρθη αιχμάλωτος εις την χώραν της Αιγύπτου. Οι Ασσύριοι θα βασιλεύουν επάνω εις αυτόν, διότι δεν ηθέλησε να επιστρέψη εν μετανοία προς τον Θεόν του.
Ωσ. 11,6 καὶ ἠσθένησε ῥομφαία ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτοῦ καὶ κατέπαυσεν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, καὶ φάγονται ἐκ τῶν διαβουλίων αὐτῶν.
Ωσ. 11,6 Η πολεμική του ρομφαία έγινε ασθενής και αδύνατος δια την υπεράσπισιν των πόλεών του. Τα χέρια του ητόνησαν και έπαυσαν να την χειρίζωνται. Ετσι δε θα φάγουν και θα απολαύσουν τους καρπούς των κακών επιθυμιών και αποφάσεών των.
Ωσ. 11,7 καὶ ὁ λαὸς αὐτοῦ ἐπικρεμάμενος ἐκ τῆς κατοικίας αὐτοῦ, καὶ ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ τίμια αὐτοῦ θυμωθήσεται, καὶ οὐ μὴ ὑψώσῃ αὐτόν.
Ωσ. 11,7 Ο ταλαιπωρημένος τότε εις την εξορίαν του Ισραηλιτικός λαός, θα λαχταρά και θα κρέμαται δια την πάτριον γην. Ο Θεός όμως δια τας αμαρτίας του έχει οργισθή εναντίον των πολυτίμων του πραγμάτων, δηλαδή εναντίον του λαού, της χώρας και του ναού. Δεν θα ενισχύση εις επάνοδον και δεν θα δοξάση τον ισραηλιτικόν λαόν.
Ωσ. 11,8 τί σε διαθῶμαι, Ἐφραίμ; ὑπερασπιῶ σου, Ἰσραήλ; τί σε διαθῷ; ὡς Ἀδαμὰ θήσομαί σε καὶ ὡς Σεβνείμ; μετεστράφη ἡ καρδία μου ἐν τῷ αὐτῷ, συνεταράχθη ἡ μεταμέλειά μου.
Ωσ. 11,8 Πως να διατεθώ απέναντί σου, ισραηλιτικέ λαέ; Να σε υπερασπίσω από τους εχθρούς, που σε απειλούν και σε θλίβουν; Πως να σε μεταχειρισθώ; Να σε φέρω εις την κατάστασιν των πόλεων Αδαμά και Σεβνείμ, που κατεστράφησαν; Συνεοτράφη εντός μου η καρδία μου, συνεκλονίσθη η μεταμέλειά μου.
Ωσ. 11,9 οὐ μὴ ποιήσω κατὰ τὴν ὀργὴν τοῦ θυμοῦ μου, οὐ μὴ ἐγκαταλίπω τοῦ ἐξαλειφθῆναι τὸν Ἐφραίμ· διότι Θεὸς ἐγώ εἰμι καὶ οὐκ ἄνθρωπος· ἐν σοὶ ἅγιος, καὶ οὐκ εἰσελεύσομαι εἰς πόλιν.
Ωσ. 11,9 Δεν θα πράξω, όπως μου υπαγορεύει η δικαία οργή του θυμού μου. Δεν θα εγκαταλείψω τους Ισραηλίτας, ώστε να εξαφανισθούν από προσώπου της γης, διότι εγώ είμαι Θεός και οχι άνθρωπος. Υπάρχουν και κάποιοι πιστοί και δίκαιοι ανάμεσα στον λαόν σου, Ισραήλ. Δια τούτο δεν θα εισέλθω εις τας πόλεις σου, δια να καταστρέψω αυτάς εξ ολοκλήρου.
Ωσ. 11,10 ὀπίσω Κυρίου πορεύσομαι· ὡς λέων ἐρεύξεται, ὅτι αὐτὸς ὠρύσεται, καὶ ἐκστήσονται τέκνα ὑδάτων.
Ωσ. 11,10 Και ο Ισραήλ συντετριμμένος από την αγάπην του Κυρίου λέγει· “οπίσω από τον Κυριον θα πορευθώ. Ο Κυριος θα βρυχηθή ως λέων. Οταν δε εκείνος βρυχηθή ως λέων εν τη δυνάμει του, όλοι θα ταραχθούν όπως ταράσσονται τα ψάρια εις απροσδόκητον θόρυβον των υδάτων”.
Ωσ. 11,11 ἐκστήσονται ὡς ὄρνεον ἐξ Αἰγύπτου καὶ ὡς περιστερὰ ἐκ γῆς Ἀσσυρίων· καὶ ἀποκαταστήσω αὐτούς εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν, λέγει Κύριος.
Ωσ. 11,11 Οι Ισραηλίται θα πτερυγίσουν από την Αίγυπτον ωσάν πτηνά, ωσάν περιστεραί από την χώραν των Ασσυρίων. Εγώ δε θα αποκαταστήσω αυτούς εις τας οικίας των, λέγει ο Κυριος.
Ωσ. 12,1 Ἐκύκλωσέ με ἐν ψεύδει Ἐφραὶμ καὶ ἐν ἀσεβείας οἶκος Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα. νῦν ἔγνω αὐτοὺς ὁ Θεός, καὶ λαὸς ἅγιος κεκλήσεται Θεοῦ.
Ωσ. 12,1 Με περιεκύκλωσαν οι Ισραηλίται με τας ψευδαλογίας των, με τας ασεβείας των η φυλή Ισραήλ και Ιούδα. Ο Θεός όμως αποβλέπων εις μετάνοιάν των θα τους δεχθή και θα τους αναγνωρίση ως λαόν του. Και έτσι αυτοί θα κληθούν πάλιν λαός άγιος του Θεού.
Ωσ. 12,2 ὁ δὲ Ἐφραὶμ πονηρὸν πνεῦμα ἐδίωξε, καύσωνα ὅλην τὴν ἡμέραν· κενὰ καὶ μάταια ἐπλήθυνε καὶ διαθήκην μετὰ Ἀσσυρίων διέθετο, καὶ ἔλαιον εἰς Αἴγυπτον ἐνεπορεύετο.
Ωσ. 12,2 Προηγουμένως όμως ο Ισραηλιτικός λαός αφέθη να στροβιλισθή εις βίαιον άνεμον, ερρίφθη εις φοβερόν καύσωνα καθ' όλας τας ημέρας της ζωής του. Πολλά κούφια και ψευδή αγάλματα κατεσκεύασε. Συνήψε συμφωνίαν με τους Ασσυρίους, και έλαιον φιλίας διεπραγματεύετο εις την Αίγυπτον.
Ωσ. 12,3 καὶ κρίσις τῷ Κυρίῳ πρὸς Ἰούδαν τοῦ ἐκδικῆσαι τὸν Ἰακώβ· κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ κατὰ τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ ἀποδώσει αὐτῷ.
Ωσ. 12,3 Ο Κυριος θα κρίνη και θα δικάση εκ παραλλήλου προς τον ισραηλιτικόν λαόν και αυτήν την φυλήν του Ιούδα όλους τους απογόνους του Ιακώβ. Θα αποδώση εις αυτούς ανάλογα προς τα καικά έργα των, προς τας πορείας της ζωής των.
Ωσ. 12,4 ἐν τῇ κοιλίᾳ ἐπτέρνισε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἐν κόποις αὐτοῦ ἐνίσχυσε πρὸς Θεὸν
Ωσ. 12,4 Αλλοτε ο Ιακώβ, εις την κοιλίαν της μητρός του, υπεσκέλισε τον αδελφόν του τον Ησαύ, με κόπον δε εις πάλην μετά του Θεού υπερίσχυσεν αυτού.
Ωσ. 12,5 καὶ ἐνίσχυσε μετὰ ἀγγέλου, καὶ ἠδυνάσθη. ἔκλαυσαν καὶ ἐδεήθησάν μου, ἐν τῷ οἴκῳ Ὦν εὕροσάν με, καὶ ἐκεῖ ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς.
Ωσ. 12,5 Επάλαισεν εναντίον του αγγέλου και ανεδείχθη ισχυρότερος. Εκλαυσαν και με θερμάς δεήσεις με παρεκάλεσαν οι Ισραηλίται. Με ευρήκαν εις την Βαιθήλ, η οποία έγινε οίκος του ειδώλου Ων, και εκεί ωμίλησα προς αυτούς.
Ωσ. 12,6 ὁ δὲ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ἔσται μνημόσυνον αὐτοῦ.
Ωσ. 12,6 Είπα· Κυριος ο Θεός ο παντοκράτωρ, αυτός να είναι πάντοτε εις την μνήμην και την καρδίαν του λαού.
Ωσ. 12,7 καὶ σὺ ἐν Θεῷ σου ἐπιστρέψεις· ἔλεον καὶ κρίμα φυλάσσου καὶ ἔγγιζε πρὸς τὸν Θεόν σου διαπαντός. -
Ωσ. 12,7 Και συ, λαέ, πρέπει να επιστρέψης προς τον Θεόν σου. Φυλαττε ευσπλαγχνίαν και δικαιοσύνην και έτσι πλησίαζε προς τον Θεόν σου δια παντός.
Ωσ. 12,8 Χαναὰν ἐν χειρὶ αὐτοῦ ζυγὸς ἀδικίας, καταδυναστεύειν ἠγάπησε.
Ωσ. 12,8 Οι κάτοικοι της Χαναάν κρατούν εις τα χέρια των ζυγόν άδικον. Αγαπούν να καταδυναστεύουν και εκμεταλλεύωνται τους άλλους.
Ωσ. 12,9 καὶ εἶπε Ἐφραίμ· πλὴν πεπλούτηκα, εὕρηκα ἀναψυχὴν ἐμαυτῷ. πάντες οἱ πόνοι αὐτοῦ οὐχ εὑρεθήσονται αὐτῷ, δι᾿ ἀδικίας ἃς ἥμαρτεν.
Ωσ. 12,9 Αλλά και ο ισραηλιτικός λαός είπε· Εγώ εν τούτοις έχω πλουτήσει· ευρήκα και εξησφάλισα δια τον εαυτόν μου άνετον και ευχάριστον ζωήν. Αλλά όλοι αυτοί οι κόποι του δεν θα αποβούν εις δικαίωσίν του και στο καλόν του εξ αιτίας των αδικιών, τας οποίας διέπραξε.
Ωσ. 12,10 ἐγὼ δὲ Κύριος ὁ Θεός σου ἀνήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἔτι κατοικιῶ σε ἐν σκηναῖς καθὼς ἡμέρᾳ ἑορτῆς.
Ωσ. 12,10 Εγώ, ο Κυριος και Θεός σου, ο οποίος ελευθέρους σας έφερα από την γην της Αιγύπτου, θα σας διώξω από τας κατοικίας σας και θα σας βάλω να κατοικήσετε κάτω από σκηνάς, όπως κατά την ημέραν της εορτής της Σκηνοπηγίας.
Ωσ. 12,11 καὶ λαλήσω πρὸς προφήτας, καὶ ἐγὼ ὁράσεις ἐπλήθυνα καὶ ἐν χερσὶ προφητῶν ὡμοιώθην.
Ωσ. 12,11 Εγώ, ομιλώ προς τους προφήτας, εγώ έδειξα εις αυτούς πολυάριθμα οράματα. Δια μέσου αυτών ως δια των χειρών των, παρουσιάσθην στον λαόν.
Ωσ. 12,12 εἰ μὴ Γαλαὰδ ἐστιν, ἄρα ψευδεῖς ἦσαν ἐν Γαλγὰλ ἄρχοντες θυσιάζοντες, καὶ τὰ θυσιαστήρια αὐτῶν ὡς χελῶναι ἐπὶ χέρσον ἀγροῦ.
Ωσ. 12,12 Εις την Γαλαάδ δεν υπάρχει, ειμή αμαρτωλότης και ειδωλολατρεία. Αρα και αυτοί και οι άρχοντες εις Γαλγαλα, εφ' όσον εθυσίαζαν εις τα είδωλα, ήσαν ψευδολόγοι και απατεώνες. Και τα θυσιαστήρια αυτών είναι πολυάριθμα εις την χώραν, όπως αι χελώναι στους χέρσους αγρούς.
Ωσ. 12,13 καὶ ἀνεχώρησεν Ἰακὼβ εἰς πεδίον Συρίας, καὶ ἐδούλευσεν Ἰσραὴλ ἐν γυναικὶ καὶ ἐν γυναικὶ ἐφυλάξατο.
Ωσ. 12,13 Ο Ιακώβ είχεν αναχωρήσει εις την πεδιάδα της Συρίας, ειργάσθη εκεί ως δούλος δια την απόκτησιν της συζύγου. Προς χάριν της γυναικός του αυτής εφύλαξε πρόβατα.
Ωσ. 12,14 καὶ ἐν προφήτῃ ἀνήγαγε Κύριος τὸν Ἰσραὴλ ἐκ γῆς Αἰγύπτου, καὶ ἐν προφήτῃ διεφυλάχθη.
Ωσ. 12,14 Ο Κυριος όμως, δια μέσου του προφήτου Μωϋσέως ανέβασε τον πολυάριθμον ισραηλιτικόν λαόν από την χώραν της δουλείας, από την Αίγυπτον, και υπό την καθοδήγησιν και ηγεσίαν αυτού του προφήτου διετηρήθη ο λαός.
Ωσ. 12,15 ἐθύμωσεν Ἐφραὶμ καὶ παρώργισε, καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτὸν ἐκχυθήσεται, καὶ τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ Κύριος.
Ωσ. 12,15 Ο Ισραηλιτικός όμως λαός, παραβλέπων τας τόσας δωρεάς του Θεού, εφέρθη προκλητικώς απέναντί του. Εξώργισε τον Θεόν εναντίον του. Δια τούτο και εξ αιτίας των αμαρτιών του θα χυθή επάνω του το αίμα της φυλής του, διότι ο Κυριος θα ανταποδώση εις αυτόν τους ονειδισμούς και τας ύβρεις του.
Ωσ. 13,1 Κατὰ τὸν λόγον Ἐφραὶμ δικαιώματα ἔλαβεν αὐτὸς ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ ἔθετο αὐτὰ τῇ Βάαλ καὶ ἀπέθανε.
Ωσ. 13,1 Ωμιλούσεν από θέσεως ισχύος η του Εφραίμ και εζητούσε και ελάμβανε δικαιώματα από τον ισραηλιτικόν λαόν, τα οποία εν τούτοις κατέθετεν στο είδωλον Βαάλ. Δια τούτο και επέσυρε την καταστροφήν της.
Ωσ. 13,2 καὶ νῦν προσέθεντο τοῦ ἁμαρτάνειν ἔτι, καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς χώνευμα ἐκ τοῦ ἀργυρίου αὐτῶν κατ᾿ εἰκόνα εἰδώλων, ἔργα τεκτόνων συντετελεσμένα αὐτοῖς· αὐτοὶ λέγουσι· θύσατε ἀνθρώπους, μόσχοι γὰρ ἐκλελοίπασι.
Ωσ. 13,2 Αλλά και τώρα οι της φυλής Εφραίμ εξακολουθούν ακόμη να αμαρτάνουν. Κατεσκεύασαν αγάλματα χωνευτά από τον άργυρόν των κατά τας εικόνας των ειδώλων, έργα τεχνιτών, κατεσκευασμένα από χέρια ανθρώπων. Επάνω δε εις την αλλοφροσύνην της ειδωλολατρείας των λέγουν· “θυσιάσατε ανθρώπους, διότι δεν υπάρχουν πλέον μόσχοι”.
Ωσ. 13,3 διὰ τοῦτο ἔσονται ὡς νεφέλη πρωϊνὴ καὶ ὡς δρόσος ὀρθρινὴ πορευομένη, ὥσπερ χνοῦς ἀποφυσώμενος ἀφ᾿ ἅλωνος καὶ ὡς ἀτμὶς ἀπό δακρύων.
Ωσ. 13,3 Εξ αιτίας της διαφθοράς και ειδωλολατρείας των αυτής, θα γίνουν και θα σβήσουν ωσάν την πρωϊνήν ομίχλην, η οποία διαλύεται. Ωσάν την πρωϊνήν δρόσον, η οποία ταχέως παρέρχεται, όπως το χνούδι, το οποίον φυσά ο άνεμος μακρυά από το αλώνι. Ωσάν το δάκρυον από τα μάτια.
Ωσ. 13,4 ἐγὼ δὲ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ στερεῶν τὸν οὐρανὸν καὶ κτίζων γῆν, οὗ αἱ χεῖρες ἔκτισαν πᾶσαν τὴν στρατιὰν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ οὐ παρέδειξά σοι αὐτὰ τοῦ πορεύεσθαι ὀπίσω αὐτῶν· καὶ ἐγὼ ἀνήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, καὶ Θεὸν πλὴν ἐμοῦ οὐ γνώσῃ, καὶ σῴζων οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ.
Ωσ. 13,4 Εγώ όμως είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος εστερέωσα τον ουρανόν και έκτισα την γην. Εγώ είμαι εκείνος, του οποίου αι χείρες εδημιούργησαν όλην την στρατιάν των αστέρων του ουρανού και όχι μόνον δεν σου υπέδειξα αλλά και ρητώς σου απηγόρευσα να τα μεταβάλλης εις είδωλα και να τα ακολουθής ως εάν ήσαν θεοί. Εγώ σε εβγαλα ελεύθερον από την γην της Αιγύπτου, δια τούτο δεν πρέπει να γνωρίσης και να λατρεύσης και να ακολουθήσης άλλον Θεόν πλην εμού. Εγώ είμαι εκείνος ο οποίος δίδω σωτηρίαν, και εκτός εμού δεν υπάρχει άλλος.
Ωσ. 13,5 ἐγὼ ἐποίμανόν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐν γῇ ἀοικήτῳ
Ωσ. 13,5 Εγώ σε καθοδηγούσα και σε διέτρεφα εις την έρημον, εις χώραν ακατοίκητον.
Ωσ. 13,6 κατὰ τὰς νομὰς αὐτῶν. καὶ ἐνεπλήσθησαν εἰς πλησμονὴν καὶ ὑψώθησαν αἱ καρδίαι αὐτῶν· ἕνεκα τούτου ἐπελάθοντό μου.
Ωσ. 13,6 Εχορηγούσα στους προγόνους σου τας απαραιτήτους τροφάς. Εκείνοι δε έφαγον καθ' υπερβολήν, εχορτάσθησαν με το παραπάνω, υπερηφανεύθησαν αι καρδίαι των μέσα εις την αφθονίαν των αγαθών και ένεκα τούτου με ελησμόνησαν και με εγατέλειψαν.
Ωσ. 13,7 καὶ ἔσομαι αὐτοῖς ὡς πανθὴρ καὶ ὡς πάρδαλις κατὰ τὴν ὁδὸν Ἀσσυρίων·
Ωσ. 13,7 Δια τούτο εγώ θα είμαι δι' αυτούς ως άγριος πάνθηρ, ως λεοπάρδαλις εις την οδόν των προς την Ασσυρίαν.
Ωσ. 13,8 ἀπαντήσομαι αὐτοῖς ὡς ἄρκος ἀπορουμένη καὶ διαῤῥήξω συγκλεισμὸν καρδίας αὐτῶν, καὶ καταφάγονται αὐτοὺς ἐκεῖ σκύμνοι δρυμοῦ, θηρία ἀγροῦ διασπάσει αὐτούς.
Ωσ. 13,8 Θα ορμήσω εναντίον των ωσάν άρκτος αγριεμένη από την πείναν. Θα διαρρήξω το στήθος των, το οποίον περικλείει την αμαρτωλήν καρδίαν των. Εκεί θα τους καταφάγουν νεαροί πεινασμένοι λέοντες του δρυμού. Θηρία του αγρού θα τους κατασπαράξουν.
Ωσ. 13,9 τῇ διαφθορᾷ σου, Ἰσραήλ, τίς βοηθήσει;
Ωσ. 13,9 Εις αυτήν λοιπόν την καταστροφήν σου, ποιός, ω ισραηλιτικέ λαέ, θα σε βοηθήση;
Ωσ. 13,10 ποῦ ὁ βασιλεύς σου οὗτος; καὶ διασωσάτω σε ἐν πάσαις ταῖς πόλεσί σου· κρινάτω σε ὃν εἶπας· δός μοι βασιλέα καὶ ἄρχοντα.
Ωσ. 13,10 Που είναι αυτός ο βασιλεύς σου; Ας σε υπερασπίση εναντίον των εχθρών σου και ας διασώση τας πόλεις σου. Ας σε διοικήση και ας σε κατευθύνη ο βασιλεύς, δια τον οποίον συ είπες· “δος μου βασιλέα ως άρχοντά μου”.
Ωσ. 13,11 καὶ ἔδωκά σοι βασιλέα ἐν ὀργῇ μου καὶ ἔσχον ἐν τῷ θυμῷ μου
Ωσ. 13,11 Ωργίσθην δια το αίτημά σου και σου έδωκα τότε βασιλέα. Ωργίσθην όμως βραδύτερον πολύ περισσότερον
Ωσ. 13,12 συστροφὴν ἀδικίας. Ἐφραίμ, ἐγκεκρυμμένη ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ·
Ωσ. 13,12 δια το πλήθος των αδικιών των ιδικών σου και εκείνου. Ισραηλιτικέ λαέ, η τιμωρία σου μένει κρυμμένη, αλλ' όχι όμως άγνωστος εις εμέ.
Ωσ. 13,13 ὠδῖνες ὡς τικτούσης ἥξουσιν αὐτῷ. οὗτος ὁ υἱός σου ὁ φρόνιμος, διότι οὐ μὴ ὑποστῇ ἐν συντριβῇ τέκνων.
Ωσ. 13,13 Θα τιμωρηθής δι' αυτήν. Θα επέλθουν εναντίον σου μεγάλοι πόνοι, οι οποίοι θα ομοιάζουν με τας ωδίνας του τοκετού. Φυλή του Ισραήλ, αυτά είναι τα παιδιά σου τα φρόνιμα! Είναι εις την πραγματικότητα ασύνετα και άφρονα. Δια τούτο δεν θα ημπορέσουν να αντισταθούν εις επιδρομήν εχθρών, όταν εκείνοι εν τη μανία των θα συντρίβουν τα τέκνα των.
Ωσ. 13,14 ἐκ χειρὸς ᾅδου ῥύσομαι καὶ ἐκ θανάτου λυτρώσομαι αὐτούς, ποῦ ἡ δίκη σου, θάνατε; ποῦ τὸ κέντρον σου, ᾅδη; παράκλησις κέκρυπται ἀπὸ ὀφθαλμῶν μου,
Ωσ. 13,14 Εγώ όμως είμαι Θεός ελέους και θα σε γλυτώσω από τα δεσμά του άδου. Θα σε λυτρώσω από τον θάνατον και τότε θα διαλαλήσω· “που είναι η καταδίκη σου, ω θάνατε, εναντίον των ανθρώπων; Που είναι το δηλητηριώδες κεντρί σου, ω άδη;” Αλλά επί του παρόντος η παρηγορία σου, ω λαέ του Ισραήλ, έχει αποκρυβή από το μάτια μου. Δεν θα σου δοθή.
Ωσ. 13,15 διότι οὗτος ἀνὰ μέσον ἀδελφῶν διαστελεῖ· ἐπάξει καύσωνα ἄνεμον Κύριος ἐκ τῆς ἐρήμου ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ ἀναξηρανεῖ τὰς φλέβας αὐτοῦ, ἐξερημώσει τὰς πηγὰς αὐτοῦ· αὐτὸς καταξηρανεῖ τὴν γῆν αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ ἐπιθυμητὰ αὐτοῦ.
Ωσ. 13,15 Τούτο δέ, διότι ω Εφραίμ, ο ισραηλιτικός λαός έχει χωρισθή από τον αδελφόν του ιουδαϊκόν λαόν. Δι' αυτό και ο Κυριος θα επιφέρη εναντίον του ισραηλιτικού λαού καυστικόν άνεμον από την έρημον, εχθρούς φοβερούς, οι οποίοι θα ξηράνουν τας πλουτοπαραγωγικάς πηγάς της γης, θα ερημώσουν την περιοχήν. Αυτοί θα μεταβάλουν εις κατάξηρον την χώραν του και θα λεηλατήσουν και θα καταστρέψουν όλα τα πολύτιμά του αντικείμενα.
Ωσ. 14,1 Ἀφανισθήσεται Σαμάρεια, ὅτι ἀντέστη πρὸς τὸν Θεὸν αὐτῆς· ἐν ῥομφαίᾳ πεσοῦνται αὐτοί, καὶ τὰ ὑποτίτθια αὐτῶν ἐδαφισθήσονται, καὶ αἱ ἐν γαστρὶ ἔχουσαι αὐτῶν διαῤῥαγήσονται.
Ωσ. 14,1 Η Σαμάρεια θα εξαφανισθή, διότι αντεστάθηκε προς τον Θεόν της. Εν στόματι ρομφαίας, θα φονευθούν από τους εχθρούς οι μεγάλοι κατά την ηλικίαν. Τα θηλάζοντα βρέφη θα συντρίβωνται κάτω στο έδαφος και θα σχίζωνται αι κοιλίαι των εγκύων γυναικών.
Ωσ. 14,2 ἐπιστράφηθι, Ἰσραήλ, πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σου, διότι ἠσθένησαν ἐν ταῖς ἀδικίαις σου.
Ωσ. 14,2 Επιστρέψατε, ω Ισραηλίται, προς Κυριον τον Θεόν σας, διότι έχετε περιέλθει εις αδυναμίαν και ασθένειαν εξ αιτίας των αμαρτιών σας.
Ωσ. 14,3 λάβετε μεθ᾿ ἑαυτῶν λόγους καὶ ἐπιστράφητε πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν· εἴπατε αὐτῷ, ὅπως μὴ λάβητε ἀδικίαν καὶ λάβητε ἀγαθά, καὶ ἀνταποδώσομεν καρπὸν χειλέων ἡμῶν.
Ωσ. 14,3 Παρετε μαζή σας λόγους, προπαρασκευασθήτε, δια να συνομιλήσετε με τον Κυριον. Επιστραφήτε εν μετάνοια προς Κυριον τον Θεόν σας. Είπατε εις αυτόν τας αμαρτίας σας, δια να μη λάβετε τα επίχειρα των κακιών σας, αλλά να απολαύσετε αγαθά εκ μέρους του Κυρίου. Και τότε λυτρωμένοι θα ανταποδώσωμεν προς τον Κυριον, αντί παντός άλλου καρπού, θερμήν την ευγνωμοσύνην της καρδίας μας δια του στόματός μας.
Ωσ. 14,4 Ἀσσοὺρ οὐ μὴ σώσῃ ἡμᾶς, ἐφ᾿ ἵππον οὐκ ἀναβησόμεθα· οὐκέτι μὴ εἴπωμεν· θεοὶ ἡμῶν, τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν ἡμῶν· ὁ ἐν σοὶ ἐλεήσει ὀρφανόν.
Ωσ. 14,4 Δεν θα ζητήσωμεν τότε να μας σώσουν οι Ασσύριοι, ούτε και θα χρειασθώμεν ιππικόν, δια να αποκρούσωμεν τους εχθρούς μας. Δεν θα είπωμεν πλέον εις τα κατασκευάσματα των χειρών μας, ότι είναι οι θεοί μας. Θα απαλυνθούν αι καρδίαι και κάθε άνθρωπος θα ευσπλαγχνίζεται τα ορφανόν.
Ωσ. 14,5 ἰάσομαι τὰς κατοικίας αὐτῶν, ἀγαπήσω αὐτοὺς ὁμολόγως, ὅτι ἀποστρέψω τὴν ὀργήν μου ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Ωσ. 14,5 Εγώ θα βοηθήσω να αποκατασταθούν αι πόλεις και αι κατοικίαι των. Θα τους αγαπήσω ολοφάνερα, ώστε και οι ίδιοι να βλέπουν και να διακηρύσσουν την αγάπην μου. Διότι θα έχω απομακρύνει πλέον την οργήν μου από αυτούς.
Ωσ. 14,6 ἔσομαι ὡς δρόσος τῷ Ἰσραήλ, ἀνθήσει ὡς κρίνον καὶ βαλεῖ τὰς ῥίζας αὐτοῦ ὡς ὁ Λίβανος·
Ωσ. 14,6 Θα είμαι δια τον Ισραήλ όπως η ζωογόνος και ευεργετική δρόσος. Αυτός δε θα ανθήση ωσάν κρίνον, θα ρίψη βοθείας τας ρίζας του, όπως αι κέδροι του Λιβάνου.
Ωσ. 14,7 πορεύσονται οἱ κλάδοι αὐτοῦ, καὶ ἔσται ὡς ἐλαία κατάκαρπος, καὶ ἡ ὀσφρασία αὐτοῦ ὡς Λιβάνου·
Ωσ. 14,7 Θα εκταθούν ισχυροί οι κλάδοι του, θα είναι ως ελαία κατάκαρπος και η οσμή του ευώδης, όπως η ευωδία του Λιβάνου.
Ωσ. 14,8 ἐπιστρέψουσι καὶ καθιοῦνται ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτοῦ, ζήσονται καὶ μεθυσθήσονται σίτῳ· καὶ ἐξανθήσει ὡς ἄμπελος μνημόσυνον αὐτοῦ, ὡς οἶνος Λιβάνου.
Ωσ. 14,8 Θα επιστρέψουν από την αιχμαλωσίαν και θα εγκατασταθούν ασφαλείς κάτω από την προστασίαν του Θεού. Θα ζήσουν και θα χορτάσουν από τα πλήθη των σιτηρών. Θα ανθήση και θα καρποφορήση ο ισραηλιτικός λαός, όπως η άμπελος. Το όνομά του θα είναι ζηλευτόν, όπως ο ευώδης οίνος του Λιβάνου.
Ωσ. 14,9 τῷ Ἐφραίμ, τί αὐτῷ ἔτι καὶ εἰδώλοις; ἐγὼ ἐταπείνωσα αὐτόν, καὶ ἐγὼ κατισχύσω αὐτόν· ἐγὼ ὡς ἄρκευθος πυκάζουσα, ἐξ ἐμοῦ ὁ καρπός σου εὕρηται.
Ωσ. 14,9 Και λοιπόν, ποία σχέσις υπάρχει πλέον μεταξύ του Ισραηλιτικού λαού και των ειδώλων; Καμμία. Εγώ τον εταπείνωσα δια τας αμαρτίας του, λέγει ο Κυριος, εγώ και θα τον ενισχύσω. Εγώ θα είμαι δι' αυτόν ωσάν πυκνόφυλλος κέδρος. Από εμέ θα προέρχεται η πλουσία καρποφορία σου.
Ωσ. 14,10 τίς σοφὸς καὶ συνήσει ταῦτα; ἢ συνετὸς καὶ ἐπιγνώσεται αὐτά; ὅτι εὐθεῖαι αἱ ὁδοὶ τοῦ Κυρίου, καὶ δίκαιοι πορεύσονται ἐν αὐταῖς, οἱ δὲ ἀσεβεῖς ἀσθενήσουσιν ἐν αὐταῖς.
Ωσ. 14,10 Ποιός είναι σοφός και θα θελήση να εννοήση αυτά; Η ποιός είναι συνετός και θα θελήση να το γνωρίση κατ' ακρίβειαν; Οτι δηλαδή αι οδοί του Κυρίου είναι ευθείαι και οι δίκαιοι θα πορευθούν ασφαλείς εις αυτάς, οι δε ασεβείς θα εξασθενήσουν και θα καταστραφούν.