Παλαιά Διαθήκη - Καινή Διαθήκη
Ἁγία Γραφή
Β Μακ. 3,1 Τῆς ἁγίας τοίνυν πόλεως κατοικουμένης μετὰ πάσης εἰρήνης καὶ τῶν νόμων ἔτι κάλλιστα συντηρουμένων διὰ τὴν Ὀνίου τοῦ ἀρχιερέως εὐσέβειάν τε καὶ μισοπονηρίαν,
Β Μακ. 3,1 Κατά την εποχήν εκείνην, τότε που οι κάτοικοι της αγίας πόλεως απελάμβανον ειρήνην, οι δε νόμοι ετηροντο άριστα και κάλλιστα χάρις εις την ευσέβειαν του αρχιερέως Ονίου και την αποστροφήν του προς το κακόν,
Β Μακ. 3,2 συνέβαινε καὶ αὐτοὺς τοὺς βασιλεῖς τιμᾶν τὸν τόπον, καὶ τὸ ἱερὸν ἀποστολαῖς ταῖς κρατίσταις δοξάζειν,
Β Μακ. 3,2 συνέβαινεν ώστε και οι βασιλείς ακόμη να τιμούν τον άγιον τόπον και να μεγαλύνουν τον ιερόν ναόν με σπουδαιότατα δώρα,
Β Μακ. 3,3 ὥστε καὶ Σέλευκον τὸν τῆς Ἀσίας βασιλέα χορηγεῖν ἐκ τῶν ἰδίων προσόδων πάντα τὰ πρὸς τὰς λειτουργίας τῶν θυσιῶν ἐπιβάλλοντα δαπανήματα.
Β Μακ. 3,3 ώστε και αυτός ο Σέλευκος, ο βασιλεύς της Ασίας, να χορηγή από τα ιδικά του εισοδήματα όλας τας δαπάνας, αι οποίαι εχρειάζοντο δια τας θυσίας.
Β Μακ. 3,4 Σίμων δέ τις ἐκ τῆς Βενιαμὶν φυλῆς προστάτης τοῦ ἱεροῦ καθεσταμένος διηνέχθη τῷ ἀρχιερεῖ περὶ τῆς κατὰ τὴν πόλιν ἀγορανομίας·
Β Μακ. 3,4 Αλλά κάποιος Σιμων, που κατήγετο από την φυλήν Βενιαμίν, προϊστάμενος του ναού, ήλθεν εις φιλονεικίαν με τον αρχιερέα δια την επίβλεψιν της δημοσίας αγοράς εις την πόλιν.
Β Μακ. 3,5 καὶ νικῆσαι τὸν Ὀνίαν μὴ δυνάμενος, ἦλθε πρὸς Ἀπολλώνιον Θρασαίου τὸν κατ᾿ ἐκεῖνον τὸ καιρὸν Κοίλης Συρίας καὶ Φοινίκης στρατηγὸν
Β Μακ. 3,5 Επειδή όμως δεν ηδύνατο να υπερισχύση απέναντι του Ονίου, ήλθε προς τον Απολλώνιον, υιόν του Θρασαίου, ο οποίος κατ' εκείνον τον καιρόν ήτο στρατιωτικός διοικητής της Συρίας και της Φοινίκης.
Β Μακ. 3,6 καὶ προσήγγειλε περὶ τοῦ χρημάτων ἀμυθήτων γέμειν τὸ ἐν Ἱεροσολύμοις γαζοφυλάκιον, ὥστε τὸ πλῆθος τῶν διαφόρων ἐναρίθμητον εἶναι, καὶ μὴ προσήκειν αὐτὰ πρὸς τὸν τῶν θυσιῶν λόγον, εἶναι δὲ δυνατὸν ὑπὸ τὴν τοῦ βασιλέως ἐξουσίαν πεσεῖν ἅπαντα ταῦτα.
Β Μακ. 3,6 Ανέφερε, λοιπόν, εις αυτόν, ότι το θησαυροφυλάκιον του ναού εις την Ιερουσαλήμ ήτο γεμάτον από αναρίθμητα χρηματικά ποσά, των οποίων το πλήθος το αδύνατον να υπολογισθή, και ότι τα χρήματα αυτά δεν είναι όλα απαραίτητα δια τας προσφερομένας εκεί θυσίας. Αρα ότι είναι δυνατόν να περιέλθουν όλα αυτά εις την εξουσίαν του βασιλέως.
Β Μακ. 3,7 συμμείξας δὲ ὁ Ἀπολλώνιος τῷ βασιλεῖ περὶ τῶν μηνυθέντων αὐτῷ χρημάτων ἐνεφάνισεν· ὁ δὲ προχειρισάμενος Ἡλιόδωρον τὸν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἀπέστειλε δοὺς ἐντολὰς τὴν τῶν προειρημένων χρημάτων ἐκκομιδὴν ποιήσασθαι.
Β Μακ. 3,7 Ο Απολλώνιος συναντήσας προς τούτο τον βασιλέα κατέστησεν εις αυτόν γνωστά τα περί των αναφερθέντων χρημάτων. Ο βασιλεύς εξέλεξε τον Ηλιόδωρον, ο οποίος είχεν αναλάβει τας υποθέσστου κράτους, και τον απέστειλε με την εντολήν, να πάρη τα προαναφερθέντα εκείνα χρήματα.
Β Μακ. 3,8 εὐθέως δὲ ὁ Ἡλιόδωρος ἐποιεῖτο τὴν πορείαν, τῇ μὲν ἐμφάσει ὡς τὰς κατὰ Κοίλην Συρίαν καὶ Φοινίκην πόλεις ἐφοδεύσων, τῷ πράγματι δὲ τὴν τοῦ βασιλέως πρόθεσιν ἐπιτελέσων.
Β Μακ. 3,8 Ο Ηλιόδωρος αμέσως ανέλαβε πορείαν προφάσει μέν, δια να επιθεωρήση τας πόλεις της Κοίλης Συρίας και της Φοινίκης, πράγματι δε δια να μεταβή εις την Ιερουσαλήμ και να εκτελέση τας εντολάς του βασιλέως.
Β Μακ. 3,9 παραγενηθεὶς δὲ εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ φιλοφρόνως ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως τῆς πόλεως ἀποδεχθείς, ἀνέθετο περὶ τοῦ γεγονότος ἐμφανισμοῦ, καὶ τίνος ἕνεκεν πάρεστι διεσάφησεν· ἐπυνθάνετο δέ, εἰ ταῖς ἀληθείας ταῦτα οὕτως ἔχοντα τυγχάνει.
Β Μακ. 3,9 Οταν έφθασεν εις την Ιερουσαλήμ, έγινε δεκτός με φιλοφροσύνην εκ μέρους του αρχιερέως και των κατοίκων της πόλεως. Επειτα διηγήθη στον αρχιερέα εκείνα, τα οποία του είχαν αποκαλύψει και τον σκοπόν, δια τον οποίον είχεν έλθει. Εζητούσε δε να μάθη, εάν όλα αυτά είναι πράγματι αληθινά.
Β Μακ. 3,10 τοῦ δὲ ἀρχιερέως ὑποδείξαντος παραθήκας εἶναι χηρῶν τε καὶ ὀρφανῶν,
Β Μακ. 3,10 Ο αρχιερεύς κατέστησε γνωστόν στον Ηλιόδωρον, ότι αι καταθέσεις αυταί είναι των χηρών και των ορφανών.
Β Μακ. 3,11 τινὰ δὲ καὶ Ὑρκανοῦ τοῦ Τωβίου σφόδρα ἀνδρὸς ἐν ὑπεροχῇ κειμένου -οὐχ ὥσπερ ἦν διαβάλλων ὁ δυσεβὴς Σίμων- τὰ δὲ πάντα ἀργυρίου τετρακόσια τάλαντα, χρυσίου δὲ διακόσια·
Β Μακ. 3,11 Μερικά από αυτά τα χρήματα ανήκουν στον Υρκανόν, υιόν του Τωβίου, ένδοξον και επίσημον άνδρα. Παντως τα χρήματα αυτά δεν ήσαν τόσα όσα ο συκοφάντης και ασεβής Σιμων είχε καταγγείλει, αλλά ανήρχοντο μόνον εις τετρακόσια τάλαντα αργυρίου και διακόσια τάλαντα χρυσίου.
Β Μακ. 3,12 ἀδικηθῆναι δὲ τοὺς πεπιστευκότας τῇ τοῦ τόπου ἁγιωσύνῃ καὶ τῇ τοῦ τετιμημένου κατὰ τὸν σύμπαντα κόσμον ἱεροῦ σεμνότητι καὶ ἀσυλίᾳ παντελῶς ἀμήχανον εἶναι.
Β Μακ. 3,12 Προσέθεσε δέ, ότι είναι απολύτως αδύνατον να αδικηθούν οι καταθέται, οι οποίοι ενεπιστεύθησαν τα χρήματά των στον ιερόν ναόν, τον οποίον ναόν σέβεται όλος ο κόσμος δια την ιερότητα αυτού και το απαραβίαστον.
Β Μακ. 3,13 ὁ δὲ Ἡλιόδωρος, δι᾿ ἃς εἶχε βασιλικὰς ἐντολάς, πάντως ἔλεγεν εἰς τὸ βασιλικὸν ἀναληπτέα ταῦτα εἶναι.
Β Μακ. 3,13 Ο Ηλιόδωρος όμως έλεγεν, ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρη τα χρήματα αυτά δια το βασιλικόν ταμείον, διότι τοιαύτας διαταγάς είχε παρά του βασιλέως.
Β Μακ. 3,14 ταξάμενος δὲ ἡμέραν εἰσήει τὴν περὶ τούτων ἐπίσκεψιν οἰκονομήσων· ἦν δὲ οὐ μικρὰ καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν ἀγωνία.
Β Μακ. 3,14 Εις ορισθείσαν, λοιπόν, από αυτόν ημέραν μετέβη στον ναόν, δια να λάβη προσωπικήν γνώσιν περί των χρημάτων εκείνων. Καθ' όλην δε την πόλιν επικρατούσε μεγάλη αγωνία.
Β Μακ. 3,15 οἱ δὲ ἱερεῖς πρὸ τοῦ θυσιαστηρίου ἐν ταῖς ἱερατικαῖς στολαῖς ῥίψαντες ἑαυτούς, ἐπεκαλοῦντο εἰς οὐρανὸν τὸν περὶ παραθήκης νομοθετήσαντα τοῖς παρακαταθεμένοις ταῦτα σῷα διαφυλάξαι.
Β Μακ. 3,15 Οι ιερείς έπεσαν ενώπιον του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων είχαν φορέσει τας ιεράς στολάς των και επεκαλούντο Εκείνον, ο οποίος είχε νομοθετήσει σχετικώς με τας καταθέσεις αυτάς, ίνα τα χρήματα των καταθέτων παραμένουν άθικτα.
Β Μακ. 3,16 ἦν δὲ ὁρῶντα τὴν τοῦ ἀρχιερέως ἰδέαν τιτρώσκεσθαι τὴν διάνοιαν· ἡ γὰρ ὄψις καὶ τὸ τῆς χρόας παρηλλαγμένον ἐνέφαινε τὴν κατὰ ψυχὴν ἀγωνίαν.
Β Μακ. 3,16 Ητο δε δυνατόν, όταν έβλεπε κανείς το πρόσωπον του αρχιερέως, να αντιληφθή, ότι αυτός επληγώνετο βαθύτατα εις την καρδίαν από το γεγονός εκείνο. Διότι η μορφή του και το αλλοιωμένον χρώμα του προσώπου του εμαρτύρουν την ψυχικήν του αγωνίαν.
Β Μακ. 3,17 περιεκέχυτο γὰρ περὶ τὸν ἄνδρα δέος τι καὶ φρικασμὸς σώματος, δι᾿ ὧν πρόδηλον ἐγίνετο τοῖς θεωροῦσι τὸ κατὰ καρδίαν ἐνεστὸς ἄλγος.
Β Μακ. 3,17 Εφαίνετο, ως εάν είχε περιχυθή γύρω από τον άνδρα ένα δέος, μία φρικίασις του σώματος, δια των οποίων εγίνετο φανερόν εις τα βλέμματα εκείνων, που τον έβλεπαν, η βαθεία θλίψις που κατείχε την καρδίαν του.
Β Μακ. 3,18 οἱ δὲ ἐκ τῶν οἰκιῶν ἀγεληδὸν ἐξεπήδων ἐπὶ πάνδημον ἱκετείαν, διὰ τὸ μέλλειν εἰς καταφρόνησιν ἔρχεσθαι τὸν τόπον.
Β Μακ. 3,18 Οι κάτοικοι καθ' ομάδας εξεχύνοντο από τα σπίτια και παρεκάλουν όλοι μαζή τον Θεόν, να μη επιτρέψη και βεβηλωθή και καταφρονηθή ο ιερός τόπος.
Β Μακ. 3,19 ὑπεζωσμέναι δὲ ὑπὸ τοὺς μαστοὺς αἱ γυναῖκες σάκκους κατὰ τὰς ὁδοὺς ἐπλήθυον· αἱ δὲ κατάκλειστοι τῶν παρθένων, αἱ μὲν συνέτρεχον ἐπὶ τοὺς πυλῶνας, αἱ δὲ ἐπὶ τὰ τείχη, τινὲς δὲ διὰ τῶν θυρίδων διεξέκυπτον·
Β Μακ. 3,19 Αι γυναίκες είχαν ζωσθή και εφορούσαν υπό το στήθος σάκκους εις ένδειξιν πένθους και εγέμισαν τους δρόμους. Αι δε παρθένοι, αι οποίαι έως τότε έμεναν κλεισμέναι εις τα σπίτια, έτρεχαν άλλαι μεν εις τας θύρας των οικιών των, άλλαι δε ανέβαιναν στους τοίχους των αυλών και μερικαί άλλαι έσκυβαν από τα παράθυρα.
Β Μακ. 3,20 πᾶσαι δὲ προτείνουσαι τὰς χεῖρας εἰς τὸν οὐρανὸν ἐποιοῦντο τὴν λιτανείαν·
Β Μακ. 3,20 Ολαι δε με ανυψωμένας τας χείρας προς τον ουρανόν έκαμναν θερμήν δέησιν προς τον Θεόν.
Β Μακ. 3,21 ἐλεεῖν δ᾿ ἦν τὴν τοῦ πλήθους παμμιγῆ πρόπτωσιν τήν τε τοῦ μεγάλου διαγωνιῶντος ἀρχιερέως προσδοκίαν.
Β Μακ. 3,21 Ητο δε άξιον ελέους και οίκτου, να βλέπη κανείς το γονατισμένον αυτό και συγκεχυμένον πλήθος, καθώς και τον φόβον και την εναγώνιον προσμονήν του αρχιερέως.
Β Μακ. 3,22 οἱ μὲν οὖν ἐπεκαλοῦντο τὸν παντοκράτορα Θεὸν τὰ πεπιστευμένα τοῖς πεπιστευκόσι σῶα διαφυλάσσειν μετὰ πάσης ἀσφαλείας,
Β Μακ. 3,22 Αλλοι από αυτούς ικέτευον τον παντοδύναμον Θεόν, να διαφυλάξη άθικτα και εις κάθε ασφάλειαν όσα είχαν κατατεθή στον ναόν.
Β Μακ. 3,23 ὁ δὲ Ἡλιόδωρος τὸ διεγνωσμένον ἐπετέλει.
Β Μακ. 3,23 Ο δε Ηλιόδωρος έθεσεν εις εφαρμογήν το προαποφασισμένον σχέδιόν του.
Β Μακ. 3,24 αὐτόθι δὲ αὐτοῦ σὺν τοῖς δορυφόροις κατὰ τὸ γαζοφυλάκιον ἤδη παρόντος, ὁ τῶν πατέρων Κύριος καὶ πάσης ἐξουσίας δυνάστης ἐπιφάνειαν μεγάλην ἐποίησεν, ὥστε πάντας τοὺς κατοτολμήσαντας συνελθεῖν, καταπλαγέντας τὴν τοῦ Θεοῦ δύναμιν, εἰς ἔκλυσιν καὶ δειλίαν τραπῆναι.
Β Μακ. 3,24 Οταν δε ο Ηλιόδωρος μαζή με τους στρατιώτας δορυφόρους του ήλθε πλησίον του θησαυροφυλακίου, τότε ο Κυριος των πατέρων, ο παντοδύναμος Θεός έκαμε φοβεράν την εμφάνισίν του, ώστε όλοι εκείνοι, που είχαν την θρασύτητα να εισέλθουν με τον Ηλιόδωρον στο θησαυροφυλάκιον, εκτυπήθησαν από την δύναμιν του Θεού και περιέπεσαν εις παράλυσιν και δειλίαν.
Β Μακ. 3,25 ὤφθη γάρ τις ἵππος αὐτοῖς φοβερὸν ἔχων τὸν ἐπιβάτην καὶ καλλίστῃ σαγῇ διακεκοσμημένος, φερόμενος δὲ ῥύδην ἐνέσεισε τῷ Ἡλιοδώρῳ τὰς ἐμπροσθίους ὁπλάς· ὁ δὲ ἐπικαθήμενος ἐφαίνετο χρυσῆν πανοπλίαν ἔχων.
Β Μακ. 3,25 Διότι παρουσιάσθη εμπρός εις τα μάτια των ένας ίππος, επάνω εις την ωραιοτάτην και πλουσίως κεκοσμημένην σαγήν του οποίου εκάθητο ένας φοβερός ιππευς. Ο ίππος αυτός ωρμούσε εναντίον του Ηλιοδώρου και τον συνεκλόνιζε με τους δύο εμπροσθίους πόδας του. Ο δε ιππεύς, που εκάθητο επάνω εις αυτόν, εφαίνετο να έχη χρυσήν πανοπλίαν.
Β Μακ. 3,26 ἕτεροι δὲ δύο προεφάνησαν αὐτῷ νεανίαι τῇ ῥώμῃ μὲν ἐκπρεπεῖς, κάλλιστοι δὲ τῇ δόξῃ, διαπρεπεῖς δὲ τὴν περιβολήν, οἳ καὶ παραστάντες ἐξ ἑκατέρου μέρους ἐμαστίγουν αὐτὸν ἀδιαλείπτως, πολλὰς ἐπιῤῥιπτοῦντες αὐτῷ πληγάς.
Β Μακ. 3,26 Συγχρόνως δε παρουσιάσθησαν εμπρός εις τον Ηλιόδωρον δύο νέοι με ακατανίκητον δύναμιν, ωραιότατοι κατά την εμφάνισιν, ενδεδυμένοι μεγαλοπρεπή απαστράπτουσαν στολήν, οι οποίοι εστάθησαν εκατέρωθεν από τον Ηλιόδωρον, τον εμαστίγωναν συνεχώς και του επροξένησαν πολλάς πληγάς.
Β Μακ. 3,27 ἄφνω δὲ πεσόντα πρὸς τὴν γῆν καὶ πολλῷ σκότει περιχυθέντα συναρπάσαντες καὶ εἰς φορεῖον ἐνθέντες
Β Μακ. 3,27 Ο Ηλιόδωρος έπεσεν έξαφνα κάτω εις την γην βυθισθείς εις πολύ σκοτάδι. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του τον ήρπασαν και τον έθεσαν εις ένα φορείον.
Β Μακ. 3,28 τὸν ἄρτι μετὰ πολλῆς παραδρομῆς καὶ πάσης δορυφορίας εἰς τὸ προειρημένον εἰσελθόντα γαζοφυλάκιον ἔφερον ἀβοήθητον ἑαυτῷ καθεστῶτα, φανερῶς τὴν τοῦ Θεοῦ δυναστείαν ἐπεγνωκότες.
Β Μακ. 3,28 Και έτσι τον άνθρωπον αυτόν, ο οποίος προ ολίγου είχεν εισέλθει στο προειρημένον θησαυροφυλάκιον του ναού περιστοιχιζόμενος από συνοδούς και από άνδρας οπλισμένους, τον μετέφεραν τώρα εις τέτοιαν κατάστασιν, ώστε να του είναι αδύνατον να βοηθήση τον εαυτόν του. Ετσι δε αυτός και οι περί αυτόν εγνώρισαν κατά ένα τρόπον ολοφάνερον την δύναμιν του Θεού.
Β Μακ. 3,29 καὶ ὁ μὲν διὰ τὴν θείαν ἐνέργειαν ἄφωνος καὶ πάσης ἐστερημένος ἐλπίδος καὶ σωτηρίας ἔῤῥιπτο,
Β Μακ. 3,29 Και ο μεν Ηλιόδωρος χάρις εις την θαυματουργικήν θείαν αυτήν ενέργειαν κατέκειτο άφωνος, χωρίς καμμίαν ελπίδα σωτηρίας.
Β Μακ. 3,30 οἱ δὲ τὸν Κύριον εὐλόγουν τὸν παραδοξάζοντα τὸν ἑαυτοῦ τόπον, καὶ τὸ μικρῷ πρότερον δέους καὶ ταραχῆς γέμον ἱερὸν τοῦ παντοκράτορος ἐπιφανέντος Κυρίου χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης ἐπεπλήρωτο.
Β Μακ. 3,30 Οι δε Ιουδαίοι υμνολογούσαν τον Κυριον, ο οποίος είχε δοξάσει τον ιερόν τόπον. Και ο ιερός ναός, ο οποίος προ ολίγου ήτο γεμάτος φόβον και ταραχήν, με την θαυματουργικήν εμφάνισιν του παντοδυνάμου Κυρίου εγέμισε χαράν και ευφροσύνην.
Β Μακ. 3,31 ταχὺ δέ τινες τῶν τοῦ Ἡλιοδώρου συνήθων ἠξίουν τὸν Ὀνίαν ἐπικαλέσασθαι τὸν Ὕψιστον καὶ τὸ ζῆν χαρίσασθαι τῷ παντελῶς ἐν ἐσχάτῃ πνοῇ κειμένῳ.
Β Μακ. 3,31 Αμέσως δε μερικοί από την συνοδείαν του Ηλιοδώρου παρεκάλεσαν θερμώς τον Ονίαν να προσευχηθή προς τον Υψιστον να χαρίση την ζωήν στον πνέοντα τα λοίσθια Ηλιόδωρον.
Β Μακ. 3,32 ὕποπτος δὲ γενόμενος ὁ ἀρχιερεύς, μήποτε διάληψιν ὁ βασιλεὺς σχῇ κακουργίαν τινὰ περὶ τὸν Ἡλιόδωρον ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων συντετελέσθαι, προσήγαγε θυσίαν ὑπὲρ τῆς τοῦ ἀνδρὸς σωτηρίας.
Β Μακ. 3,32 Ο αρχιερεύς, επειδή υπωπτεύθη, μήπως τυχόν ο βασιλεύς νομίση ότι έγινε κανένα έγκλημα εναντίον του Ηλιοδώρου υπό των Ιουδαίων, προσέφερε θυσίαν δια την σωτηρίαν του ανθρώπου εκείνου.
Β Μακ. 3,33 ποιουμένου δὲ τοῦ ἀρχιερέως τὸν ἱλασμόν, οἱ αὐτοὶ νεανίαι πάλιν ἐνεφάνησαν τῷ Ἡλιοδώρῳ ἐν ταῖς αὐταῖς ἐσθήσεσιν ἐστολισμένοι καὶ στάντες εἶπον· πολλὰς τῷ Ὀνίᾳ τῷ ἀρχιερεῖ χάριτας ἔχε, διὰ γὰρ αὐτόν σοι κεχάρισται τὸ ζῆν ὁ Κύριος·
Β Μακ. 3,33 Καθ' ον δε χρόνον ο αρχιερεύς προσέφερε την εξιλαστήριον θυσίαν, παρουσιάσθησαν στον Ηλιόδωρον οι ίδιοι νεανίαι στολισμένοι με τας ιδίας λαμπράς στολάς και όρθιοι κοντά του του είπαν· “να ευχαριστής τον αρχιερέα, διότι χάριν αυτού ο Θεός σου εχάρισε την ζωήν.
Β Μακ. 3,34 σὺ δὲ ὑπ᾿ αὐτοῦ μεμαστιγωμένος διάγγελλε πᾶσι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ κράτος. ταῦτα δὲ εἰπόντες ἀφανεῖς ἐγένοντο.
Β Μακ. 3,34 Συ δέ, ο οποίος δια την ασέβειάν σου εμαστιγώθης από τον Θεόν, να διακηρύξης εις όλους την ακατανίκητον δύναμιν του Θεού”. Αυτά δε αφού είπαν οι νεανίαι εξηφανίσθησαν.
Β Μακ. 3,35 ὁ δὲ Ἡλιόδωρος θυσίαν ἀνενέγκας τῷ Κυρίῳ καὶ εὐχὰς μεγίστας εὐξάμενος τῷ τὸ ζῆν περιποιήσαντι καὶ τὸν Ὀνίαν ἀποδεξάμενος, ἀνεστρατοπέδευσε πρὸς τὸν βασιλέα.
Β Μακ. 3,35 Ο Ηλιόδωρος προσέφερε τότε θυσίαν προς τον Θεόν, έκαμε μεγάλα τάματα στον Θεόν, ο οποίος του εχάρισε την ζωήν, εχαιρέτησε φιλικώτατα τον Ονίαν και επανήλθε με τους στρατιώτας του προς τον βασιλέα.
Β Μακ. 3,36 ἐξεμαρτύρει δὲ πᾶσιν ἅπερ ἦν ὑπ᾿ ὄψιν τεθεαμένος ἔργα τοῦ μεγίστου Θεοῦ.
Β Μακ. 3,36 Διεκήρηττε δε και διεβεβαίωνε εις όλους τα έργα του μεγίστου Θεού, τα οποία ε*χεν ίδει με τα ίδια του τα μάτια.
Β Μακ. 3,37 τοῦ δὲ βασιλέως ἐπερωτήσαντος τὸν Ἡλιόδωρον ποῖός τις εἴη ἐπιτήδειος ἔτι ἅπαξ διαπεμφθῆναι εἰς Ἱεροσόλυμα, ἔφησεν·
Β Μακ. 3,37 Οταν δε βασιλεύς ηρώτησε τον Ηλιόδωρον ποιός τάχα είναι ικανός, δια να τον στείλη ακόμη μίαν φοράν εις την Ιερουσαλήμ, ο Ηλιόδωρος απήντησεν·
Β Μακ. 3,38 εἴ τινα ἔχεις πολέμιον ἢ πραγμάτων ἐπίβουλον, πέμψον αὐτὸν ἐκεῖ, καὶ μεμαστιγωμένον αὐτὸν προσδέξῃ, ἐάν περ καὶ διασωθείη, διὰ τὸ περὶ τὸν τόπον ἀληθῶς εἶναί τινα Θεοῦ δύναμιν·
Β Μακ. 3,38 “εάν έχεις κανένα εχθρόν η κανένα επίβουλον άνθρωπον, στείλε τον εκεί και θα τον δεχθής μαστιγωμένον, εάν βέβαια κατωρθώση και διασωθή. Διότι γύρω από τον ιερόν εκείνον τόπον υπάρχει η δύναμις του Θεού.
Β Μακ. 3,39 αὐτὸς γὰρ ὁ τὴν κατοικίαν ἐπουράνιον ἔχων, ἐπόπτης ἐστὶ καὶ βοηθὸς ἐκείνου τοῦ τόπου καὶ τοὺς παραγινομένους ἐπὶ κακώσει τύπτων ἀπόλλυσι.
Β Μακ. 3,39 Διότι ο Θεός, ο οποίος ως οίκον του έχει τον ουρανόν, επιβλέπει και προστατεύει τον τόπον εκείνον. Εκείνους δε που θα πλησιάσουν τον τόπον με ασεβείς και κακάς διαθέσεις, τους κτυπά και τους θανατώνει”.
Β Μακ. 3,40 καὶ τὰ μὲν κατὰ Ἡλιόδωρον καὶ τὴν τοῦ γαζοφυλακίου τήρησιν οὕτως ἐχώρησεν.
Β Μακ. 3,40 Ετσι εξελίχθησαν τα γεγονότα, τα αφορώντα τον Ηλιόδωρον και την διατήρησιν του γαζοφυλακίου του ναού.
Β Μακ. 4,1 Ὁ δὲ προειρημένος Σίμων, ὁ τῶν χρημάτων καὶ τῆς πατρίδος ἐνδείκτης γεγονώς, ἐκακολόγει τὸν Ὀνίαν, ὡς αὐτός τε εἴη τὸν Ἡλιόδωρον ἐπισεσεικὼς καὶ τῶν κακῶν δημιουργὸς καθεστηκώς,
Β Μακ. 4,1 Ο προαναφερθείς Σιμων, ο προδότης των ιερών χρημάτων και της πατρίδος του, εσυκοφαντούσε τον Ονίαν, ότι τάχα αυτός είχε συγκλονίσει τον Ηλιόδωρον και υπηρξεν ο δημιουργός όλων αυτών των κακών.
Β Μακ. 4,2 καὶ τὸν εὐεργέτην τῆς πόλεως καὶ τὸν κηδεμόνα τῶν ὁμοεθνῶν καὶ ζηλωτὴν τῶν νόμων ἐπίβουλον τῶν πραγμάτων ἐτόλμα λέγειν.
Β Μακ. 4,2 Ετσι δε τον ευεργέτην της πόλεως, τον προστάτην όλων των ομοεθνών του Ιουδαίων, τον ζηλωτήν των θείων νόμων, ετολμούσε να τον κατηγορή ως επίβουλον και εχθρόν του έθνους.
Β Μακ. 4,3 τῆς δὲ ἔχθρας ἐπὶ τοσοῦτον προβαινούσης, ὥστε καὶ διά τινος τῶν ὑπὸ τοῦ Σίμωνος δεδοκιμασμένων φόνους συντελεῖσθαι,
Β Μακ. 4,3 Η έχθρα αυτή του Σιμωνος επροχώρησε μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε από κάποιον εκ των οπαδών του Σιμωνος να διαπραχθούν και φόνοι.
Β Μακ. 4,4 συνορῶν ὁ Ὀνίας τὸ χαλεπὸν τῆς φιλονεικίας καὶ Ἀπολλώνιον τὸν Μενεσθέως τὸν Κοίλης Συρίας καὶ Φοινίκης στρατηγὸν συναύξοντα τὴν κακίαν τοῦ Σίμωνος,
Β Μακ. 4,4 Ο Ονίας βλέπων τότε πόσον επιβλαβής ήτο η φιλονεικία αυτή του Σιμωνος, και ότι ο Απολλώνιος, ο υιός του Μενεσθέως, στρατηγός της Κοίλης Συρίας και Φοινίκης, ενίσχυε την κακίαν αυτήν του Σιμωνος,
Β Μακ. 4,5 πρὸς τὸν βασιλέα διεκομίσθη οὐ γινόμενος τῶν πολιτῶν κατήγορος, τὸ δὲ συμφέρον κοινῇ καὶ κατ᾿ ἰδίαν παντὶ τῷ πλήθει σκοπῶν·
Β Μακ. 4,5 ήλθε προς τον βασιλέα, όχι δια να κατηγορήση τους συμπολίτας του, αλλά με τον σκοπόν να φροντίση δια το κοινόν συμφέρον και δια το συμφέρον ενός εκάστου από τον λαόν.
Β Μακ. 4,6 ἑώρα γὰρ ἄνευ βασιλικῆς προνοίας ἀδύνατον εἶναι τυχεῖν εἰρήνης ἔτι τὰ πράγματα καὶ τὸν Σίμωνα παῦλαν οὐ ληψόμενον τῆς ἀνοίας.
Β Μακ. 4,6 Διότι έβλεπεν, ότι χωρίς την επέμβασιν του βασιλέως ήτο αδύνατον να ειρηνεύσουν τα πράγματα, και ότι ο Σιμων δεν θα εσταματούσε την παράφρονα κακότητά του.
Β Μακ. 4,7 Μεταλλάξαντος δὲ τὸν βίον Σελεύκου καὶ παραλαβόντος τὴν βασιλείαν Ἀντιόχου τοῦ προσαγορευθέντος Ἐπιφανοῦς, ὑπενόθευσεν Ἰάσων ὁ ἀδελφὸς Ὀνίου τὴν ἀρχιερωσύνην,
Β Μακ. 4,7 Αλλά, όταν απέθανεν ο Σέλευκος και παρέλαβε την βασιλείαν ο Αντίοχος ο επονομασθείς Επιφανής, ο Ιάσων ο αδελφός του Ονίου ηθέλησε να αρπάση με παράνομα μέσα την αρχιερωσύνην.
Β Μακ. 4,8 ἐπαγγειλάμενος τῷ βασιλεῖ δι᾿ ἐντεύξεως ἀργυρίου τάλαντα ἑξήκοντα πρὸς τοῖς τριακοσίοις καὶ προσόδου τινὸς ἄλλης τάλαντα ὀγδοήκοντα.
Β Μακ. 4,8 Εις μίαν προς τον σκοπόν τούτον συνάντησίν του με τον βασιλέα ο Ιάσων υπεσχεθη εις αυτόν να του δώση τριακόσια εξήκοντα τάλαντα αργυρίου και αλλά ογδοήκοντα τάλαντα από άλλην τινά πρόσοδον.
Β Μακ. 4,9 πρὸς δὲ τούτοις ὑπισχνεῖτο καὶ ἕτερα διαγράψαι πεντήκοντα πρὸς τοῖς ἑκατόν, ἐὰν συγχωρηθῇ διὰ τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ γυμνάσιον καὶ ἐφηβεῖον αὐτῷ συστήσασθαι καὶ τοὺς ἐν Ἱεροσολύμοις Ἀντιοχεῖς ἀναγράψαι.
Β Μακ. 4,9 Επί πλέον δε υπεσχεθη γραπτώς να δώση και άλλα εκατόν πεντήκοντα τάλαντα, εάν του δοθή το δικαίωμα να εγκαταστήση με ιδικήν του εξουσίαν γυμναστήριον και εφηβεον εις την Ιερουσαλήμ και να εγγράψη τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ ως πολίτας της Αντιοχείας.
Β Μακ. 4,10 ἐπινεύσαντος δὲ τοῦ βασιλέως καὶ τῆς ἀρχῆς κρατήσας, εὐθέως ἐπὶ τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα τοὺς ὁμοφύλους μετῆγε
Β Μακ. 4,10 Ο βασιλεύς συγκατετέθη εις όλας αυτάς τας προτάσεις. Ο Ιάσων έγινε κύριος πλέον της εξουσίας και ήρχισεν αμέσως να εισάγη τα ελληνικά ήθη και έθιμα στους ομοεονείς του Ιουδαίους.
Β Μακ. 4,11 καὶ τὰ κείμενα τοῖς Ἰουδαίοις φιλάνθρωπα βασιλικὰ διὰ Ἰωάννου τοῦ πατρὸς Εὐπολέμου, τοῦ ποιησαμένου τὴν πρεσβείαν ὑπὲρ φιλίας καὶ συμμαχίας πρὸς τοὺς Ῥωμαίους, παρώσατο. καὶ τὰς μὲν νομίμους καταλύων πολιτείας, παρανόμους ἐθισμοὺς ἐκαίνιζεν·
Β Μακ. 4,11 Ηκύρωσε την ατέλειαν, την οποίαν οι βασιλείς από φιλάνθρωπα αισθήματα είχον παραχωρήσει στους Ιουδαίους με τας ενεργείας Ιωάννου του πατρός του Ευπολέμου, ο οποίος είχεν αποσταλή ως πρεσβευτής δια την σύναψιν συμμαχίας με τους Ρωμαίους. Ο Ιάσων, κατέλυε τους καθιερωμένους νόμους της πολιτείας και εισήγε νέας συνηθείας αντιθέτους προς τον νόμον του Θεού.
Β Μακ. 4,12 ἀσμένως γὰρ ὑπ᾿ αὐτὴν τὴν ἀκρόπολιν γυμνάσιον καθίδρυσε καὶ τοὺς κρατίστους τῶν ἐφήβων ὑποτάσσων ὑπὸ πέτασον ἦγεν.
Β Μακ. 4,12 Διότι αδιαφορών δια την Ιεροσυλίαν με πολλήν ευχαρίστησιν και προθυμίαν εφρόντισε να κτισθή εις τας υπώρειας της ακροπόλεως γυμναστήριον δια τους ευγενούς καταγωγής Ιουδαίους νέους, τους οποίους και ηνάγκαζε να φορούν ειδωλολατρικόν πίλον.
Β Μακ. 4,13 ἦν δ᾿ οὕτως ἀκμή τις Ἑλληνισμοῦ καὶ πρόσβασις ἀλλοφυλισμοῦ διὰ τὴν τοῦ ἀσεβοῦς καὶ οὐκ ἀρχιερέως Ἰάσωνος ὑπερβάλλουσαν ἀναγνείαν,
Β Μακ. 4,13 Ητο δε τόσον μεγάλη η ακμή του εξελληνισμού, της ειδωλολατρικής εκτροπής και η φορά προς τας συνηθείας των αλλοφύλων εξ αιτίας της μεγάλης διαφθοράς του ασεβούς Ιάσωνος, ο οποίος δεν ήτο αρχιερεύς,
Β Μακ. 4,14 ὥστε μηκέτι περὶ τὰς τοῦ θυσιαστηρίου λειτουργίας προθύμους εἶναι τοὺς ἱερεῖς, ἀλλὰ τοῦ μὲν ναοῦ καταφρονοῦντες καὶ τῶν θυσιῶν ἀμελοῦντες ἔσπευδον μετέχειν τῆς ἐν παλαίστρᾳ παρανόμου χορηγίας μετὰ τὴν τοῦ δίσκου πρόκλησιν,
Β Μακ. 4,14 ώστε και οι ιερείς δεν εδείκνυον κανένα πλέον ζήλον δια την υπηρεσίαν του θυσιαστηρίου. Αλλά καταφρονούσαν τον ναόν και παραμελούσαν τας ιεράς θυσίας και έσπευδαν να λάβουν μέρος εις τα εν τη παλαίστρα αγωνίσματα, τα απαγορευομένα από τον νόμον του Θεού, αμέσως μόλις εσήμαινεν ο δίσκος το προσκλητήριον.
Β Μακ. 4,15 καὶ τὰς μὲν πατρῴους τιμὰς ἐν οὐδενὶ τιθέμενοι, τὰς δὲ Ἑλληνικὰς δόξας καλλίστας ἡγούμενοι.
Β Μακ. 4,15 Και τους μεν πατροπαραδότους τιμίους νόμους εις ουδέν υπελόγιζαν, τας δε ελληνικάς αντιλήψεις και συνήθειας αρίστας εθεωρούσαν.
Β Μακ. 4,16 ὧν χάριν περιέσχεν αὐτοὺς χαλεπὴ περίστασις, καὶ ὧν ἐζήλουν τὰς ἀγωγὰς καὶ καθάπαν ἤθελον ἐξομοιοῦσθαι, τούτους πολεμίους καὶ τιμωρητὰς ἔσχον·
Β Μακ. 4,16 Εξ αιτίας των εκτροπών των αυτών περιεκύκλωσαν και κατέλαβαν αυτούς οδυνηραί συμφοραί, και εκείνους, των οποίων εθαύμαζαν την ζωήν και πολιτείαν και προς τους οποίους ήθελον εξ ολοκλήρου να εξομοιωθούν, τους είχαν τώρα εχθρούς και τιμωρούς.
Β Μακ. 4,17 ἀσεβεῖν γὰρ εἰς τοὺς θείους νόμους οὐ ῥᾴδιον, ἀλλὰ ταῦτα ὁ ἀκόλουθος καιρὸς δηλώσει.
Β Μακ. 4,17 Διότι δεν είναι δυνατόν, να καταπατή κανείς ασεβώς τους θείους νόμους ατιμωρητί. Αλλά αυτό θα το αποδείξουν αι περιστάσεις, αι οποίαι θα ακολουθήσουν.
Β Μακ. 4,18 ἀγομένου δὲ πενταετηρικοῦ ἀγῶνος ἐν Τύρῳ καὶ τοῦ βασιλέως παρόντος,
Β Μακ. 4,18 Καθ' ον χρόνον οι Συροι εώρταζον τον ανά πενταετίαν αγώνα εν Τυρω και παρίστατο και ο βασιλεύς,
Β Μακ. 4,19 ἀπέστειλεν Ἰάσων ὁ μιαρὸς θεωροὺς ἀπὸ Ἱεροσολύμων Ἀντιοχεῖς ὄντας παρακομίζοντας ἀργυρίου δραχμὰς τριακοσίας εἰς τὴν τοῦ Ἡρακλέους θυσίαν, ἃς καὶ ἠξίωσαν οἱ παρακομίσαντες μὴ χρῆσθαι πρὸς θυσίαν διὰ τὸ μὴ καθήκειν, εἰς ἑτέραν δὲ καταθέσθαι δαπάνην.
Β Μακ. 4,19 ο μιαρός αυτός Ιάσων απέστειλε από τα Ιεροσόλυμα θεατάς πολίτας της Αντιοχείας, δια να παρακολουθήσουν την εορτήν. Αυτοί έφεραν μαζή των και τριακοσίας αργυράς δραχμάς, προοριζομένας δια την θυσίαν προς τον Ηρακλήν. Εζήτησαν όμως οι φέροντες αυτά να μη χρησιμοποιηθούν δια την θυσίαν του Ηρακλέους, διότι δεν ήτο πρέπον αλλά να διατεθούν εις άλλας δαπάνας.
Β Μακ. 4,20 ἔπεσεν οὖν ταῦτα διὰ μὲν τὸν ἀποστείλαντα εἰς τὴν τοῦ Ἡρακλέους θυσίαν, ἕνεκεν δὲ τῶν παρακομιζόντων εἰς τὰς τῶν τριήρων κατασκευάς.
Β Μακ. 4,20 Ετσι αι τριακόσιαι δραχμαί, αι οποίαι υπό του Ιάσωνος που τας απέστειλε προωρίζοντο δια την θυσίαν προς τιμήν του Ηρακλέους, εχρησιμοποιήθησαν από εκείνους που τας έφεραν σύμφωνα με την επιθυμίαν των δια την κατασκευήν πολεμικών πλοίων.
Β Μακ. 4,21 ἀποσταλέντος δὲ εἰς Αἴγυπτον Ἀπολλωνίου τοῦ Μενεσθέως διὰ τὰ πρωτοκλίσια Πτολεμαίου τοῦ Φιλομήτορος Βασιλέως, μεταλαβὼν Ἀντίοχος ἀλλότριον αὐτὸν τῶν αὐτῶν γεγονέναι πραγμάτων, τῆς καθ᾿ αὑτὸν ἀσφαλείας ἐφρόντιζεν· ὅθεν εἰς Ἰόππην παραγενόμενος κατήντησεν εἰς Ἱεροσόλυμα.
Β Μακ. 4,21 Οταν δε ο υιός του Μενεσθέως ο Απολλώνιος είχεν αποσταλή εις την Αίγυπτον, δια να παραστή εις την ενθρόνισιν του βασιλέως Πτολεμαίου του Φιλομήτορος, ο Αντίοχος πληροφορηθείς ότι ο βασιλεύς αυτός δεν επεδοκίμαζε τας πράξστου, εφρόντισε να είναι ασφαλής απέναντί του. Οθεν μετέβη εις την Ιόππην και κατόπιν έφθασεν εις την Ιερουσαλήμ.
Β Μακ. 4,22 μεγαλοπρεπῶς δὲ ὑπὸ τοῦ Ἰάσωνος καὶ τῆς πόλεως παραδεχθείς, μετὰ δᾳδουχίας καὶ βοῶν εἰσπεπόρευται, εἶθ᾿ οὕτως εἰς τὴν Φοινίκην κατεστρατοπέδευσε.
Β Μακ. 4,22 Εκεί δε έγινε δεκτός με κάθε μεγαλοπρέπειαν από τον Ιάσωνα και τους κατοίκους της πόλεως, εισήλθεν εις την πόλιν με λαμπαδηφορίας και ζητωκραυγάς των πολιτών. Κατόπιν ήλθε και εστρατοπέδευσεν εις την Φοινίκην.
Β Μακ. 4,23 μετὰ δὲ τριετῆ χρόνον ἀπέστειλεν Ἰάσων Μενέλαον, τὸν τοῦ προσημαινομένου Σίμωνος ἀδελφόν, παρακομίζοντα τὰ χρήματα τῷ βασιλεῖ καὶ περὶ πραγμάτων ἀναγκαίων ὑπομνηματισμοὺς τελέσοντα.
Β Μακ. 4,23 Μετά πάροδον τριών ετών ο Ιάσων έστειλε τον Μενέλαον, αδελφόν του προμνημονευθέντος Σιμωνος, δια να φέρη στον βασιλέα τα χρήματα και να εκθέση προς αυτόν την ανάγκην εκτελέσεως επειγόντων έργων.
Β Μακ. 4,24 ὁ δὲ συσταθεὶς τῷ βασιλεῖ καὶ δοξάσας αὐτὸν τῷ προσώπῳ τῆς ἐξουσίας, εἰς ἑαυτὸν κατήντησε τὴν ἀρχιερωσύνην, ὑπερβαλὼν τὸν Ἰάσωνα τάλαντα ἀργυρίου τριακόσια.
Β Μακ. 4,24 Ο Μενέλαος δεόντως συνεστήθη στον βασιλέα και παρουσίασε τον εαυτόν του ως πρόσωπον μεγάλης αξίας, έτσι δε επέτυχε δια τον εαυτόν του την αρχιερωσύνην, αφού έδωσε τριάκοντα αργυρά τάλαντα περισσότερα από εκείνα τα οποία είχε προσφέρει ο Ιάσων.
Β Μακ. 4,25 λαβὼν δὲ τὰς βασιλικὰς ἐντολὰς παρεγένετο, τῆς μὲν ἀρχιερωσύνης οὐδὲν ἄξιον φέρων, θυμοὺς δὲ ὠμοῦ τυράννου καὶ θηρὸς βαρβάρου ὀργὰς ἔχων.
Β Μακ. 4,25 Ετσι δε επήρεν αυτός από τον βασιλέα την εντολήν δια την ανάληψιν της αρχιερωσύνης και ήλθεν εις την Ιερουσαλήμ, χωρίς τίποτε το άξιον της αρχιερωσύνης να έχη, έφερεν όμως εις την καρδίαν του θυμόν σκληρού τυράννου και οργήν αγρίου θηρίου.
Β Μακ. 4,26 καὶ ὁ μὲν Ἰάσων ὁ τὸν ἴδιον ἀδελφὸν ὑπονοθεύσας, ὑπονοθευθεὶς ὑφ᾿ ἑτέρου, φυγὰς εἰς τὴν Ἀμμανῖτιν χώραν συνήλαστο.
Β Μακ. 4,26 Και ο μεν Ιάσων, ο οποίος προηγουμένως είχεν εξαπατήσει τον αδελφόν του, τώρα δε εξηπατήθη από άλλον, κατέφυγε πρόσφυξ εις την χώραν των Αμμανιτών.
Β Μακ. 4,27 ὁ δὲ Μενέλαος τῆς μὲν ἀρχῆς ἐκράτει, τῶν δὲ ἐπηγγελμένων τῷ βασιλεῖ χρημάτων οὐδὲν εὐτάκνει· ποιουμένου δὲ τὴν ἀπαίτησιν Σωστράτου τοῦ τῆς ἀκροπόλεως ἐπάρχου,
Β Μακ. 4,27 Ο δε Μενέλαος επέτυχε να πάρη εις τα χέρια του την εξουσίαν. Αλλά δεν κατέβαλε τίποτε από τα χρήματα, τα οποία είχεν υποσχεθή στον βασιλέα. Ο Σωστρατος όμως, ο διοικητής της ακροπόλεως Ιερουσαλήμ, υπενθύμιζεν στον Μενέλαον και απαιτούσε την καταβολήν των χρημάτων,
Β Μακ. 4,28 πρὸς τοῦτον γὰρ ἦν ἡ τῶν φόρων πρᾶξις, δι᾿ ἣν αἰτίαν οἱ δύο ὑπὸ τοῦ βασιλέως προσεκλήθησαν,
Β Μακ. 4,28 διότι εις αυτόν είχεν ανατεθή η είσπραξις των φόρων. Δια τούτο εκλήθησαν και οι δυο ενώπιον του βασιλέως.
Β Μακ. 4,29 καὶ ὁ μὲν Μενέλαος ἀπέλιπε τῆς ἀρχιερωσύνης διάδοχον Λυσίμαχον τὸν ἑαυτοῦ ἀδελφόν, Σώστρατος δὲ Κράτητα τὸν ἐπὶ τῶν Κυπρίων.
Β Μακ. 4,29 Ο Μενέλαος αφήκεν ως αντικαταστάτην του εις την αρχιερωσύνην τον αδελφόν του Λυσίμαχον, ο δε Σωστρατος ως αντικαταστάτην του εις την διοίκησιν της ακροπόλεως τον Κράτητα διοικητήν των Κυπρίων.
Β Μακ. 4,30 τοιούτων δὲ συνεστηκότων, συνέβη Ταρσεῖς καὶ Μαλλώτας στασιάζειν διὰ τὸ Ἀντιοχίδι τῇ παλλακῇ τοῦ βασιλέως ἐν δωρεᾷ δεδόσθαι.
Β Μακ. 4,30 Ενῷ αυτά συνέβαιναν, οι κάτοικοι της Ταρσού και της Μαλλώτας επανεστάτησαν, διότι αι δύο αυταί πόλεις είχαν δοθή από τον βασιλέα ως δώρον εις την Αντιοχίδα την παλλακήν του.
Β Μακ. 4,31 θᾶττον οὖν ὁ βασιλεὺς ἧκε καταστεῖλε τὰ πράγματα, καταλιπὼν τὸν διαδεχόμενον Ἀνδρόνικον τῶν ἐν ἀξιώματι κειμένων.
Β Μακ. 4,31 Ο βασιλεύς επήλθε ταχέως, δια να καταστείλη την επανάστασιν και αφήκεν ως αντικαταστάτην του τον Ανδρόνικον, ένα από τους επισήμους αξιωματούχους του.
Β Μακ. 4,32 νομίσας δὲ ὁ Μενέλαος εἰληφέναι καιρὸν εὐφυῆ, χρυσώματά τινα τῶν τοῦ ἱεροῦ νοσφισάμενος ἐχαρίσατο τῷ Ἀνδρονίκῳ καὶ ἕτερα ἐτύγχανε πεπρακὼς εἴς τε Τύρον καὶ τὰς κύκλῳ πόλεις.
Β Μακ. 4,32 Ο Μενέλαος ενόμισεν ότι είναι πρόσφορος η περίστασις δια την υπόθεσίν του και αφήρεσεν από τον ναόν μερικά χρυσά δοχεία, και ένα μέρος έδωκεν στον Ανδρόνικον, τα δε άλλα επώλησε εις την Τυρον και εις τας γύρω από αυτήν πόλεις.
Β Μακ. 4,33 ἃ καὶ σαφῶς ἐπεγνωκὼς ὁ Ὀνίας, παρήλεγχεν ἀποκεχωρηκὼς εἰς ἄσυλον τόπον ἐπὶ Δάφνης τῆς πρὸς Ἀντιόχειαν κειμένης.
Β Μακ. 4,33 Ο Ονίας, όταν έμαθε σαφώς την νέαν αυτήν ιεροσυλίαν του Μενελάου, τον επέπληξε δριμύτατα, αφού προηγουμένως είχε καταφύγει εις ασφαλή απαραβίαστον ιερόν τόπον, εις την Δαφνην, η οποία ευρίσκετο πλησίον της Αντιοχείας.
Β Μακ. 4,34 ὅθεν ὁ Μενέλαος λαβὼν ἰδίᾳ τὸν Ἀνδρόνικον, παρεκάλει χειρώσασθαι τὸν Ὀνίαν. ὁ δὲ παραγενόμενος ἐπὶ τὸν Ὀνίαν καὶ πεισθεὶς ἐπὶ δόλῳ καὶ δεξιὰς μεθ᾿ ὅρκων δούς, καίπερ ἐν ὑποψίᾳ κείμενος, ἔπεισεν ἐκ τοῦ ἀσύλου προελθεῖν, ὃν καὶ παραχρῆμα παρέκλεισεν οὐκ αἰδεσθεὶς τὸ δίκαιον.
Β Μακ. 4,34 Δια τούτο την ασφάλειάν του επιδιώκων και ο Μενέλαος επέτυχε να κερδίση υπέρ εαυτού τον Ανδρόνικον, τον οποίον και παρεκάλει να φονεύση τον Ονίαν. Ο Ανδρόνικος ήλθεν εις την Δαφνην πλησίον του Ονίου. Επείσθη να επιδιώξη την επιτυχίαν του σκοπού του με τρόπον δόλιον. Ετεινε λοιπόν προς αυτόν την δεξιάν και του ωρκίσθη φιλίαν. Ο Ανδρόνικος, αν και είχε πεισθή δια την αθωότητα του Ονίου, τον έπεισε να εξέλθη από τον απαραβίαστον ιερόν τόπον. Αμέσως δε και τον εφόνευσε και κατεπάτησεν έτσι κάθε θείον και ανθρώπινον δίκαιον.
Β Μακ. 4,35 δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐ μόνον Ἰουδαῖοι, πολλοὶ δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν ἐδείναζον καὶ ἐδυσφόρουν ἐπὶ τῷ τοῦ ἀνδρὸς ἀδίκῳ φόνῳ.
Β Μακ. 4,35 Δια την δολίαν εγκληματικήν αυτήν πράξιν όχι μόνον οι Ιουδαίοι αλλά και πολλοί από τους εθνικούς ηγανάκτησαν και εδυσφόρησαν δια τον άδικον θάνατον του ανδρός.
Β Μακ. 4,36 τοῦ δὲ βασιλέως ἐπανελθόντος ἀπὸ τῶν κατὰ Κιλικίαν τόπων, ἐνετύγχανον οἱ κατὰ πόλιν Ἰουδαῖοι, συμμισοπονηρούντων καὶ τῶν Ἑλλήνων ὑπὲρ τοῦ παρὰ λόγον τὸν Ὀνίαν ἀπεκτάνθαι.
Β Μακ. 4,36 Οταν δε ο βασιλεύς επέστρεψεν από τους τόπους της Κιλικίας, οι Ιουδαίοι της Αντιοχείας και άλλοι από τους ειδωλολατρικούς λαούς, οι οποίοι εμισούσαν το κακόν, παρουσιάσθησαν στον βασιλέα και εζήτουν εκδίκησιν δια τον αδίκως φονευθέντα Ονίαν.
Β Μακ. 4,37 ψυχικῶς οὖν ὁ Ἀντίοχος ἐπιλυπηθεὶς καὶ τραπεὶς εἰς ἔλεον καὶ δακρύσας διὰ τὴν τοῦ μετηλλαχότος σωφροσύνην καὶ πολλὴν εὐταξίαν
Β Μακ. 4,37 Ο Αντίοχος κατεθλίβη βαθύτατα, ησθάνθη συμπόνοιαν και έκλαυσε δια τον φόνον του σώφρονος και εναρέτου Ονίου.
Β Μακ. 4,38 καὶ πυρωθεὶς τοῖς θυμοῖς, παραχρῆμα τὴν τοῦ Ἀνδρονίκου πορφύραν περιελόμενος καὶ τοὺς χιτῶνας περιῤῥήξας, περιαγαγὼν καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν, ἐπ᾿ αὐτὸ τὸν τόπον, οὗπερ εἰς τὸν Ὀνίαν ἠσέβησεν, ἐκεῖ τὸν μιαιφόνον ἀπεκόσμησε, τοῦ Κυρίου τὴν ἀξία αὐτῷ κόλασιν ἀποδόντος.
Β Μακ. 4,38 Αναψε από τον θυμόν του, διέταξε και αφήρεσαν αμέσως την βασιλικήν πορφύραν από τον Ανδρόνικον, του έσχισαν τα ενδύματά του και τον περιέφεραν καθ' όλην την πόλιν. Επειτα δε στον τόπον εκείνον, όπου είχε διαπράξει την μεγάλην ασέβειαν εναντίον του Ονίου, εκεί τον ασεβή αυτόν καθήρεσεν από κάθε αξίωμα και τον εφόνευσεν. Ετσι δε ο Κυριος ανταπέδωκεν εις αυτόν την πρέπουσαν τιμωρίαν.
Β Μακ. 4,39 γενομένων δὲ πολλῶν ἱεροσυλυμάτων κατὰ τὴν πόλιν ὑπὸ τοῦ Λυσιμάχου μετὰ τῆς Μενελάου γνώμης καὶ διαδοθείσης ἔξω τῆς φήμης, ἐπισυνήχθη τὸ πλῆθος ἐπὶ τὸν Λυσίμαχον, χρυσωμάτων ἤδη πολλῶν διενηνεγμένων.
Β Μακ. 4,39 Επειδή πάρα πολλά ιερά αντικείμενα είχον συληθή και επωλούντο εις την πόλιν της Αντιοχείας από τον Λυσίμαχον, σύμφωνα και με την θέλησιν του Μενελάου, το πλήθος εξηγέρθη σύσσωμον εναντίον του Λυσιμάχου, διότι πολλά ιερά χρυσά δοχεία είχαν διασκορπισθή εις την πόλιν.
Β Μακ. 4,40 ἐπεγειρομένων δὲ τῶν ὄχλων καὶ ταῖς ὀργαῖς διεμπιπλαμένων, καθοπλίσας ὁ Λυσίμαχος πρὸς τρισχιλίους, κατήρξατο χειρῶν ἀδίκων, προηγησαμένου τινὸς τυράννου προβεβηκότος τὴν ἡλικίαν, οὐδὲν δὲ ἧττον καὶ τὴν ἄνοιαν.
Β Μακ. 4,40 Ο Λυσίμαχος, όταν είδε να εξεγείρωνται οι όχλοι εναντίον του και τα πνεύματα του λαού να είναι εξωργισμένα, ώπλισε τρεις χιλιάδας άνδρας και ήρχισε να βιαιοπραγή εναντίον του λαού, έχων προπορευόμενον κάποιον τύραννον, προχωρημένον εις την ηλικίαν όχι δε ολιγώτερον και εις την αφροσύνην.
Β Μακ. 4,41 συνιδόντες δὲ καὶ τὴν ἐπίθεσιν τοῦ Λυσιμάχου, συναρπάσαντες οἱ μὲν πέτρους, οἱ δὲ ξύλων πάχη, τινὲς δὲ ἐκ τῆς παρακειμένης σποδοῦ δρασσόμενοι, φύρδην ἐνετίνασσον εἰς τοὺς περὶ τὸν Λυσίμαχον·
Β Μακ. 4,41 Οταν ο λαός είδεν αυτήν την επίθεσιν του Λυσιμάχου, ήρπασαν άλλοι μεν λίθους άλλοι δε χονδρά ξύλα, άλλοι δε επήραν στάκτην η οποία ευρέθη κάπου εκεί, και έρριπτον αυτά φύρδην μίγδην εναντίον των περί τον Λυσίμαχον ανδρών.
Β Μακ. 4,42 δι᾿ ἣν αἰτίαν πολλοὺς μὲν αὐτῶν τραυματίας ἐποίησαν, τινὰς δὲ καὶ κατέβαλον, πάντας δὲ εἰς φυγὴν συνήλασαν, αὐτὸν δὲ τὸν ἱερόσυλον παρὰ τὸ γαζοφυλάκιον ἐχειρώσαντο.
Β Μακ. 4,42 Με την επίθεσίν των αυτήν οι άνθρωποι του λαού μεγάλον αριθμόν εκ των ανδρών του Λυσιμάχου ετραυμάτισαν, μερικούς δε και εφόνευσαν, όλους τους άλλους τους έτρεψαν εις φυγήν, αυτόν δε τον ιερόσυλον άνδρα τον έσφαξαν πλησίον του θησαυροφυλακίου.
Β Μακ. 4,43 περὶ δὲ τούτων ἐνέστη κρίσις πρὸς τὸν Μενέλαον.
Β Μακ. 4,43 Επειτα δε από τα γεγονότα αυτά, ήρχισε μία δίκη εναντίον του Μενελάου.
Β Μακ. 4,44 καταντήσαντος δὲ τοῦ βασιλέως εἰς Τύρον, ἐπ᾿ αὐτοῦ τὴν δικαιολογίαν ἐποιήσαντο οἱ πεμφθέντες ἄνδρες τρεῖς ὑπὸ τῆς γερουσίας.
Β Μακ. 4,44 Οταν ο βασιλεύς ήλθεν εις την Τυρον, οι τρεις άνδρες, που είχαν σταλή από την γερουσίαν, εξέθεσαν το δίκαιον της υποθέσεώς των.
Β Μακ. 4,45 ἤδη δὲ λελειμμένος ὁ Μενέλαος ἐπηγγείλατο χρήματα ἱκανὰ τῷ Πτολεμαίῳ τῷ Δορυμένους πρὸς τὸ πεῖσαι τὸν βασιλέα.
Β Μακ. 4,45 Εν μέσω των δυσκόλων αυτών περιστάσεων ευρισκόμενος ο Μενέλαος υπεσχέθη στον Πτολεμαίον, υιόν του Δορυμένους, μεγάλο χρηματικόν ποσόν, δια να μεταπείση και καταστήση τον βασιλέα ευμενή προς αυτόν.
Β Μακ. 4,46 ὅθεν ἀπολαβὼν ὁ Πτολεμαῖος εἴς τι περίστυλον ὡς ἀναψύξοντα τὸν βασιλέα μετέθηκε,
Β Μακ. 4,46 Ο Πτολεμαίος επήρε τον βασιλέα ιδιαιτέρως εις κάποιον περίστυλον με την πρόθεσιν να τον δροσίση και εκεί κατώρθωσε να μεταβάλη την απόφασιν αυτού.
Β Μακ. 4,47 καὶ τὸν μὲν τῆς ὅλης κακίας Μενέλαον ἀπέλυσε τῶν κατηγορημάτων, τοῖς δὲ ταλαιπώροις, οἵτινες, εἰ καὶ ἐπὶ Σκυθῶν ἔλεγον, ἀπελύθησαν ἂν ἀκατάγνωστοι, τούτοις θάνατον ἐπέκρινε.
Β Μακ. 4,47 Και τον μεν Μενέλαον, τον αίτιον όλης αυτής της συμφοράς, εκήρυξεν αθώον από τας αποδοθείσας εις αυτόν κατηγορίας, τους δε ταλαιπώρους εκείνους κατεδίκασεν εις θάνατον, οι οποίοι εάν το ζήτημά των παρουσίαζον και εις αυτούς ακόμη τους βαρβάρους Σκύθας, θα απελύοντο ως αθώοι.
Β Μακ. 4,48 ταχέως οὖν τὴν ἄδικον ζημίαν ὑπέσχον οἱ ὑπὲρ πόλεως καὶ δήμων καὶ τῶν ἱερῶν σκευῶν προαγορεύσαντες.
Β Μακ. 4,48 Ετσι δε οι άνδρες, οι οποίοι είχαν αγωνισθή υπέρ της πόλεως, υπέρ του λαού και των ιερών σκευών, υπέστησαν αμέσως την άδικον αυτήν τιμωρίαν.
Β Μακ. 4,49 δι᾿ ἣν αἰτίαν καὶ Τύριοι μισοπονηρήσαντες τὰ πρὸς τὴν κηδείαν αὐτῶν μεγαλοπρεπῶς ἐχορήγησαν.
Β Μακ. 4,49 Και αυτοί άκομα οι κάτοικοι της Τυρου εμίσησαν και απεδοκίμασαν την παράνομον αυτήν πράξιν του βασιλέως και εις ένδειξιν της αγανακτήσεώς των εχορήγησαν τα έξοδα δια μεγαλοπρεπή κηδείαν των θυμάτων.
Β Μακ. 4,50 ὁ δὲ Μενέλαος διὰ τὰς τῶν κρατούντων πλεονεξίας ἔμενεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐπιφυόμενος τῇ κακίᾳ, μέγας τῶν πολιτῶν ἐπίβουλος καθεστώς.
Β Μακ. 4,50 Ο δε Μενέλαος, ικανοποιούσε πάντοτε τας πλεονεξίας των κατεχόντων την εξουσίαν και έμενεν στο αξίωμά του, ηύξανε κατά την κακίαν και κατέστη μέγας εχθρός και επίβουλος των συμπολιτών του.