Παλαιά Διαθήκη - Καινή Διαθήκη
Ἁγία Γραφή
Λευ. 12,1 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Λευ. 12,1 Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·
Λευ. 12,2 λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· γυνή, ἥτις ἐὰν σπερματισθῇ καὶ τέκῃ ἄρσεν, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας, κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ χωρισμοῦ τῆς ἀφέδρου αὐτῆς, ἀκάθαρτος ἔσται·
Λευ. 12,2 “λάλησε στους Ισραηλίτας και ειπέ λέγων προς αυτούς· Γυνή έγκυος, εάν γεννήση άρρεν, θα είναι ακάθαρτος επί επτά ημέρας· όσας ημέρας είναι ακάθαρτος και κατά την έμμηνον ρύσιν της.
Λευ. 12,3 καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ περιτεμεῖ τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ·
Λευ. 12,3 Κατά την ογδόην ημέραν από της γεννήσεως θα γίνη η περιτομή της ακροβυστίας του τέκνου της.
Λευ. 12,4 καὶ τριάκοντα καὶ τρεῖς ἡμέρας καθήσεται ἐν αἵματι ἀκαθάρτῳ αὐτῆς, παντὸς ἁγίου οὐχ ἅψεται καὶ εἰς τὸ ἁγιαστήριον οὐκ εἰσελεύσεται, ἕως ἂν πληρωθῶσιν αἱ ἡμέραι καθάρσεως αὐτῆς.
Λευ. 12,4 Τριάκοντα τρεις ημέρας θα παραμείνη ακόμη αυτή ακάθαρτος λόγω του ακαθάρτου αίματός της. Κανέν άγιον δεν θα εγγίζη αυτή και στον ναόν δεν θα εισέρχεται, μέχρις ότου συμπληρωθούν αι σαράντα ημέραι της καθάρσεώς της.
Λευ. 12,5 ἐὰν δὲ θῆλυ τέκῃ, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται δὶς ἑπτὰ ἡμέρας, κατὰ τὴν ἄφεδρον αὐτῆς· καὶ ἑξήκοντα ἡμέρας καὶ ἓξ καθεσθήσεται ἐν αἵματι ἀκαθάρτῳ αὐτῆς.
Λευ. 12,5 Εάν δε γεννήση θήλυ, θα είναι επί δεκατέσσαρας ημέρας ακάθαρτος όπως ακάθαρτος είναι κατά την έμμηνον ρύσιν. Θα παραμείνη δε ακόμη ακάθαρτος, λόγω του ακαθάρτου αίματός της, επί εξήκοντα εξ ημέρας.
Λευ. 12,6 καὶ ὅταν ἀναπληρωθῶσιν αἱ ἡμέραι καθάρσεως αὐτῆς ἐφ᾿ υἱῷ ἢ ἐπὶ θυγατρί, προσοίσει ἀμνὸν ἐνιαύσιον ἄμωμον, εἰς ὁλοκαύτωμα, καὶ νεοσσὸν περιστερᾶς ἢ τρυγόνα περὶ ἁμαρτίας ἐπὶ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου πρὸς τὸν ἱερέα,
Λευ. 12,6 Οταν δε συμπληρωθούν αι ημέραι, αι οποίαι απαιτούνται προς καθαρισμόν της δια τον υιόν η την θυγατέρα που απέκτησε, θα προσφέρη εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου προς τον ιερέα αρνί ενός έτους, χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα, προς ολοκαύτωσιν και ένα νεοσσόν περιστεράς η μίαν τρυγόνα, θυσίαν περί αμαρτίας.
Λευ. 12,7 καὶ προσοίσει αὐτὸν ἔναντι Κυρίου καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτῆς ὁ ἱερεύς καὶ καθαριεῖ αὐτὴν ἀπὸ τῆς πηγῆς τοῦ αἵματος αὐτῆς. οὗτος ὁ νόμος τῆς τικτούσης ἄρσεν ἢ θῆλυ.
Λευ. 12,7 Ο ιερεύς θα προσφέρη αυτά θυσίαν ενώπιον του Κυρίου, θα εξιλεώση αυτήν και θα την καθαρίση από την ακαθαρσίαν του ρεύσαντος αίματός της. Αυτός είναι ο νόμος δια την κάθαρσιν της γυναικός, που γεννά άρρεν η θήλυ.
Λευ. 12,8 ἐὰν δὲ μὴ εὑρίσκῃ ἡ χεὶρ αὐτῆς τὸ ἱκανὸν εἰς ἀμνόν, καὶ λήψεται δύο τρυγόνας ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν, μίαν εἰς ὁλοκαύτωμα καὶ μίαν περὶ ἁμαρτίας, καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτῆς ὁ ἱερεύς, καὶ καθαρισθήσεται.
Λευ. 12,8 Εάν όμως δεν έχηι αυτή την οικονομικήν ευχέρειαν να προσφέρη αμνόν, θα λάβη δύο τρυγόνας η δύο νεοσσούς περιστερών, την μίαν εις ολοκαύτωσιν και την άλλην ως θυσίαν περί αμαρτίας, και ο ιερεύς θα προσφέρη την εξιλεωτικήν αυτήν θυσίαν και ούτω θα τελεσθή ο νόμος περί καθάρσεώς της”.
Λευ. 13,1 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Λευ. 13,1 Ο Κυριος ομίλησε προς τον Μωϋσήν και Ααρών και είπεν·
Λευ. 13,2 ἀνθρώπῳ ἐάν τινι γένηται ἐν δέρματι χρωτὸς αὐτοῦ οὐλὴ σημασίας τηλαυγής, καὶ γένηται ἐν δέρματι χρωτὸς αὐτοῦ ἁφὴ λέπρας, ἀχθήσεται πρὸς Ἀαρὼν τὸν ἱερέα, ἢ ἕνα τῶν υἱῶν αὐτοῦ τῶν ἱερέων.
Λευ. 13,2 “εάν στο δέρμα του σώματος ενός ανθρώπου παρουσιασθή πληγή εμφανή, στίλβουσα, ώστε να φαίνεται ότι πρόκειται περί προσβολής λέπρας, θα οδηγηθή αυτός προς τον Ααρών τον αρχιερέα η εις ένα από τους υιούς του τους ιερείς.
Λευ. 13,3 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφὴν ἐν δέρματι τοῦ χρωτὸς αὐτοῦ, καὶ ἡ θρὶξ ἐν τῇ ἁφῇ μεταβάλῃ λευκή, καὶ ἡ ὄψις τῆς ἁφῆς ταπεινὴ ἀπὸ τοῦ δέρματος τοῦ χρωτός, ἁφὴ λέπτρας ἐστί· καὶ ὄψεται ὁ ἱερεύς, καὶ μιανεῖ αὐτόν.
Λευ. 13,3 Ο ιερεύς θα παρατηρήση και θα εξετάση την πληγήν αυτήν του δέρματος, και εάν αι τρίχες στο σημείον της πληγής είναι λευκαί και το προσβληθέν μέρος είναι χαμηλότερον από το άλλο δέρμα, τότε η πληγή αυτή είναι πληγή λέπρας. Αφού δε ο ιερεύς ίδη αυτά, θα χαρακτηρίση και θα κηρύξη αυτόν ακάθαρτον.
Λευ. 13,4 ἐὰν δὲ τηλαυγὴς λευκὴ ᾖ ἐν τῷ δέρματι τοῦ χρωτὸς αὐτοῦ, καὶ ταπεινὴ μὴ ᾖ ἡ ὄψις αὐτῆς ἀπὸ τοῦ δέρματος, καὶ ἡ θρὶξ αὐτοῦ οὐ μετέβαλε τρίχα λευκήν, αὐτὴ δέ ἐστιν ἀμαυρά, καὶ ἀφοριεῖ ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφὴν ἑπτὰ ἡμέρας.
Λευ. 13,4 Εάν όμως η στίλβουσα πληγή του δέρματος δεν είναι χαμηλοτέρα από την επιφάνειαν του άλλου δέρματος, ούτε έχουν μεταβληθή αι τρίχες αυτού εις λευκάς, αλλά παραμένουν μαύραι, ο ιερεύς θα χωρίση αυτόν ως ακάθαρτον επί επτά ημέρας.
Λευ. 13,5 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφὴν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, καὶ ἰδοὺ ἡ ἁφὴ μένει ἐναντίον αὐτοῦ, οὐ μετέπεσεν ἡ ἁφὴ ἐν τῷ δέρματι, καὶ ἀφοριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεὺς ἑπτὰ ἡμέρας τὸ δεύτερον.
Λευ. 13,5 Θα εξετάση όμως ο ιερεύς την πληγήν πάλιν κατά την εβδόμην ημέραν και εάν αυτή παραμένη, όπως και πριν και δεν εξηπλώθη επί πλέον επί του δέρματος, θα χωρίση αυτόν δια δευτέραν φοράν επί άλλας επτά ημέρας.
Λευ. 13,6 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ τὸ δεύτερον. καὶ ἰδοὺ ἀμαυρὰ ἡ ἁφή, οὐ μετέπεσεν ἡ ἁφὴ ἐν τῷ δέρματι· καὶ καθαριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς· σημασία γάρ ἐστι· καὶ πλυνάμενος τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καθαρὸς ἔσται.
Λευ. 13,6 Παλιν δε ο ιερεύς κατά την εβδόμην ημέραν θα ίδη αυτόν δια δευτάραν φοράν και εάν η πληγή είναι θαμβή και όχι στίλβουσα, και δεν έχη απλωθή περισσότερον επί του δέρματος, ο ιερεύς θα κηρύξη αυτόν καθαρόν, διότι τα σημεία πείθουν ότι δεν πρόκειται περί λέπρας. Αυτός δε αφού πλύνη τα ιμάτιά του, θα είναι καθαρός.
Λευ. 13,7 ἐὰν δὲ μεταβαλοῦσα μεταπέσῃ ἡ σημασία ἐν τῷ δέρματι, μετὰ τὸ ἰδεῖν αὐτὸν τὸν ἱερέα τοῦ καθαρίσαι αὐτόν, καὶ ὀφθήσεται τὸ δεύτερον τῷ ἱερεῖ.
Λευ. 13,7 Εάν όμως κατόπιν αυτών η πληγή μεταδοθή στο άλλο δέρμα, θα παρουσιασθή και πάλιν αυτός στον ιερέα.
Λευ. 13,8 καὶ ὄψεται αὐτὸν ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ μετέπεσεν ἡ σημασία ἐν τῷ δέρματι, καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς· λέπρα ἐστί.
Λευ. 13,8 Ο ιερεύς θα τον εξετάση και εάν ίδη ότι η πληγή εξηπλώθη στο άλλο δέρμα, θα τον κηρύξη ακάθαρτον, διότι πρόκειται πλέον περί λέπρας.
Λευ. 13,9 καὶ ἁφὴ λέπρας ἐὰν γένηται ἐν ἀνθρώπῳ, καὶ ἥξει πρὸς τόν ἱερέα·
Λευ. 13,9 Εάν λοιπόν παρουσιασθή εις κάποιον άνθρωπον πληγή λέπρας, θα έλθη αυτός προς τον ιερέα·
Λευ. 13,10 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ οὐλὴ λευκὴ ἐν τῷ δέρματι, καὶ αὕτη μετέβαλε τρίχα λευκήν, καὶ ἀπὸ τοῦ ὑγιοῦς τῆς σαρκὸς τῆς ζώσης ἐν τῇ οὐλῇ,
Λευ. 13,10 ο ιερεύς θα τον εξετάση μετά προσοχής και εάν ίδη ότι η στο δέρμα πληγή είναι λευκή, έχη δε μεταβάλει τας τρίχας εις λευκάς και υπάρχουν σημεία τινά υγιούς σαρκός εν τη πληγή,
Λευ. 13,11 λέπρα παλαιουμένη ἐστὶν ἐν τῷ δέρματι τοῦ χρωτός, καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεὺς καὶ ἀφοριεῖ αὐτόν, ὅτι ἀκάθαρτός ἐστιν.
Λευ. 13,11 τότε η λέπρα είναι παλαιά στο δέρμα του. Ο δε ιερεύς θα κηρύξη αυτόν ακάθαρτον και θα τον χωρίση μακράν από τον λαόν, διότι είναι ακάθαρτος.
Λευ. 13,12 ἐὰν δὲ ἀνθοῦσα ἐξανθήσῃ ἡ λέπρα ἐν τῷ δέρματι, καὶ καλύψῃ ἡ λέπρα πᾶν τὸ δέρμα τῆς ἁφῆς ἀπὸ κεφαλῆς ἕως ποδῶν, καθ᾿ ὅλην τὴν ὅρασιν τοῦ ἱερέως,
Λευ. 13,12 Εάν η λέπρα, προοδεύουσα συνεχώς, καλύψη όλον το δέρμα από κεφαλής μέχρι ποδών,
Λευ. 13,13 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς καὶ ἰδού ἐκάλυψεν ἡ λέπρα πᾶν τὸ δέρμα τοῦ χρωτός, καὶ καθαριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφήν, ὅτι πᾶν μετέβαλε λευκόν, καθαρόν ἐστι.
Λευ. 13,13 ίδη δε αυτόν ο ιερεύς και διαπιστώση ότι η λέπρα εκάλυψεν όλον αυτού το δέρμα, θα κηρύξη ο ιερεύς καθαράν την ασθένειαν και αυτόν καθαρόν διότι όλον του το σώμα έγινε λευκόν (άρα δεν πρόκειται περί λέπρας αλλά περί λευκοπλασίας).
Λευ. 13,14 καὶ ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ὀφθῇ ἐν αὐτῷ χρὼς ζῶν, μιανθήσεται,
Λευ. 13,14 Κατά την ημέραν όμως, κατά την οποίαν θα φανή στο λευκόν αυτού δέρμα σαρξ υγιής με το προηγούμενον φυσικόν αυτής χρώμα, ο άνθρωπος αυτός θα είναι ακάθαρτος.
Λευ. 13,15 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὸν χρῶτα τὸν ὑγιῆ, καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ χρὼς ὁ ὑγιής, ὅτι ἀκάθαρτός ἐστι· λέπρα ἐστί.
Λευ. 13,15 Ο ιερεύς θα ίδη τα υγιά μέρη του δέρματος εν αντιπαραβολή προς τα ασθενή και θα κηρύξη αυτόν ακάθαρτον, διότι πρόκειται περί λέπρας.
Λευ. 13,16 ἐὰν δέ ἀποκαταστῇ ὁ χρὼς ὁ ὑγιής, καὶ μεταβάλῃ λευκή, καὶ ἐλεύσεται πρὸς τὸν ἱερέα,
Λευ. 13,16 Εάν έως μεταβληθή και πάλιν το υγιές μέρος του δέρματος και γίνη πάλιν λευκόν, ο ασθενής θα μεταβή προς τον ιερέα·
Λευ. 13,17 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ μετέβαλεν ἡ ἁφὴ εἰς τὸ λευκόν, καὶ καθαριεῖ ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφήν· καθαρός ἐστι.
Λευ. 13,17 θα τον εξετάση ο ιερεύς και εάν ίδη ότι η νόσος έγινε λευκή, θα κηρύξη αυτήν καθαράν και ο ασθενής θα είναι καθαρός.
Λευ. 13,18 Καὶ σὰρξ ἐὰν γένηται ἐν τῷ δέρματι αὐτοῦ ἕλκος καὶ ὑγιασθῇ,
Λευ. 13,18 Εάν δε δημιουργηθή έλκος στο δέρμα ενός ανθρώπου, το οποίον έλκος εθεραπεύθη,
Λευ. 13,19 καὶ γένηται ἐν τῷ τόπῳ τοῦ ἕλκους οὐλὴ λευκή, ἢ τηλαυγὴς λευκαίνουσα, ἢ πυῤῥίζουσα, καὶ ὀφθήσεται τῷ ἱερεῖ,
Λευ. 13,19 αλλά εις την περιοχήν του έλκους αυτού παρουσιασθή πληγή λευκή η στίλβουσα η ξανθή, ο ασθενής θα παρουσιασθή εις τον ιερέα.
Λευ. 13,20 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ ἡ ὄψις ταπεινοτέρα τοῦ δέρματος, καὶ ἡ θρὶξ αὐτῆς μετέβαλεν εἰς λευκήν, καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς, ὅτι λέπρα ἐστίν, ἐν τῷ ἕλκει ἐξήνθησεν.
Λευ. 13,20 Ο ιερεύς θα τον εξετάση και εάν ίδη ότι η επιφάνεια της πληγής είναι χαμηλοτέρα από το άλλο δέρμα και ότι αι εκεί τρίχες μετεβλήθησαν εις λευκάς, θα κηρύξη αυτόν ο ιερεύς λεπρόν, διότι πρόκειται περί λέπρας, η οποία εφυτρωσεν στο έλκος.
Λευ. 13,21 ἐὰν δὲ ἴδῃ ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ θρὶξ λευκή, καὶ ταπεινὸν μὴ ᾖ ἀπὸ τοῦ δέρματος τοῦ χρωτός, καὶ αὐτὴ ᾖ ἀμαυρά, καὶ ἀφοριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεὺς ἑπτὰ ἡμέρας.
Λευ. 13,21 Εάν όμως ο ιερεύς ίδη ότι δεν υπάρχει εις την περιοχήν του έλκους λευκή τρίχα, αλλά αμαυρά, όπως και προηγουμένως, το δε προσβληθέν μέρος δεν είναι χαμηλότερον του άλλου δέρματος, θα χωρίση αυτόν ο ιερεύς επί επτά ημέρας.
Λευ. 13,22 ἐὰν δὲ διαχύσει διαχέηται ἐν τῷ δέρματι, καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς, ἁφὴ λέπρας ἐστίν, ἐν τῷ ἕλκει ἐξήνθησεν.
Λευ. 13,22 Εάν δε διαχυθή και μεταδοθή και εις άλλα μέρη του δέρματος η πληγή αυτή, θα κηρύξη ο ιερεύς αυτόν ακάθαρτον, διότι πρόκειται πλέον περί λέπρας, η οποία εβγήκεν από το έλκος.
Λευ. 13,23 ἐὰν δὲ κατὰ χώραν μείνῃ τὸ τηλαύγημα καὶ μὴ διαχέηται, οὐλὴ τοῦ ἕλκους ἐστί, καὶ καθαριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς.
Λευ. 13,23 Εάν όμως η γυαλίζουσα αυτή πληγή μείνη στάσιμος και δεν μεταδοθή, είναι πληγή έλκους. Ο ιερεύς θα κηρύξη τον ασθενή καθαρόν.
Λευ. 13,24 Καὶ σὰρξ ἐὰν γένηται ἐν τῷ δέρματι αὐτοῦ κατάκαυμα πυρός, καὶ γένηται ἐν τῷ δέρματι αὐτοῦ τὸ ὑγιασθὲν τοῦ κατακαύματος αὐγάζον τηλαυγὲς λευκόν, ὑποπυῤῥίζον ἢ ἔκλευκον,
Λευ. 13,24 Εάν στο δέρμα κάποιου ανθρώπου γίνη έγκαυμα από πυρ, θεραπευθή δε το έγκαυμα, μείνη όμως στο θεραπευθέν μέρος εμφανές γυαλιστερόν λευκόν σημείον, υπέρυθρον η ολόλευκον,
Λευ. 13,25 καὶ ὄψεται αὐτὸν ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ μετέβαλε θρὶξ λευκὴ εἰς τὸ αὐγάζον, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ ταπεινὴ ἀπὸ τοῦ δέρματος, λέπρα ἐστίν, ἐν τῷ κατακαύματι ἐξήνθησε· καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς, ἁφὴ λέπρας ἐστίν.
Λευ. 13,25 θα τον ίδη ο ιερεύς και εάν διαπιστώση ότι στο γυαλιστερόν αυτό σημείον αι τρίχες μετεβλήθησαν εις λευκάς και η επιφάνεια αυτού είναι χαμηλοτέρα από την του δέρματος, πρόκειται περί λέπρας, η οποία εφύτρωσεν από το έγκαυμα. Ο ιερεύς θα κηρύξη τον ασθενή ακάθαρτον, διότι η ασθένειά του είναι λέπρα.
Λευ. 13,26 ἐὰν δὲ ἴδῃ ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ αὐγάζοντι θρὶξ λευκή, καὶ ταπεινὸν μὴ ᾖ ἀπὸ τοῦ δέρματος, αὐτὸ δὲ ἀμαυρόν, καὶ ἀφοριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεὺς ἑπτὰ ἡμέρας.
Λευ. 13,26 Εάν όμως ο ιερεύς ίδη ότι στο ασθενούν μέρος δεν υπάρχει λευκή τρίχα, ότι τούτο δεν είναι χαμηλότερον από το άλλο δέρμα, ότι το χρώμα του είναι θαμβόν, ο ιερεύς θα τον χωρίση επί επτά ημέρας.
Λευ. 13,27 καὶ ὄψεται αὐτὸν ὁ ἱερεὺς τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ· ἐὰν δὲ διαχύσει διαχέηται ἐν τῷ δέρματι, καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς· ἁφὴ λέπρας ἐστίν, ἐν τῷ ἕλκει ἐξήνθησεν.
Λευ. 13,27 Κατά την εβδόμην ημέραν θα τον εξετάση και πάλιν και εάν ίδη ότι η πληγή εξηπλώθη και στο άλλο δέρμα, θα κηρύξη αυτόν ακάθαρτον, διότι πρόκειται περί λέπρας, η οποία ανεφάνη στο έλκος.
Λευ. 13,28 ἐὰν δὲ κατὰ χώραν μείνῃ τὸ αὐγάζον, καὶ μὴ διαχυθῇ ἐν τῷ δέρματι, αὐτὴ δὲ ἀμαυρὰ ᾖ, οὐλὴ τοῦ κατακαύμαστός ἐστι, καὶ καθαριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς· ὁ γὰρ χαρακτὴρ τοῦ κατακαύματός ἐστι.
Λευ. 13,28 Εάν η αναφανείσα πληγή μείνη στο σημείον, που υπήρχε, και δεν απλωθή στο άλλο δέρμα, έχει δε χρώμα θαμβόν, η πληγή αυτή είναι από το έγκαυμα, και θα κηρύξη αυτόν ο ιερεύς καθαρόν, διότι η πληγή έχει το χαρακτηριστικόν γνώρισμα του εγκαύματος μόνον.
Λευ. 13,29 Καὶ ἀνδρὶ ἢ γυναικὶ ἐὰν γένηται ἐν αὐτοῖς ἁφὴ λέπρας ἐν τῇ κεφαλῇ ἢ ἐν τῷ πώγωνι,
Λευ. 13,29 Εάν εις την κεφαλήν η στου πώγωνα ανδρός η γυναικός παρουσιασθ·η πληγή λέπρας,
Λευ. 13,30 καί ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφήν, καὶ ἰδοὺ ἡ ὄψις αὐτῆς ἐγκοιλοτέρα τοῦ δέρματος, ἐν αὐτῇ δὲ θρὶξ ξανθίζουσα λεπτή, καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς· θραῦσμά ἐστι, λέπρα τῆς κεφαλῆς ἢ λέπρα τοῦ πώγωνός ἐστι.
Λευ. 13,30 ο ιερεύς θα εξετάση αυτήν. Και εάν η επιφάνεια αυτής εινα χαμηλοτέρα από την του άλλου δέρματος και αι εντός αυτής τρίχες είναι ξανθαί και λεπταί, θα κηρύξη τον άνθρωπον αυτόν ο ιερεύς ακάθαρτον, διότι πρόκειται περί προσβολής λέπρας της κεφαλής η λέπρας του πώγωνος.
Λευ. 13,31 καὶ ἐὰν ἴδῃ ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφὴν τοῦ θραύσματος, καὶ ἰδοὺ οὐχ ἡ ὄψις ἐγκοιλοτέρα τοῦ δέρματος, καὶ θρὶξ ξανθίζουσα οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῇ, καὶ ἀφοριεῖ ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφὴν τοῦ θραύσματος ἑπτὰ ἡμέρας.
Λευ. 13,31 Εάν ο ιερεύς εξετάση την προσβολήν και ίδη ότι η εκεί επιφάνεια του δέρματος δεν είναι χαμηλοτέρα και τρίχα ξανθή δεν υπάρχει εις αυτήν, θα ξεχωρίση ο ιερεύς τον έχοντα την προσβολήν αυτήν επί επτά ημέρας.
Λευ. 13,32 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφὴν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, καὶ ἰδοὺ οὐ διεχύθη τὸ θραῦσμα, καὶ θρὶξ ξανθίζουσα οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῇ, καὶ ἡ ὄψις τοῦ θραύσματος οὐκ ἔστι κοίλη ἀπὸ τοῦ δέρματος.
Λευ. 13,32 Την εβδόμην ημέραν θα εξετάση και πάλιν ο ιερεύς την πληγήν και εάν ίδη ότι η πληγή δεν εξηπλώθη και ότι δεν υπάρχει εκεί τρίχα χρώματος ξανθού, η δε επιφάνεια του ασθενούντος δέρματος δεν είναι χαμηλοτέρα από την του άλλου δέρματος,
Λευ. 13,33 καὶ ξυρηθήσεται τὸ δέρμα, τὸ δὲ θραῦσμα οὐ ξυρηθήσεται, καὶ ἀφοριεῖ ὁ ἱερεὺς τὸ θραῦσμα ἑπτὰ ἡμέρας τὸ δεύτερον.
Λευ. 13,33 θα δώση εντολήν ο ιερεύς να ξυρισθή το υγιές δέρμα, το δε προσβεβλημένον να μείνη αξύριστον. Και πάλιν θα απομονώση ο ιερεύς τον ασθενή επί άλλας επτά ημέρας.
Λευ. 13,34 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὸ θραῦσμα τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, καὶ ἰδοὺ οὐ διεχύθη τὸ θραῦσμα ἐν τῷ δέρματι μετὰ τὸ ξυρηθῆναι αὐτόν, καὶ ἡ ὄψις τοῦ θραύσματος οὐκ ἔστι κοίλη ἀπὸ τοῦ δέρματος, καὶ καθαριεῖ αὐτὴν ὁ ἱερεύς, καὶ πλυνάμενος τὰ ἱμάτια καθαρὸς ἔσται.
Λευ. 13,34 Ο ιερεύς θα εξετάση την πληγήν κατά την εβδόμην ημέραν και εάν ίδη ότι η βλάβη δεν ηπλώθη στο άλλο δέρμα μετά το ξύρισμα, που είχε γίνει εις αυτό, η δε επιφάνεια της πληγής δεν είναι χαμηλοτέρα από την του άλλου δέρματος, θα κηρύξη αυτήν ο ιερεύς καθαράν, και ο ασθενής, αφού πλύνη τα ιμάτιά του, θα είναι καθαρός.
Λευ. 13,35 ἐὰν δὲ διαχύσει διαχέηται τὸ θραῦσμα ἐν τῷ δέρματι μετὰ τὸ καθαρισθῆναι αὐτόν,
Λευ. 13,35 Εάν όμως η πληγή μετά την ανακήρυξιν αυτού ως καθαρού αρχίση να επεκτείνεται και στο άλλο δέρμα,
Λευ. 13,36 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ διακέχυται τὸ θραῦσμα ἐν τῷ δέρματι, οὐκ ἐπισκέψεται ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς τριχὸς τῆς ξανθῆς, ὅτι ἀκάθαρτός ἐστιν.
Λευ. 13,36 θα ίδη ο ιερεύς ότι έχει απλωθή η βλάβη στο δέρμα και δεν θα εξετάση πλέον αν η τρίχα είναι ξανθή, διότι ο ασθενής είναι πλέον λεπρός, ακάθαρτος.
Λευ. 13,37 ἐὰν δὲ ἐνώπιον μείνῃ ἐπὶ χώρας τὸ θραῦσμα, καὶ θρὶξ μέλαινα ἀνατείλῃ ἐν αὐτῷ, ὑγίακε τὸ θραῦσμα· καθαρός ἐστι, καὶ καθαριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς.
Λευ. 13,37 Εάν όμως η πληγή μείνη επί του αυτού σημείου, φυτρώσουν δε εντός της περιοχής της μαύρες τρίχες, η ασθένεια έχει θεραπευθή, ο ασθενής είναι καθαρός από της λέπρας και ο ιερεύς θα τον κηρύξη καθαρόν.
Λευ. 13,38 Καὶ ἀνδρὶ ἢ γυναικί, ἐὰν γένηται ἐν δέρματι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ αὐγάσματα αὐγάζοντα λευκανθίζοντα,
Λευ. 13,38 Εάν στο δέρμα ανδρός η γυναικός παρουσιασθούν φανερά νοσηρά συμπτώματα στίλβοντα υπόλευκα,
Λευ. 13,39 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ ἐν δέρματι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ αὐγάσματα αὐγάζοντα λευκανθίζοντα, ἀλφός ἐστιν ἐξανθεῖ ἐν τῷ δέρματι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, καθαρός ἐστι.
Λευ. 13,39 θα εξετάση αυτόν ο ιερεύς και εάν ίδη τα στίλβοντα και λεακάζοντα αυτά συμπτώματα, ο ασθενής είναι υπόλευκος, έχει στο δέρμα του λευκήν μη μεταδοτικήν λεπράν. Ο ασθενής αυτός είναι καθαρός.
Λευ. 13,40 Ἐὰν δέ τινι μαδήσῃ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ, φαλακρός ἐστι, καθαρός ἐστιν.
Λευ. 13,40 Εάν κανενός μαδήση η κεφαλή, αυτός είναι φαλακρός και όχι λεπρός. Είναι καθαρός.
Λευ. 13,41 ἐὰν δὲ κατὰ πρόσωπον μαδήσῃ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ, ἀναφάλαντός ἐστι, καθαρός ἐστιν.
Λευ. 13,41 Εάν στο άνω μέρος του προσώπου επί της κεφαλής πέσουν αι τρίχες, αυτός είναι φαλακρός στο σημείον εκείνο. Είναι καθαρός.
Λευ. 13,42 ἐὰν δὲ γένηται ἐν τῷ φαλακρώματι αὐτοῦ ἢ ἐν τῷ ἀναφαλαντώματι αὐτοῦ ἀφὴ λευκὴ ἢ πυῤῥίζουσα, λέπρα ἐστὶν ἐν τῷ φαλακρώματι αὐτοῦ, ἢ ἐν τῷ ἀναφαλαντώματι αὐτοῦ.
Λευ. 13,42 Εάν όμως στο φαλάκρωμα της κεφαλής αυτού η του προσώπου παρουσιασθή λευκή πληγή η υπέρυθρος, είναι λέπρα στο φαλάκρωμα του κρανίου του η, του προσώπου του.
Λευ. 13,43 καὶ ὄψεται αὐτὸν ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ ἡ ὄψις τῆς ἁφῆς λευκὴ ἢ πυῤῥίζουσα ἐν τῷ φαλακρώματι αὐτοῦ ἢ ἐν τῷ φαλαντώματι αὐτοῦ, ὡς εἶδος λέπρας ἐν δέρματι τῆς σαρκός αὐτοῦ,
Λευ. 13,43 Ο ιερεύς θα εξετάση αυτόν και εάν η εμψάνισις της πληγής είναι λευκή η υπέρυθρος εις την φαλάκραν του κρανίου η του προσώπου, ωσάν είδος λέπρας στο δέρμα του,
Λευ. 13,44 ἄνθρωπος λεπρός ἐστι· μιάνσει μιανεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς, ἐν τῇ κεφαλῇ αὐτοῦ ἡ ἁφὴ αὐτοῦ.
Λευ. 13,44 ο άνθρωπος αυτός είναι λεπρός. Ο ιερεύς θα τον κηρύξη ακάθαρτον, διότι η λέπρα ευρίσκεται εις την κεφαλήν του.
Λευ. 13,45 Καὶ ὁ λεπρὸς ἐν ᾧ ἐστιν ἡ ἁφή, τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἔστω παραλελυμένα καὶ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἀκάλυπτος, καὶ περὶ τὸ στόμα αὐτοῦ περιβαλέσθω, καὶ ἀκάθαρτος κεκλήσεται·
Λευ. 13,45 Καθε λεπρός, ο οποίος έχει τα συμπτώματα της λέπρας, θα φορή τα ιμάτια αυτού σχισμένα, θα έχη την κεφαλήν ακάλυπτον με λυμένην την κόμην, το στόμα σκεπασμένον, δια να αναγνωρίζεται και να λέγεται “ακάθαρτος”.
Λευ. 13,46 πάσας τὰς ἡμέρας, ὅσας ἐὰν ᾖ ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ ἁφή, ἀκάθαρτος ὢν ἀκάθαρτος ἔσται, κεχωρισμένος καθήσεται, ἔξω τῆς παρεμβολῆς αὐτοῦ ἔσται ἡ διατριβή.
Λευ. 13,46 Καθ' όλον το διάστημα, κατά το οποίον, καθ' ο λεπρός, θα είναι ακάθαρτος, θα μένη απομονωμένος και θα ζη έξω από την κατασκήνωσιν.
Λευ. 13,47 Καὶ ἱματίῳ ἐὰν γένηται ἁφὴ ἐν αὐτῷ λέπρας ἐν ἱματίῳ ἐρέῳ, ἢ ἐν ἱματίῳ στυππυίνῳ,
Λευ. 13,47 Εάν πληγή λέπρας παρατηρηθή εις ένδυμα μάλλινον η λινόν,
Λευ. 13,48 ἢ ἐν στήμονι, ἢ ἐν κρόκῃ, ἢ ἐν τοῖς λινοῖς, ἢ ἐν τοῖς ἐρέοις, ἢ ἐν δέρματι, ἢ ἐν παντὶ ἐργασίμῳ δέρματι,
Λευ. 13,48 στο στημόνι η το υφάδι, εις λινά η μάλλινα, εις δέρμα ακατέργαστον η κατειργασμένον χρησιμοποιούμενον ως ένδυμα
Λευ. 13,49 καὶ γένηται ἡ ἁφή χλωρίζουσα ἢ πυῤῥίζουσα ἐν τῷ δέρματι, ἢ ἐν τῷ ἱματίῳ, ἢ ἐν τῷ στήμονι, ἢ ἐν τῇ κρόκῃ, ἢ ἐν παντὶ σκεύει ἐργασίμῳ δέρματος, ἁφὴ λέπρας ἐστί, καὶ δείξει τῷ ἱερεῖ.
Λευ. 13,49 και η προσβολή είναι κιτρίνη η υπέρυθρος στο δέρμα η στο ιμάτιον η στο στημόνι η στο υφάδι η εις κάθε είδος κατειργασμένου δέρματος, είναι προσβολή λέπρας και ο κάτοχος του ενδύματος θα δείξη αυτό στον ιερέα.
Λευ. 13,50 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφήν, καὶ ἀφοριεῖ ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφὴν ἑπτὰ ἡμέρας.
Λευ. 13,50 Ο ιερεύς θα ίδη τα συμπτώματα αυτά και θα απομονώση το ένδυμα αυτό επί επτά ημέρας.
Λευ. 13,51 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφὴν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ· ἐὰν δὲ διαχέηται ἡ ἁφὴ ἐν τῷ ἱματίῳ, ἢ ἐν τῷ στήμονι, ἢ ἐν τῇ κρόκῃ, ἢ ἐν τῷ δέρματι, κατὰ πάντα ὅσα ἐὰν ποιηθῇ δέρματα ἐν τῇ ἐργασίῳ, λέπρα ἔμμονός ἐστιν ἡ ἁφή, ἀκάθαρτός ἐστι.
Λευ. 13,51 Κατά την εβδόμην ημέραν θα ίδη πάλιν ο ιερεύς αυτό το σύμπτωμα. Εάν η προσβολή έχη εξαπλωθή στο υμάτιον η στο στημόνι η στο υφάδι η στο ακατέργαστον δέρμα η εις κάθε τι που έχει κατασκευασθή με κατειργασμένον δέρμα, η προσβολή αυτή είναι μόνιμος λέπρα, και το ένδυμα είναι ακάθαρτον.
Λευ. 13,52 κατακαύσει τὸ ἱμάτιον, ἢ τὸν στήμονα, ἢ τὴν κρόκην ἐν τοῖς ἐρέοις, ἢ ἐν τοῖς λινοῖς, ἢ ἐν παντὶ σκεύει δερματίνῳ, ἐν ᾧ ἂν ᾖ ἐν αὐτῷ ἡ ἁφή, ὅτι λέπρα ἔμμονός ἐστιν, ἐν πυρὶ κατακαυθήσεται.
Λευ. 13,52 Αυτό δε το ένδυμα, το στημόνι η το υφάδι, από το οποίον έχει υφανθή το μάλλινον η τα λινόν, και κάθε δερμάτινον είδος επάνω εις το οποίον ήθελε παρουσιασθή αυτή η προσβολή, επειδή είναι λέπρα μόνιμος και αθεράπευτος, θα κατακαούν στο πυρ όλα αυτά τα αντικείμενα.
Λευ. 13,53 ἐὰν δὲ ἴδῃ ὁ ἱερεύς, καὶ μὴ διαχέηται ἡ ἁφὴ ἐν τῷ ἱματίῳ, ἢ ἐν τῷ στήμονι, ἢ ἐν τῇ κρόκῃ, ἢ ἐν παντὶ σκεύει δερματίνῳ,
Λευ. 13,53 Εάν ο ιερεύς ίδη ότι η προσβολή αυτή δεν μετεδόθη εις άλλα σημεία του ιματίου, του στημονιού, του υφαδιού και εις κάθε δερμάτινον είδος,
Λευ. 13,54 καὶ συντάξει ὁ ἱερεύς, καὶ πλυνεῖ ἐφ᾿ οὗ ἐὰν ᾖ ἐπ᾿ αὐτοῦ ἡ ἁφή, καὶ ἀφοριεῖ ὁ ἱερεὺς τὴν ἁφὴν ἑπτὰ ἡμέρας τὸ δεύτερον·
Λευ. 13,54 θα διατάξη να πλυθή το ιμάτιον, επί του οποίου παρετηρήθη η προσβολή, και θα απομονώση αυτό επί άλλας επτά ημέρας.
Λευ. 13,55 καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς μετὰ τὸ πλυθῦναι αὐτὸ τὴν ἁφήν, καὶ ἥδε οὐ μὴ μετέβαλεν ἡ ἁφὴ τὴν ὄψιν, καὶ ἡ ἁφὴ οὐ διαχεῖται, ἀκάθαρτόν ἐστιν, ἐν πυρὶ κατακαυθήσεται· ἐστήρικται ἐν τῷ ἱματίῳ, ἢ ἐν τῷ στήμονι, ἢ ἐν τῇ κρόκῃ.
Λευ. 13,55 Ο ιερεύς μετά το πλύσιμον του ιματίου θα εξετάση και πάλιν την προσβολήν και εάν αυτή δεν μετεβλήθη προς το καλύτερον ως προς την εμφάνισιν, έστω και αν δεν έχη επεκταθή, το ένδυμα είναι ακάθαρτον και πρέπει να κατακαή στο πυρ· η προσβολή στο ιμάτιον η στο στημόνι η στο υφάδι είναι πλέον μόνιμος.
Λευ. 13,56 καὶ ἐὰν ἴδῃ ὁ ἱερεύς, καὶ ᾖ ἀμαυρὰ ἡ ἁφὴ μετὰ τὸ πλυθῆναι αὐτό, ἀποῤῥήξει αὐτὸ ἀπὸ τοῦ ἱματίου, ἢ ἀπὸ τοῦ στήμονος, ἢ ἀπὸ τῆς κρόκης, ἢ ἀπὸ τοῦ δέρματος.
Λευ. 13,56 Εάν όμως ο ιερεύς παρατηρήση ότι η προσβολή επήρε σκούρο χρώμα μετά το πλύσιμο του ιματίου, θα αποκόψη το προσβληθέν μέρος του ιματίου η του στημονιού η του υφαδιού η παντός δερματίνου είδους.
Λευ. 13,57 ἐὰν δὲ ὀφθῇ ἔτι ἐν τῷ ἱματίῳ, ἢ ἐν τῷ στήμονι, ἢ ἐν τῇ κρόκῃ, ἢ ἐν παντὶ σκεύει δερματίνῳ, λέπρα ἐξανθοῦσά ἐστιν· ἐν πυρὶ κατακαυθήσεται ἐν ᾧ ἐστιν ἡ ἁφή.
Λευ. 13,57 Εάν εμφανισθή και πάλιν στο ένδυμα η στο στημόνι η στο υφάδι η εις κάθε δερμάτινον είδος νέα προσβολή, τότε πρόκειται περί λέπρας η οποία αναπτύσσεται. Το αντικείμενον, επί του οποίου υπάρχει αυτή η λέπρα, πρέπει να καή.
Λευ. 13,58 καὶ τὸ ἱμάτιον, ἢ ὁ στήμων, ἢ ἡ κρόκη, ἢ πᾶν σκεῦος δερμάτινον, ὃ πλυθήσεται, καὶ ἀποστήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ ἡ ἁφή, καὶ πλυθήσεται τὸ δεύτερον, καὶ καθαρὸν ἔσται.
Λευ. 13,58 Το ιμάτιον όμως η το στημόνι η το υφάδι η κάθε δερμάτινον είδος, το οποίον θα πλυθή και από το οποίον θα εκλείψη η προσβολή, θα πλυθή δευτέραν φοράν και τότε θα είναι καθαρόν.
Λευ. 13,59 οὗτος ὁ νόμος ἁφῆς λέπρας ἱματίου ἐρέου, ἢ στυππυίνου, ἢ στήμονος, ἢ κρόκης, ἢ παντὸς σκεύους δερματίνου, εἰς τὸ καθαρίσαι αὐτό, ἢ μιᾶναι αὐτό.
Λευ. 13,59 Αυτός είναι ο νόμος της λέπρας μαλλίνου η, λινού ιματίου, στημονιου η υφαδιού και κάθε είδους δερματίνου αντικειμένου, δια να κηρυχθή τούτο καθαρόν η ακάθαρτον”.
Λευ. 14,1 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Λευ. 14,1 Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·
Λευ. 14,2 οὗτος ὁ νόμος τοῦ λεπροῦ, ᾗ ἂν ἡμέρᾳ καθαρισθῇ· καὶ προσαχθήσεται πρὸς τὸν ἱερέα,
Λευ. 14,2 “αυτή είναι η νομική διάταξις δια τον λεπρόν, η οποία θα τηρηθή κατά την ημέραν που αυτός θα έχη θεραπευθή από την λέπραν· θα οδηγηθή αυτός προς τον ιερέα,
Λευ. 14,3 καὶ ἐξελεύσεται ὁ ἱερεὺς ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ ὄψεται ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ ἰᾶται ἡ ἁφὴ τῆς λέπρας ἀπὸ τοῦ λεπροῦ.
Λευ. 14,3 ο οποίος θα εξέλθη από την κατασκήνωσιν προς το μέρος, στο οποίον ευρίσκεται ο λεπρός. Θα εξετάση αυτόν και θα πεισθή ότι έχει θεραπευθή πλέον η λέπρα.
Λευ. 14,4 καὶ προστάξει ὁ ἱερεύς, καὶ λήψονται τῷ κεκαθαρισμένῳ δύο ὀρνίθια ζῶντα καθαρὰ καὶ ξύλον κέδρινον καὶ κεκλωσμένον κόκκινον καὶ ὕσσωπον·
Λευ. 14,4 Θα διατάξη κατόπιν ο ιερεύς να φέρουν δια τον θεραπευθέντα λεπρόν δύο μικρά ζωντανά πτηνά, από τα καθαρά, δηλ. από εκείνα των οποίων επιτρέπεται η βρώσις, ένα κέδρινον ξύλον, ταινίαν από στριμμένον κόκκινον νήμα και κλωναράκι υσσώπου.
Λευ. 14,5 καὶ προστάξει ὁ ἱερεύς, καὶ σφάξουσι τὸ ὀρνίθιον τὸ ἓν εἰς ἀγγεῖον ὀστράκινον ἐφ᾿ ὕδατι ζῶντι.
Λευ. 14,5 Θα διατάξη έπειτα ο ιερεύς να σφάξουν το ένα μικρόν πτηνόν εις πήλινον δοχείον, εντός του οποίου υπάρχει ύδωρ πηγαίον.
Λευ. 14,6 καὶ τὸ ὀρνίθιον τὸ ζῶν λήψεται αὐτὸ καὶ τὸ ξύλον τὸ κέδρινον καὶ τὸ κλωστὸν κόκκινον καὶ τὸν ὕσσωπον, καὶ βάψει αὐτὰ καὶ τὸ ὀρνίθιον τὸ ζῶν εἰς τὸ αἷμα τοῦ ὀρνιθίου τοῦ σφαγέντος ἐφ᾿ ὕδατι ζῶντι·
Λευ. 14,6 Θα λάβη κατόπιν το ζωντανόν πτηνόν, το κέδρινον ξύλον, την ερυθράν κλωστήν και τον ύσσωπον, θα βυθίση αυτά και το ζων πτηνόν στο αίμα του σφαγέντος πτηνού επάνω από το πηγαίον ύδωρ.
Λευ. 14,7 καὶ περιῤῥανεῖ ἐπὶ τὸν καθαρισθέντα ἀπὸ τῆς λέπρας ἑπτάκις, καὶ καθαρὸς ἔσται· καὶ ἐξαποστελεῖ τὸ ὀρνίθιον τὸ ζῶν εἰς τὸ πεδίον.
Λευ. 14,7 Με αυτό θα ραντίση τον θεραπευθέντα λεπρόν επτά φοράς και αυτός θα είναι τότε καθαρός. Ο ιερεύς θα αφήση κατόπιν ελεύθερον το ζωντανόν πτηνόν να πετάξη εις την πεδιάδα.
Λευ. 14,8 καὶ πλυνεῖ ὁ καθαρισθεὶς τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ξυρηθήσεται αὐτοῦ πᾶσαν τὴν τρίχα, καὶ λούσεται ἐν ὕδατι, καὶ καθαρὸς ἔσται, καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσεται εἰς τὴν παρεμβολήν, καὶ διατρίψει ἔξω τοῦ οἴκου αὐτοῦ ἑπτὰ ἡμέρας.
Λευ. 14,8 Ο θεραπευθείς λεπρός θα πλύνη τα ενδύματά του, θα ξυρίση όλας τας τρίχας του σώματός του, θα λουσθή στο νερό και θα είναι πλέον καθαρός από την λέπραν. Κατόπιν θα εισέλθη εις την κατασκήνωσιν, αλλά επί επτά ημέρας θα ζη έξω από το σπίτι του.
Λευ. 14,9 καὶ ἔσται τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, ξυρηθήσεται πᾶσαν τὴν τρίχα αὐτοῦ, τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ τὸν πώγωνα καὶ τὰς ὀφρῦς καὶ πᾶσαν τὴν τρίχα αὐτοῦ ξυρηθήσεται· καὶ πλυνεῖ τὰ ἱμάτια, καὶ λούσεται τὸ σῶμα αὐτοῦ ὕδατι, καὶ καθαρὸς ἔσται.
Λευ. 14,9 Κατά την εβδόμην ημέραν θα ξυρίση και πάλιν ο θεραπευθείς όλας τας τρίχας του σώματός του, την κεφαλήν, τον πώγωνά του, τα φρύδια του και κάθε τρίχα που υπάρχει στο σώμα του, θα πλύνη τα ενδύματά του, θα λούση το σώμα του με νερό και θα είναι πλέον καθαρός ενώπιον όλων με το δικαίωμα της ελευθέρας πλέον επικοινωνίας.
Λευ. 14,10 καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ λήψεται δύο ἀμνοὺς ἀμώμους ἐνιαυσίους καὶ πρόβατον ἄμωμον ἐνιαύσιον καὶ τρία δέκατα σεμιδάλεως εἰς θυσίαν περυραμένης ἐν ἐλαίῳ καὶ κοτύλην ἐλαίου μίαν.
Λευ. 14,10 Κατά την ογδόην ημέραν θα πάρη ο θεραπευθείς δύο αμνούς ενός έτους χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα, ένα πρόβατον ενός έτους, αρτιμελές και τρία δέκατα (εξ περίπου κιλά) σημιγδάλι ζυμωμένο με λάδι δι' αναίμακτον θυσίαν και μίαν κοτύλην (διακόσια ογδόντα περίπου γραμ.) λάδι.
Λευ. 14,11 καὶ στήσει ὁ ἱερεὺς ὁ καθαρίζων τὸν ἄνθρωπον τὸν καθαριζόμενον καὶ ταῦτα ἔναντι Κυρίου, ἐπὶ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.
Λευ. 14,11 Ο ιερεύς, ο οποίος θα επιτελέση τον νομικόν καθαρισμόν, θα θέση τον άνθρωπον αυτόν και αυτάς τας προσφοράς απέναντι του Κυρίου εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου.
Λευ. 14,12 καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς τὸν ἀμνὸν τὸν ἕνα, καὶ προσάξει αὐτὸν τῆς πλημμελείας, καὶ τὴν κοτύλην τοῦ ἐλαίου, καὶ ἀφοριεῖ αὐτὰ ἀφόρισμα ἔναντι Κυρίου·
Λευ. 14,12 Θα λάβη τον ένα αμνόν, τον οποίον θα θυσιάση εις εξάλειψιν αμαρτίας και την κοτύλην του ελαίου. Θα προσφέρη δε αυτά ως θυσίαν αναφερομένην στον Κυριον.
Λευ. 14,13 καὶ σφάξουσι τὸν ἀμνὸν ἐν τόπῳ, οὗ σφάζουσι τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰ περὶ ἁμαρτίας, ἐν τόπῳ ἁγίῳ· ἔστι γὰρ τὸ περὶ ἁμαρτίας, ὥσπερ τὸ τῆς πλημμελείας ἐστὶ τῷ ἱερεῖ, ἅγια ἁγίων ἐστί.
Λευ. 14,13 Θα σφάξουν τον αμνόν στον τόπον, όπου σφάζονται τα προς ολοκαύτωσιν και τα περί αμαρτίας ζώα, εις τόπον δηλαδή άγιον. Τα υπολειφθέντα από την υπέρ αμαρτίας θυσίαν, όπως και τα υπολειφθέντα από την θυσίαν περί βαρυτέρας ενοχής, θα ανήκουν στον ιερέα· είναι αγιώτατα.
Λευ. 14,14 καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ τῆς πλημμελείας, καὶ ἐπιθήσει ὁ ἱερεὺς ἐπὶ τὸν λοβὸν τοῦ ὠτὸς τοῦ καθαριζομένου τοῦ δεξιοῦ, καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς χειρὸς τῆς δεξιᾶς καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ ποδὸς τοῦ δεξιοῦ.
Λευ. 14,14 Θα πάρη ο ιερεύς από το αίμα της θυσίας περί πλημμελείας και θα θέση στο κάτω άκρον του δεξιού ωτός του καθοριζομένου, εις τυ άκρον της δεξιάς χειρός του και στο άκρον του δεξιού ποδός του.
Λευ. 14,15 καὶ λαβὼν ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τῆς κοτύλης τοῦ ἐλαίου ἐπιχεεῖ ἐπὶ τὴν χεῖρα τοῦ ἱερέως τὴν ἀριστερὰν
Λευ. 14,15 Λαβών δε από το έλαιον της κοτύλης θα θέση εις την χούφταν της αριστεράς χειρός του,
Λευ. 14,16 καὶ βάψει τὸν δάκτυλον τὸν δεξιὸν ἀπὸ τοῦ ἐλαίου τοῦ ὄντος ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτοῦ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ῥανεῖ τῷ δακτύλῳ ἑπτάκις ἔναντι Κυρίου·
Λευ. 14,16 θα βουτήξη τον δεξιόν δάκτυλόν του στο έλαιον που ευρίσκεται εις την αριστεράν του χείρα και θα ραντίση δια του δακτύλου του επτά φοράς ενώπιον του Κυρίου.
Λευ. 14,17 τὸ δὲ καταλειφθὲν ἔλαιον τὸ ὂν ἐν τῇ χειρὶ ἐπιθήσει ὁ ἱερεὺς ἐπὶ τὸν λοβὸν τοῦ ὠτὸς τοῦ καθαριζομένου τοῦ δεξιοῦ καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς χειρὸς τῆς δεξιᾶς καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ ποδὸς τοῦ δεξιοῦ. ἐπὶ τὸν τόπον τοῦ αἵματος τοῦ τῆς πλημμελείας·
Λευ. 14,17 Από δε το υπολειφθέν έλαιον εις την αριστεράν του χείρα θα θέση ο ιερεύς στο κάτω μέρος του δεξιού ωτός του καθοριζομένου, στο άκρον της δεξιάς χειρός του, στο άκρον του δεξιού ποδός του, στον τόπον όπου τίθεται το αίμα της θυσίας περί πλημμελείας.
Λευ. 14,18 τὸ δὲ καταλειφθὲν ἔλαιον τὸ ἐπὶ τῆς χειρὸς τοῦ ἱερέως ἐπιθήσει ὁ ἱερεὺς ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ καθαρισθέντος, καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς ἔναντι Κυρίου.
Λευ. 14,18 Το στο χέρι του υπόλοιπον έλαιον θα θέση ο ιερεύς εις την κεφαλήν του καθοριζομένου λεπρού και έτσι θα τον εξιλεώση ενώπιον του Κυρίου.
Λευ. 14,19 καὶ ποιήσει ὁ ἱερεὺς τὸ περὶ τῆς ἁμαρτίας, καὶ ἐξιλάσεται ὁ ἱερεὺς περὶ τοῦ καθαριζομένου ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ· καὶ μετά τοῦτο σφάξει ὁ ἱερεὺς τὸ ὁλοκαύτωμα.
Λευ. 14,19 Θα προσφέρη ο ιερεύς την θυοίαν περί αμαρτίας και θα εξιλεώση τας αμαρτίας του καθοριζομένου· κατόπιν δε θα σφάξη ο ιερεύς το ζώον, το προοριζόμενον δι' ολοκαύτωσιν.
Λευ. 14,20 καὶ ἀνοίσει ὁ ἱερεὺς τὸ ὁλοκαύτωμα καὶ τὴν θυσίαν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον ἔναντι Κυρίου· καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεύς, καὶ καθαρισθήσεται.
Λευ. 14,20 Θα προσφέρη το ολοκαύτωμα και την θυσίαν επάνω στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων ενώπιον του Κυρίου. Κατ' αυτόν τον τρόπον θα εξιλεώση αυτόν από την αμαρτίαν του και έτσι θα καθαρισθή ούτος σύμφωνα με την νομικήν διάταξιν.
Λευ. 14,21 Ἐὰν δὲ πένηται καὶ ἡ χεὶρ αὐτοῦ μὴ εὑρίσκῃ, λήψεται ἀμνὸν ἕνα εἰς ὃ ἐπλημμέλησεν εἰς ἀφαίρεμα, ὥστε ἐξιλάσασθαι περὶ αὐτοῦ, καὶ δέκατον σεμιδάλεως πεφυραμένης ἐν ἐλαίῳ εἰς θυσίαν, καὶ κοτύλην ἐλαίου μίαν,
Λευ. 14,21 Εαν όμως είναι πτωχός και δεν έχη την οικονομικήν δυνατότητα να προσφέρη όλα αυτά, θα πάρη ένα μόνον αμνόν, τον οποίον θα θυσιάση κατά τον καθοριζόμενον τρόπον ως θυσίαν πλημμελείας, ώστε να εξιλεωθή η αμαρτία του. Επίσης θα προσφέρη σημιγδάλι τέσσερα περίπου χιλιόγραμμα ζυμωμένο με λάδι και διακόσια ογδοήκοντα περίπου γραμ. έλαιον.
Λευ. 14,22 καὶ δύο τρυγόνας, ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν, ὅσα εὗρεν ἡ χεὶρ αὐτοῦ, καὶ ἔσται ἡ μία περὶ ἁμαρτίας καὶ ἡ μία εἰς ὁλοκαύτωμα·
Λευ. 14,22 Θα προσφέρη μαζή με αυτά και δύο τρυγόνας η δύο νεοσσούς περιστερών, αυτά που αντέχει οικονομικώς. Το ένα θα το προσφέρη περί αμαρτίας και το άλλο προς ολοκαύτωσιν.
Λευ. 14,23 καὶ προσοίσει αὐτὰ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ εἰς τὸ καθαρίσαι αὐτὸν πρὸς τὸν ἱερέα, ἐπὶ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἔναντι Κυρίου.
Λευ. 14,23 Θα προσφέρη αυτά στον ιερέα κατά την ογδόην ημέραν, δια να καθαρισθή εις την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου, απέναντι του Κυρίου.
Λευ. 14,24 καὶ λαβὼν ὁ ἱερεύς τὸν ἀμνὸν τῆς πλημμελείας καὶ τὴν κοτύλην τοῦ ἐλαίου, ἐπιθήσει αὐτὰ ἐπίθεμα ἔναντι Κυρίου.
Λευ. 14,24 Ο ιερεύς θα πάρη τον αμνόν περί της πλημμελείας και την κοτύλην του ελαίου και θα τα προσφέρη κατά ειδικόν τρόπον, που λέγεται “επίθεμα ενώπιον του Κυρίου”.
Λευ. 14,25 καὶ σφάξει τὸν ἀμνὸν τὸν τῆς πλημμελείας, καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ τῆς πλημμελείας καὶ ἐπιθήσει ἐπὶ τὸν λοβὸν τοῦ ὠτὸς τοῦ καθαριζομένου τοῦ δεξιοῦ καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς χειρὸς τῆς δεξιᾶς καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ ποδὸς τοῦ δεξιοῦ.
Λευ. 14,25 Θα σφάξη τον αμνόν της πλημμελείας ο ιερεύς, θα πάρη από το αίμα του σφαγέντος ζώου και θα θέση στο δεξιόν κάτω άκρον του ωτός του καθαριζομένου, στο άκρον της δεξιάς χειρός του, και στο άκρον του δεξιού του ποδός.
Λευ. 14,26 καὶ ἀπὸ τοῦ ἐλαίου ἐπιχεεῖ ὁ ἱερεὺς ἐπὶ τὴν χεῖρα τοῦ ἱερέως τὴν ἀριστεράν,
Λευ. 14,26 Από το έλαιον θα χύση ο ιερεύς εις την χούφταν του αριστερού χεριού του,
Λευ. 14,27 καὶ ῥανεῖ ὁ ἱερεὺς τῷ δακτύλῳ τῷ δεξιῷ ἀπὸ τοῦ ἐλαίου τοῦ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ τῇ ἀριστερᾷ ἑπτάκις ἔναντι Κυρίου·
Λευ. 14,27 θα ραντίση με το δάκτυλόν του το δεξιόν από το έλαιον τούτο επτά φοράς ενώπιον του Κυρίου,
Λευ. 14,28 καὶ ἐπιθήσει ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ ἐλαίου τοῦ ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἐπὶ τὸν λοβὸν τοῦ ὠτὸς τοῦ καθαριζομένου τοῦ δεξιοῦ καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς χειρὸς αὐτοῦ τῆς δεξιᾶς καὶ ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ ποδὸς αὐτοῦ τοῦ δεξιοῦ, ἐπὶ τὸν τόπον τοῦ αἵματος τοῦ τῆς πλημμελείας·
Λευ. 14,28 θα θέση από το έλαιον αυτό, που υπάρχει στο χέρι του, στο κάτω άκρον του δεξιού αυτιού του καθαριζομένου, στο άκρον της δεξιάς χειρός του, στο άκρον του δεξιού ποδός του, στον τόπον όπου τίθεται και το αίμα της περί πλημμελείας θυσίας.
Λευ. 14,29 τὸ δὲ καταλειφθὲν ἀπὸ τοῦ ἐλαίου τὸ ὂν ἐπὶ τῆς χειρὸς τοῦ ἱερέως ἐπιθήσει ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ καθαρισθέντος, καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς ἔναντι Κυρίου.
Λευ. 14,29 Το δε υπόλοιπον έλαιον, που έχει ο ιερεύς στο χέρι του, θα το θέση εις την κεφαλήν του καθορισθέντος και θα εξιλεώση αυτόν ενώπιον του Κυρίου.
Λευ. 14,30 καὶ ποιήσει μίαν ἀπὸ τῶν τρυγόνων ἢ ἀπὸ τῶν νεοσσῶν τῶν περιστερῶν, καθότι εὗρεν αὐτοῦ ἡ χείρ,
Λευ. 14,30 Θα προσφέρη ο τέως λεπρός, εάν είναι πτωχός, μίαν από τας τρυγόνας, η από τους νεοσσούς των περιστερών, κατά την οικονομικήν του δυνατότητα·
Λευ. 14,31 τὴν μίαν περὶ ἁμαρτίας καὶ τὴν μίαν εἰς ὁλοκαύτωμα σὺν τῇ θυσίᾳ, καὶ ἐξιλάσεται ὁ ἱερεὺς περὶ τοῦ καθαριζομένου ἔναντι Κυρίου.
Λευ. 14,31 την μεν μίαν περί αμαρτίας, και την άλλην δι' ολοκαύτωμα μαζή με την αναίμακτον θυσίαν. Ετσι δε ο ιερεύς θα εξιλεώση ενώπιον του Κυρίου τον καθαριζόμενον τέως λεπρόν.
Λευ. 14,32 οὗτος ὁ νόμος, ἐν ᾧ ἐστιν ἡ ἁφὴ τῆς λέπρας, καὶ τοῦ μὴ εὑρίσκοντος τῇ χειρὶ εἰς τὸν καθαρισμὸν αὐτοῦ.
Λευ. 14,32 Αυτή είναι η νομική διάταξις δια τον καθαρισμόν του λεπρού, ο οποίος δεν έχει οικονομικάς δυνατότητας”.
Λευ. 14,33 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Λευ. 14,33 Ελάλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών λέγων·
Λευ. 14,34 ὡς ἂν εἰσέλθητε εἰς τὴν γῆν τῶν Χαναναίων, ἣν ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν ἐν κτήσει, καὶ δώσω ἁφὴν λέπρας ἐν ταῖς οἰκίαις τῆς γῆς τῆς ἐγκτήτου ὑμῖν,
Λευ. 14,34 “όταν εισέλθετε εις την χώραν των Χαναναίων, την οποίαν εγώ θα σας δώσω ως ιδικήν σας, και παραχωρήσω να εμφανισθή λέπρα εις τας οικίας της χώρας, που θα κατακτήσετε,
Λευ. 14,35 καὶ ἥξει τινὸς αὐτοῦ ἡ οἰκία, καὶ ἀναγγελεῖ τῷ ἱερεῖ λέγων· ὥσπερ ἁφὴ ἑώραταί μοι ἐν τῇ οἰκίᾳ.
Λευ. 14,35 εκείνος του οποίου η οικία θα έχη προσβληθή από λέπραν θα έλθη στον ιερέα και θα το αναγγείλη λέγων· “κάτι σαν πληγή λέπρας έχει φανή εις την οικίαν μου”.
Λευ. 14,36 καὶ προστάξει ὁ ἱερεὺς ἀποσκευάσαι τὴν οἰκίαν, πρὸ τοῦ εἰσελθόντα τὸν ἱερέα ἰδεῖν τὴν ἁφήν, καὶ οὐ μὴ ἀκάθαρτα γένηται ὅσα ἂν ᾖ ἐν τῇ οἰκίᾳ, καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσεται ὁ ἱερεὺς καταμαθεῖν τὴν οἰκίαν.
Λευ. 14,36 Θα διατάξη ο ιερεύς να εκκενωθή η οικία από όλα τα σκεύη και έπιπλα, πριν εισέλθη αυτός (ο ιερεύς) και ίδη την προσβολήν της λέπρας· έτσι δε εάν η οικία είναι ακάθαρτος δεν θα θεωρηθούν ακάθαρτα και όσα πράγματα θα ευρίσκωνται εις αυτήν. Αφού αδειάση η οικία, θα εισέλθη ο ιερεύς, δια να την εξετάση.
Λευ. 14,37 καὶ ὄψεται τὴν ἁφήν, καὶ ἰδοὺ ἡ ἁφὴ ἐν τοῖς τοίχοις τῆς οἰκίας, κοιλάδας χλωριζούσας, ἢ πυῤῥιζούσας, καὶ ἡ ὄψις αὐτῶν ταπεινοτέρα τῶν τοίχων,
Λευ. 14,37 Θα ίδη τα συμπτώματα στους τοίχους της οικίας και εάν κατά τόπους αυτά είναι πρασινοκίτρινα η ερυθρωπά και η επιφάνεια αυτών χαμηλοτέρα από την άλλην επιφάνειαν των τοίχων,
Λευ. 14,38 καὶ ἐξελθὼν ὁ ἱερεὺς ἐκ τῆς οἰκίας ἐπὶ τὴν θύραν τῆς οἰκίας, καὶ ἀφοριεῖ ὁ ἱερεὺς τὴν οἰκίαν ἑπτὰ ἡμέρας.
Λευ. 14,38 θα εξέλθη ο ιερεύς από την οικίαν αυτήν, θα κλείση την θύραν της και θα απομονώση αυτήν επί επτά ημέρας.
Λευ. 14,39 καὶ ἐπανήξει ὁ ἱερεὺς τῇ ἑβδόμῃ καὶ ὄψεται τὴν οἰκίαν, καὶ ἰδοὺ διεχύθη ἡ ἁφὴ ἐν τοῖς τοίχοις τῆς οἰκίας,
Λευ. 14,39 Θα επανέλθη κατά την εβδόμην ημέραν, θα εξετάση πάλιν την οικίαν και εάν ίδη ότι η προσβολή έχει απλωθή και εις άλλα μέρη των τοίχων,
Λευ. 14,40 καὶ προστάξει ὁ ἱερεύς, καὶ ἐξελοῦσι τοὺς λίθους, ἐν οἷς ἐστιν ἡ ἁφή, καὶ ἐκβαλοῦσιν αὐτοὺς ἔξω τῆς πόλεως εἰς τόπον ἀκάθαρτον.
Λευ. 14,40 θα διατάξη ο ιερεύς να αποσπάσουν τους λίθους, όπου έχει παρουσιασθή η προσβολή, και να τους βγάλουν έξω από την πόλιν εις τόπον ακάθαρτον.
Λευ. 14,41 καὶ τὴν οἰκίαν ἀποξύσουσιν ἔσωθεν κύκλῳ καὶ ἐκχεοῦσι τὸν χοῦν τὸν ἀπεξυσμένον ἔξω τῆς πόλεως εἰς τόπον ἀκάθαρτον.
Λευ. 14,41 Θα ξύσουν την οικίαν εσωτερικώς ολόγυρα από το προσβληθέν μέρος, και το αποξεσθέν χώμα θα το πετάξουν έξω από την πόλιν εις τόπον ακάθαρτον.
Λευ. 14,42 καὶ λήψονται λίθους ἀπεξυσμένους ἑτέρους, καὶ ἀντιθήσουσιν ἀντὶ τῶν λίθων καὶ χοῦν ἕτερον λήψονται καὶ ἐξαλείψουσι τὴν οἰκίαν.
Λευ. 14,42 Θα πάρουν έπειτα άλλους λίθους ξυσμένους, καθαρούς και θα τους θέσουν εις αντικατάστασιν των αφαιρεθέντων λίθων, θα πάρουν επίσης άλλο χώμα και θα κάμουν πηλόν, δια να αλείψουν εκ νέου την οικίαν.
Λευ. 14,43 ἐὰν δὲ ἐπέλθῃ πάλιν ἁφὴ καὶ ἀνατείλῃ ἐν τῇ οἰκίᾳ μετὰ τὸ ἐξελεῖν τοὺς λίθους καὶ μετά τὸ ἀποξυσθῆναι τὴν οἰκίαν καὶ μετὰ τὸ ἐξαλειφθῆναι,
Λευ. 14,43 Εάν όμως παρουσιασθή πάλιν προσβολή της λέπρας και αναφανή εις την οικίαν μετά την αφαίρεσιν του λίθου και την απόξεσιν της οικίας και μετά την επάλειψιν αυτής,
Λευ. 14,44 καὶ εἰσελεύσεται ὁ ἱερεὺς καὶ ὄψεται· εἰ διακέχυται ἡ ἁφὴ ἐν τῇ οἰκίᾳ, λέπρα ἔμμονός ἐστιν ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἀκάθαρτός ἐστι.
Λευ. 14,44 θα εισέλθη ο ιερεύς και θα εξετάση πάλιν την οικίαν εάν η προσβολή διεδόθη εις την οικίαν, τότε η λέπρα είναι μόνιμος εις την οικίαν και αυτή είναι ακάθαρτος.
Λευ. 14,45 καὶ καθελοῦσι τὴν οἰκίαν καὶ τὰ ξύλα αὐτῆς καὶ τοὺς λίθους αὐτῆς καὶ πάντα τὸν χοῦν ἐξοίσουσιν ἔξω τῆς πόλεως εἰς τόπον ἀκάθαρτον.
Λευ. 14,45 Θα κρημνίσουν την οικίαν και τα ξύλα της και τους λίθους της και όλον το χώμα της και θα μεταφέρουν αυτά έξω από την πόλιν εις τόπον ακάθαρτον.
Λευ. 14,46 καὶ ὁ εἰσπορευόμενος εἰς τὴν οἰκίαν πάσας τὰς ἡμέρας, ἃς ἀφωρισμένη ἐστίν, ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Λευ. 14,46 Εκείνος δέ που θα εισέλθη εις την οικίαν κατά τας ημέρας, κατά τας οποίας αυτή είναι απομονωμένη, θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.
Λευ. 14,47 καὶ ὁ κοιμώμενος ἐν τῇ οἰκίᾳ πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας· καὶ ὁ ἔσθων ἐν τῇ οἰκίᾳ πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Λευ. 14,47 Εκείνος που θα κοιμηθή εις αυτήν την οικίαν, θα πλύνη τα ενδύματά του και θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν. Εκείνος επίσης που θα φάγη εις την οικίαν αυτήν, θα πλύνη τα ενδύματά του και θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.
Λευ. 14,48 ἐὰν δὲ παραγενόμενος εἰσέλθῃ ὁ ἱερεὺς καὶ ἴδῃ, καὶ ἰδοὺ διαχύσει οὐ διαχεῖται ἡ ἁφὴ ἐν τῇ οἰκίᾳ μετὰ τὸ ἐξαλειφθῆναι τὴν οἰκίαν, καὶ καθαριεῖ ὁ ἱερεὺς τὴν οἰκίαν, ὅτι ἰάθη ἡ ἁφή.
Λευ. 14,48 Εάν δε εισέλθη ο ιερεύς εις την οικίαν και ίδη ότι δεν έχει διαδοθή η προσβολή εις αυτήν μετά την μερικήν κάθαρσιν που είχε γίνει, θα κηρύξη αυτήν ο ιερεύς καθαράν, διότι η προσβολή έχει πλέον θεραπευθή.
Λευ. 14,49 καὶ λήψεται ἀφαγνίσαι τὴν οἰκίαν δύο ὀρνίθια ζῶντα καθαρὰ καὶ ξύλον κέδρινον καὶ κεκλωσμένον κόκκινον καὶ ὕσσωπον·
Λευ. 14,49 Δια τον αγνισμόν δε της οικίας θα πάρη ο ιερεύς δύο μικρά ζώντα πτηνά καθαρά, των οποίων επιτρέπεται η βρώσις, ένα κέδρινο ξύλο, σχοινί από στριμμένην κοκκίνην κλωστήν και ένα κλωναράκι υσσώπου.
Λευ. 14,50 καὶ σφάξει τὸ ὀρνίθιον τὸ ἓν εἰς σκεῦος ὀστράκινον ἐφ᾿ ὕδατι ζῶντι,
Λευ. 14,50 Θα σφάξη το ένα μικρόν πτηνόν εις ένα πήλινον δοχείον που περιέχει πηγαίον ύδωρ.
Λευ. 14,51 καὶ λήψεται τὸ ξύλον τὸ κέδρινον καὶ τὸ κεκλωσμένον κόκκινον καὶ τὸν ὕσσωπον καὶ τὸ ὀρνίθιον τὸ ζῶν, καὶ βάψει αὐτὸ εἰς τὸ αἷμα τοῦ ὀρνιθίου τοῦ ἐσφαγμένου ἐφ᾿ ὕδατι ζῶντι, καὶ περιῤῥανεῖ ἐν αὐτοῖς ἐπὶ τὴν οἰκίαν ἑπτάκις,
Λευ. 14,51 Θα πάρη το κέδρινον ξύλο και το σχοινί το καμωμένον με την κοκκίνην στρυμμένην κλωστήν, το κλωναράκι του υσσώπου, και το ζωντανόν μικρόν πτηνόν, θα βυθίση αυτά στο αίμα του μικρού πτηνού, που εσφάγη επάνω από το πηγαίον ύδωρ, και θα ραντίση με το ύδωρ αυτό την οικίαν επτά φοράς.
Λευ. 14,52 καὶ ἀφαγνιεῖ τὴν οἰκίαν ἐν τῷ αἵματι τοῦ ὀρνιθίου καὶ ἐν τῷ ὕδατι τῷ ζῶντι καὶ ἐν τῷ ὀρνιθίῳ τῷ ζῶντι καὶ ἐν τῷ ξύλῳ τῷ κεδρίνῳ καὶ ἐν τῷ ὑσσώπῳ καὶ ἐν τῷ κεκλωσμένῳ κοκκίνῳ.
Λευ. 14,52 Θα εξαγνίση έτσι την οικίαν με το αίμα του σφαγέντος μικρού πτηνού και με το πηγαίον ύδωρ, με το ζων μικρόν πτηνόν, με το κέδρινον ξύλον και με το σχοινί το καμώμενον από κοκκίνην στρυμμένην κλωστήν.
Λευ. 14,53 καὶ ἐξαποστελεῖ τὸ ὀρνίθιον τὸ ζῶν ἔξω τῆς πόλεως εἰς τὸ πεδίον καὶ ἐξιλάσεται περὶ τῆς οἰκίας, καὶ καθαρὰ ἔσται.
Λευ. 14,53 Θα αφήση ελεύθερον το ζωντανόν μικρόν πτηνόν έξω από την πόλιν εις την πεδιάδα, θα εξιλεώση έτσι την οικίαν και θα είναι αυτή καθαρά.
Λευ. 14,54 Οὗτος ὁ νόμος κατὰ πᾶσαν ἁφὴν λέπρας καὶ θραύσματος
Λευ. 14,54 Αυτή η νομική διάταξις, που θα εφαρμόζεται κάθε φοράν κατά την οποίαν ήθελε παρουσιασθή προσβολή λέπρας,
Λευ. 14,55 καὶ τῆς λέπρας ἱματίου καὶ οἰκίας
Λευ. 14,55 όπως επίσης και επί της λέπρας, που ήθελε παρουσιασθή εις ένδυμα η εις οικίαν.
Λευ. 14,56 καὶ οὐλῆς καὶ σημασίας καὶ τοῦ αὐγάζοντος
Λευ. 14,56 Αυτή είναι επίσης η νομική διάταξις και δια τας υποτιθεμένας πληγάς λέπρας, όπως επίσης και δια τα λευκάζοντα σημεία του δέρματος εξ αιτίας της λευκοπλασίας.
Λευ. 14,57 καὶ τοῦ ἐξηγήσασθαι ᾗ ἡμέρᾳ ἀκάθαρτον, καὶ ᾗ ἡμέρᾳ καθαρισθήσεται. οὗτος ὁ νόμος τῆς λέπρας.
Λευ. 14,57 Αυτός είναι ο νόμος, δια του οποίου καθορίζεται πότε είναι κάποιος ακάθαρτος και πότε είναι ούτος καθαρός. Αυτός γενικώς είναι ο νόμος της λέπρας των ανθρώπων, των ενδυμάτων και των οικιών”.