Συναξαριστής

(Ἰαν.14) Τῶν ἐν Σινᾶ καὶ Ραιθῷ Ἀββάδων


Οἱ Ἅγιοι 38 Πατέρες ἐν Σινᾷ ἀναιρεθέντες καὶ Ἀπόδοσις ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων

Αὐτοὶ ζοῦσαν μέσα στὶς σπηλιὲς τοῦ ὄρους Σινᾶ τὴν ἁγία μοναχικὴ ζωὴ (κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ.). Ἀλλὰ ἡ εὐσεβὴς ζωή τους ταράζεται ξαφνικὰ μία μέρα, μὲ τρόπο ἄγριο καὶ αἱματηρό. Στίφη βαρβάρων, ποὺ λυσσοῦσαν κατὰ τῆς χριστιανικῆς πίστης, φάνηκαν στὶς κατοικίες τῶν χριστιανῶν ἀναχωρητῶν. Στὴν ἐμφάνιση αὐτὴ οἱ Ἅγιοι ταράζονται στὴν ἀρχή. Συνέρχονται, ὅμως, ἀμέσως καὶ μπροστὰ στὴ σφαγὴ καὶ τὸ θάνατο δείχνουν θαυμαστὴ ἀνδρεία καὶ ἀφοβία. Δὲν ἀρνεῖται κανένας τὴν πίστη του. Οἱ βάρβαροι τοὺς σφάζουν μέσα στὶς καλύβες καὶ τοὺς κήπους τους καὶ αὐτοὶ πεθαίνουν προσευχόμενοι, ψάλλοντας ὕμνους, δοξολογίες καὶ εὐχαριστίες στὸ Θεό.Καὶ ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ θεοκίνητος Ἀπόστολος Παῦλος, «τὸν καλὸ ἀγῶνα τῆς πίστης ἀγωνίστηκαν, τὸ δρόμο τους τελείωσαν καὶ τὴν πίστη τους μέχρι θανάτου ἐτήρησαν».

Ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς λίγοι σώθηκαν. Αὐτοί, ἀφοῦ οἱ βάρβαροι ἔφυγαν, μάζεψαν τὰ λείψανα τῶν σφαγιασθέντων καὶ τὰ ἔθαψαν μὲ μεγάλη σεμνότητα.

(Ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῶν πιὸ πάνω Ὁσιομαρτύρων Πατέρων βλέπε καὶ 4η Διακαινησίμου στὸ Συναξάρι τοῦ Πεντηκοσταρίου).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἁγιόλεκτος τοῦ Λόγου χορεία, ἐν τῷ Σινᾷ καὶ Ραϊθῶ οἱ Ἀββάδες, ἀγγελικῶς ἠρίστευσαν ἀγώσιν ἱεροὶς ἰδρώσι γὰρ ἀσκήσεως, τῶν αἱμάτων τοὺς ὄμβρους, μυστικῶς κεράσαντες, χαρισμάτων κρατήρα, πνευματικῶς προτίθενται ἠμίν, ἐξ οὐ τρυφῶντες, αὐτοὺς μακαρίσωμεν.


Οἱ Ἅγιοι Τριάκοντα Τρεῖς (33) Πατέρες ἐν Ῥαϊθῷ ἀναιρεθέντες

Δυὸ μέρες μακριὰ ἀπὸ τὸ ὄρος Σινᾶ, πρὸς τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, ἦταν ἡ ἔρημος τῆς Ῥαϊθῶ, στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ὁποίας ζοῦσαν χριστιανοὶ ἀναχωρητές. Ἦταν δὲ συγκεντρωμένοι πάνω σ᾿ ἕνα ὄρος. Ἀλλὰ τὴν ἴδια μέρα (κατ᾿ ἄλλους τὴν 22α Δεκεμβρίου), ποὺ ἔγινε ἡ σφαγὴ τῶν πατέρων στὸ ὄρος Σινᾶ, οἱ βάρβαροι ἀποφάσισαν νὰ ἐξολοθρεύσουν καὶ τοὺς πατέρες ποὺ βρίσκονταν στὴν ἔρημο τῆς Ῥαϊθῶ.Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς, Παῦλος, μόλις εἶδε τὸν κίνδυνο, συγκέντρωσε τοὺς ἀδελφοὺς ὅλους μέσα στὸ ναὸ καὶ τοὺς ἀπηύθυνε λόγια γενναῖα καὶ συγκινητικά. Τοὺς θύμισε ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς τους εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Βασιλεία Του. Ὅτι γι᾿ αὐτὴν ἦταν ὅλες οἱ προσευχές, οἱ μελέτες, οἱ πόθοι καὶ τὰ ἔργα τους. Καὶ ὅτι τώρα τοὺς παρουσιάζεται λαμπρότατη εὐκαιρία ν᾿ ἀποκτήσουν τὰ ὡραιότερα στεφάνια, χύνοντας καὶ αὐτὸ τὸ αἷμα τους γιὰ τὸν μισθαποδότη Κύριό τους. Τοὺς παρεκίνησε ἐπίσης νὰ εὐχηθοῦν, ἀκόμα καὶ γι᾿ αὐτοὺς τοὺς δυστυχισμένους ποὺ θὰ τοὺς σκότωναν.Οἱ πατέρες συμφώνησαν μὲ τὰ λόγια αὐτά, καὶ ὅλοι μαζὶ προσευχήθηκαν. Μόλις τελείωσαν τὴν προσευχή τους, μπῆκαν στὸ μοναστήρι οἱ βάρβαροι καὶ ἔσπειραν παντοῦ τὸ θάνατο.

Ἡ δὲ Ἐκκλησία κατέταξε στοὺς Ἁγίους της καὶ τοὺς ἐργάτες αὐτοὺς τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ σφράγισαν τὴν πίστη τους μὲ τὸ αἷμα τους.


Ὁ Ὅσιος Θεόδουλος υἱὸς τοῦ ὁσίου Νείλου

Ὁ Ὅσιος αὐτός, νέος στὴν ἡλικία, ἦταν ἀπὸ τοὺς ἀναχωρητὲς τοῦ Ὄρους Σινᾶ, ποὺ τὴν σφαγὴ τοὺς ἀναφέραμε προηγουμένως. Αὐτὸς ὅμως αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τοὺς βαρβάρους καὶ σύρθηκε δέσμιος στὶς σκηνές τους. Στὴν ἀρχὴ θέλησαν νὰ τὸν σκοτώσουν. Ἀλλὰ κατόπιν τὸν πούλησαν καὶ τὸν ἀγόρασε ὁ ἐπίτροπος τῆς Λούζης, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ ἀπέδωσε τὴν ἐλευθερία του.

Κατόπιν ὁ Θεόδουλος συναντήθηκε μὲ τὸν πατέρα του ὅσιο Νεῖλο, ποὺ εἶχε διαφύγει ἀπὸ τὴν σφαγὴ τῶν πατέρων τοῦ Σινᾶ, καὶ πῆγε μαζί του σὲ ἐρημικὸ ἀναχωρητήριο. Ἐκεῖ χρησιμοποίησαν τὴν ζωή τους, ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀτομική τους σωτηρία, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν συγγραφὴ λόγων καὶ ἐπιστολῶν, ὅπου βρίσκονται θησαυρισμένες πολύτιμες συμβουλὲς γιὰ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὀφείλουν νὰ ζοῦν οἱ χριστιανοὶ ἀναχωρητές, γιὰ νὰ πετύχουν τὸν ἅγιο σκοπό τους. Ἀπεβίωσαν καὶ οἱ δυὸ εἰρηνικά.Τὰ ἁγία λείψανά τους, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἰουστινιανός, τὰ ἔφεραν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ τὰ κατέθεσαν στὸν Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.


Ὁ Ὅσιος Στέφανος, κτήτωρ τῆς Μονῆς Χηνολάκκου

Καταγόταν ἀπὸ εὐγενικὴ οἰκογένεια (ἴσως ἀπὸ τὴν Καππαδοκία), ποὺ τὸν ἀνέθρεψε μὲ μεγάλη εὐσέβεια. Ὅταν μεγάλωσε, θέλησε νὰ περιηγηθεῖ τὰ φημισμένα μοναστηριακὰ κέντρα, γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὴν ζωή τους καὶ νὰ συμπληρώσει ἐκεῖ τὶς ἐκκλησιαστικὲς καὶ θεολογικὲς μελέτες του.Πῆγε λοιπὸν στὰ Μοναστήρια κοντὰ στὸν Ἰορδάνη καὶ στὰ ἐρημητήρια τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, τοῦ ἁγίου Σάββα καὶ Θεοδοσίου. Ἀργότερα ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη (710) στὰ χρόνια του Λέοντα Ἰσαύρου, τοῦ εἰκονομάχου. Ὁ τότε Πατριάρχης Γερμανός, ἐκτίμησε πολὺ τὸν Στέφανο καὶ τὸν παρακίνησε νὰ κτίσει Μοναστήρι καὶ νὰ ἐφαρμόσει τὴν μοναχικὴ τάξη καὶ ζωή, σύμφωνα μὲ τὰ σπουδαῖα διδάγματα ποὺ τοῦ ἔδωσε ἡ πολύχρονη πεῖρα του.

Πράγματι ὁ Στέφανος ἵδρυσε τὴν Μονὴ τοῦ Χηνολάκκου λεγομένη, ποὺ βρισκόταν βορειοανατολικὰ τῆς Τρίγλιας (κοντὰ στὰ Μουδανιὰ τῆς Μ. Ἀσίας) ὅπου προσῆλθαν πολλοὶ μοναχοὶ ἑλκόμενοι ἀπὸ τὴν ἀρετή του. Ἐκεῖ λοιπὸν ὁ Ὅσιος Στέφανος διακρίθηκε γιὰ τὴν πατρική του διοίκηση καὶ γιὰ τὴν ἠθικὴ ἐπιβολή του στοὺς μοναχούς. Ἔτσι ἅγια ἀφοῦ κυβέρνησε τὸ Μοναστήρι, εἰρηνικὰ ἀπεβίωσε.


Ἡ Ἁγία Ἁγνή
Μαρτύρησε ἀφοῦ κλείστηκε μέσα σὲ σκοτεινὴ ἀπομόνωση φυλακῆς.

Ὁ Ὅσιος Σάββας πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας κτήτωρ ἱερᾶς Μονῆς Χιλιανδαρίου

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 12ου αἰῶνα καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 13ου αἰῶνα μ.Χ. Ἦταν δευτερότοκος γιὸς τοῦ βασιλιᾶ τῆς Σερβίας Συμεών. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ εἶχε μεγάλη συμπάθεια στὶς χριστιανικὲς ἀρετὲς καὶ σὲ ἡλικία 17 χρονῶν πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου μὲ συγκατάθεση τοῦ βασιλιᾶ πατέρα του ἔγινε μοναχὸς στὴ Μονὴ Βατοπεδίου καὶ μετονομάστηκε Σάββας.

Ἀργότερα, μετὰ τὸν θάνατο τῆς γυναίκας του, ἦλθε ἐκεῖ καὶ ὁ βασιλιὰς πατέρας του, Συμεών. Τὸ βασιλικὸ παράδειγμα ἀκολούθησαν καὶ ἄλλοι Σέρβοι ἰδιῶτες. Ἔτσι κτίστηκε ἡ Σερβικὴ Μονὴ Χιλανδαρίου, μὲ πρωτοβουλία τοῦ ὁσίου Σάββα.

Στὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλιᾶ Θεοδώρου Λασκάρεως, ὁ Ὅσιος Σάββας ἐστάλη ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους στὴ Νίκαια γιὰ σπουδαῖες ὑποθέσεις της. Τὰ προσωπικὰ ὅμως χαρίσματα τοῦ Ὁσίου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση στὸν βασιλέα καὶ τὸν Πατριάρχη, καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ δεχτεῖ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σερβίας.

Οἱ Σέρβοι τὸν ὑποδέχτηκαν μὲ μεγάλη χαρά. Πράγματι ὁ Ὅσιος Σάββας, ἐκτέλεσε τὴν διακονία του μὲ θαυμαστὸ ζῆλο. Ὑπῆρξε ἐλεήμονας, ἀφιλοχρήματος καὶ ἀνακούφιζε τοὺς φτωχούς. Ἀργότερα ξαναπῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀπὸ κεῖ γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους, καὶ ἐπέστρεψε στὴ Σερβία γιὰ νὰ στηρίξει τὴν πίστη τῶν ὁμοεθνῶν του. Ἔτσι ἅγια τελείωσε τὸ θεάρεστο ἔργο του καὶ εἰρηνικὰ παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό.


Ὁ Ὅσιος (κατ᾿ ἄλλους ὁσιομάρτυρας) Ἀδάμ
Δὲν ὑπάρχουν σαφεῖς πληροφορίες γιὰ τὴν ζωή του. Ἴσως εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς 33 ἐν Ῥαϊθῷ ὁσιομάρτυρες.

Ἡ Ὁσία Νίνα

Ἡ Ἅγια Νινα (ἡ Νινω) γεννηθηκε στήν Καππαδοκια, ὁπού κατοικοῦσαν πολλοι Γεωργιανοι καί φερεται ὦς συγγενεις τοῦ Ἅγιου Μεγαλομαρτυρα Γεωργιου τοῦ Τροπαιοφορου. Ὀ πατεράς τῆς, Ζαβουλων, εὐσεβης καί φημισμενος στρατιωτικος, πρίν ἀκομα νυμφευθει, εἰχε φυγει ἀπο τήν πατριδα τοῦ Καππαδοκια, για νᾶ προσφερει τίς ὑπηρεσιές τοῦ στόν αὐτοκρατορα Μαξιμιανο. Ἡ μητερά τῆς, Σωσαννα, ἦταν ἀδελφη τοῦ Ἐπισκοπου Ἱεροσολυμων Ἰουβεναλιου. Ὀ πατεράς τῆς, φλεγομενος ἀπο ἀγαπη πρός τόν Θεό, ἐγινε, μέ τήν συγκαταθεση τῆς συζυγού τοῦ, μοναχος στήν ἔρημό του Ἰορδανη. Ἡ μητερα τῆς Ἅγιας Νινας τοποθετηθηκε ὦς διακονισσα στό Ναο τῆς Ἀναστάσεως. Τήν Ἅγια Νινα τήν παρεδωσαν στήν εὐλαβεστατη Γεροντισσα Νιοφορα, για νά τήν ἀναθρεψει.Ὀταν ἡ Ἅγια Νινα μελετουσε τό Εὐαγγέλιο καί ἐφθασε στό κεφαλαιο πού ἐγραφε για τήν σταυρωση τοῦ Κυριου, ὀ λογισμος τῆς σταμάτησε στόν χιτωνα τοῦ Χριστου. Ἀναρωτήθηκε πού ἆν βρίσκεται ἀραγε ἡ ἐπιγεια πορφυρα τοῦ Υἱου τοῦ Θεοῦ. Τῆς εἰπαν, λοιπον, ὀτι κατά τήν παραδοση, αὐτη φυλασσοταν στήν πολη Μιτσχετη τῆς Ἰβηρίας (Γεωργιας). Τή μετεφερε ἐκεῖ ὀ ραβίνος τῆς πολεως ποῦ ὀνομαζοταν Ἐλιοζ, ὀ ὁποιος τήν εἰχε παραλαβει ἀπο τό στρατιωτη πού τήν κέρδισε στήν κλήρωση κάτω ἀπο τόν Σταυρό.

Τά λογια αὐτα χαραχτηκαν βαθιά στήν καρδιά της. Καί παρακάλεσε τήν Θεοτόκο νά τήν ἀξιωσει νά παει στήν Χωρα τῶν Ἰβήρων, για νά προσκυνησει τόν χιτωνα τοῦ Υἱου καί Θεοῦ της. Ἡ Πανάγια ἄκουσε τήν προσευχή της καί ἐμφανισθηκε στόν ὑπνο τῆς Ἅγιας. Τήν προέτρεψε νά παει στήν Ἰβηρία νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστου καί τῆς προσφερε ἕνα Σταυρό ἀπο κληματόβεργες, πού θά ἦταν ἡ ἀσπιδα καί ὀ φυλακάς της. Ἡ Ἅγια ξυπνησε καί εἰδε στά χερια τῆς τό θαυμαστό Σταυρό.  Τόν ἀσπασθηκε, ἐκοψε μια κοτσίδα ἀπο τά μαλλιά τῆς, τήν ἐπλεξε στόν Σταυρό καί πηγε νά συναντησει ἀμεσως τό θεῖο τῆς Ἐπισκοπο Ἰουβεναλιο.

Ἐκεῖνος διέκρινε τό θελημα τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐδωσε τήν εὐχή του. Ἔτσι μετα ἀπο ἐντολη τῆς Θεοτόκου, κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στή Γεωργια, περι τόν 3ο Αἰωνα μ.×. Ἡ ἀποστολικη τῆς δράση καί τό χαρισμα τῆς θαυματουργίας ὁδηγησαν τούς βασιλεῖς τῆς Γεωργιας Μιριαν (265-342 μ.×.) καί Νανα στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστου.

Ἡ Ἅγια βρῆκε τόν τοπο, ὁπού εἰχε ἐναποτεθει ὀ χιτωνας τοῦ Χριστου, στόν κηπο τῶν ἀνακτορων καί ἐκεῖ ἀνήγειρε τό Ναο τοῦ Ἅγιου Στυλου.

Ἡ Ἅγια Νινα κοιμηθηκε ὀσιως μέ εἰρήνη καί ὀ Θεός τήν δοξασε διατηρώντας τό τίμιο λειψανο τῆς ἀφθαρτο.

Ἀπολυτικιον
Ἠχος πλ ἅ’ . Τόν συναναρχον λογον
Ὤς ὡραιοι οἰ ποδές σου οἰ ζηλωσαντες ἀκολουθησαι ταῖς τριβοις τῶν ἀποστολων Χριστου, Νινα σκευος Παρακλητοῦ παμφαεστατον’ ὀθεν τιμωντες σέ πιστως, Γεωργιας φρυκτωρε φωτολαμπρε, σέ αἰτουμεν’ ἠμων τά σκοτη λιταίς σου τῆς ἀγνωσίας πορρω σκεδασον.