1.
Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει•
Λαλεῖ πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ ἡ μάνα τὸ ζηλεύει.
Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε• στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει•
Στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα καὶ κλαίει:
«Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ ἔχω γῶ στὸ χέρι;
Ὁπού σὺ μούγινες βαρὺ κι’ ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει.»
2.
Τὸ Μεσολόγγι ἔπεσε τὴν ἄνοιξη• ὁ ποιητὴς παρασταίνει τὴν Φύση, εἰς τὴ στιγμὴ ποὺ εἶναι ὡραιότερη, ὡς μία δύναμη, ἡ ὁποία, μὲ ὅλα τ’ ἄλλα καὶ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ ἐνάντια, προσπαθεῖ νὰ δειλιάση τοὺς πολιορκημένους• ἰδοὺ οἱ Στοχασμοὶ τοῦ ποιητῆ:
H ζωὴ ποὺ ἀνασταίνεται μὲ ὅλες της τὲς χαρές, ἀναβρύζοντας ὁλοῦθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εἰς ὅλα τὰ ὄντα• ἡ ζωὴ ἀκέραιη, ἀπ’ ὅλα της φύσης τὰ μέρη, θέλει νὰ καταβάλη τὴν ἀνθρώπινη ψυχή• θάλασσα, γῆ, οὐρανός, συγχωνευμένα, ἐπιφάνεια καὶ βάθος συγχωνευμένα, τὰ ὁποῖα πάλι πολιορκοῦν τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ἐπιφάνεια καὶ εἰς τὸ βάθος της.
H ὡραιότης τῆς φύσης, ποὺ τοὺς περιτριγυρίζει, αὐξαίνει εἰς τοὺς ἐχθροὺς τὴν ἀνυπομονησία νὰ πάρουν τὴ χαριτωμένη γῆ, καὶ εἰς τοὺς πολιορκημένους τὸν πόνο ὅτι θὰ τὴ χάσουν.
O Ἀπρίλης μὲ τὸν Ἔρωτα χορεύουν καὶ γελοῦνε,
Κι’ ὂσ’ ἄνθια βγαίνουν καὶ καρποὶ τόσ’ ἅρματα σὲ κλειοῦνε.
Λευκὸ βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Καὶ μὲς στὴ θάλασσα βαθιὰ ξαναπετιέται πάλι,
Κι’ ὁλόλευκο ἐσύσμιξε μὲ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη.
Καὶ μὲς στῆς λίμνης τὰ νερά, ὂπ’ ἔφθασε μ’ ἀσπούδα,
Ἔπαιξε μὲ τὸν ἴσκιο τῆς γαλάζια πεταλούδα,
Ποῦ εὐωδίασε τὸν ὕπνο τῆς μέσα στὸν ἄγριο κρίνο•
Τὸ σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ὥρα γλυκιὰ κι’ ἐκεῖνο.
Μάγεμα ἡ φύσις κι’ ὄνειρο στὴν ὀμορφιὰ καὶ χάρη,
H μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι•
Μὲ χίλιες βρύσες χύνεται, μὲ χίλιες γλῶσσες κραίνει•
Ὅποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορὲς πεθαίνει.
Τρέμ’ ἡ ψυχὴ καὶ ξαστοχὰ γλυκὰ τὸν ἑαυτό της.
3.
Ἐνῶ ἀκούεται τὸ μαγευτικὸ τραγούδι τῆς ἄνοιξης, ὁπού κινδυνεύει νὰ ξυπνήση εἰς τοὺς πολιορκημένους τὴν ἀγάπη τῆς ζωῆς τόσον, ὥστε νὰ ὀλιγοστέψη ἡ ἀντρεία τους, ἕνας τῶν Ἑλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τοὺς ἄλλους εἰς συμβούλιο, καὶ ἡ σβημένη κλαγγή, ὁπού βγαίνει μέσ’ ἀπὸ τὸ ἀδυνατισμένο στῆθος του, φθάνοντας εἰς τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο παρακινεῖ ἕναν Ἀράπη νὰ κάμη ὅ,τι περιγράφουν οἱ στίχοι 4-12.
«Σάλπιγγα, κόψ’ τοῦ τραγουδιοῦ τὰ μάγια μὲ βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιοῦ, μὴ κόψουν τὴν ἀντρεία.»
Χαμένη, ἀλίμονον! κι’ ὀκνῆ τὴ σάλπιγγα γρικάει•
Ἀλλὰ πῶς φθάνει στὸν ἐχθρὸ καὶ κάθ’ ἠχὼ ξυπνάει;
Γέλιο στὸ σκόρπιο στράτευμα σφοδρὸ γεννοβολιέται,
Κι’ ἡ περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανὶς πετιέται•
Καὶ μὲ χαρούμενη πνοὴ τὸ στῆθος τὸ χορτάτο,
T’ ἀράθυμο, τὸ δυνατό, κι’ ὅλο ψυχὲς γιομάτο,
Βαρώντας γύρου ὁλόγυρα, ὁλόγυρα καὶ πέρα,
Τὸν ὄμορφο τρικύμισε καὶ ξάστερον ἀέρα•
Τέλος μακριὰ σέρνει λαλιά, σὰν τὸ πεσούμεν’ ἄστρο,
Τρανὴ λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητὴ κατὰ τὸ κάστρο.
4.
Μόλις ἔπαυσε τὸ σάλπισμα ὁ Ἀράπης, μία μυριόφωνη βοὴ ἀκούεται εἰς τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο, καὶ ἡ βίγλα τοῦ κάστρου, ἀχνὴ σὰν τὸ χάρο, λέει τῶν Ἑλλήνων: «Μπαίνει ὁ ἐχθρικὸς στόλος.» Τὸ πυκνὸ δάσος ἔμεινε ἀκίνητο εἰς τὰ νερά, ὅπου ἡ ἐλπίδα ἀπάντεχε νὰ ἰδῆ τὰ φιλικὰ καράβια. Τότε ὁ ἐχθρὸς ἑξανανέωσε τὴν κραυγή, καὶ εἰς αὐτὴν ἀντιβόησαν οἱ νεοφθαστοι μέσ’ ἀπὸ τὰ καράβια. Μετὰ ταῦτα μία ἀκατάπαυτη βροντὴ ἔκανε τὸν ἀέρα νὰ τρέμη πολλὴ ὥρα, καὶ εἰς αὐτὴ τὴν τρικυμία
H μαύρη γῆ σκιρτᾶ ὡς χοχλὸ μὲς στὸ νερὸ ποὺ βράζει.
―Έως ἐκείνη τὴ στιγμὴ οἱ πολιορκημένοι εἶχαν ὑπομείνει πολλοὺς ἀγῶνες μὲ κάποιαν ἐλπίδα νὰ φθάση ὁ φιλικὸς στόλος καὶ νὰ συντρίψη ἴσως τὸν σιδερένιο κύκλο ὁπού τοὺς περιζώνει• τώρα ὁπού ἔχασαν κάθε ἐλπίδα, καὶ ὁ ἐχθρός τους τάζει νὰ τοὺς χαρίση τὴ ζωὴ ἂν ἀλλαξοπιστήσουν, ἡ ὑστερινὴ τοὺς ἀντίσταση τοὺς ἀποδείχνει Μάρτυρες.
5.
. . . . . . . . . . . Στὴν πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτοῦν μακριὰ πολὺ τὰ πέλαγα κι’ οἱ βράχοι,
Καὶ τὰ γλυκοχαράματα, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
Κι’ ὅταν θολώσουν τὰ νερά, κι’ ὅταν ἐβγοῦν τ’ ἀστέρια.
Φοβοῦνται γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
Κι’ οἱ ξένοι ναύκληροι μακριὰ πικραίνονται καὶ λένε:
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, σπαθὶ Τουρκιᾶς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ὁ ἐχθρὸς πρὸς τὸ φτωχὸ καλύβι.»
6.
Ἕνας πολέμαρχος ξάφνου ἀπομακραίνεται ἀπὸ τὸν κύκλο, ὅπου εἶναι συναγμένοι εἰς συμβούλιο γιὰ τὸ γιουρούσι, γιατί τὸν ἐπλάκωσε ἡ ἐνθύμηση, τρομερὴ εἰς ἐκείνη τὴν ὥρα τῆς ἄκρας δυστυχίας, ὅτι εἰς ἐκεῖνο τὸ ἴδιο μέρος, εἰς τὲς λαμπρὲς ἡμέρες τῆς νίκης, εἶχε πέσει κοπιασμένος ἀπὸ τὸν πολεμικὸ ἀγώνα, καὶ αὐτοῦ ἐπρωτάκουσε, ἀπὸ τὰ χείλη τῆς ἀγαπημένης του, τὸν ἀντίλαλο τῆς δόξας του, ὁποία ἕως τότε εἶχε μείνει ἄγνωστη εἰς τὴν ἁπλὴ καὶ ταπεινὴ ψυχή του.
Μακριὰ ἀπ’ ὂπ’ ἦτα’ ἀντίστροφος κι’ ἀκίνητος ἐστήθη•
Μόνε σφοδρὰ βροντοκοποῦν τ’ ἁρματωμένα στήθη•
«Ἐκεῖ ’ρθε τὸ χρυσοτερο ἀπὸ τὰ ὀνείρατά μου•
Μὲ τ’ ἄρματ’ ὅλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνὴ ’πε ―O δρόμος σου γλυκὸς καὶ μοσχοβολισμένος•
Στὴν κεφαλή σου κρέμεται, ὁ ἥλιος μαγεμένος•
Παλληκαρὰ καὶ μορφονιές, γειά σου, Καλέ, χαρά σου!
Ἄκου! νησιά, στεριὲς τῆς γής, ἐμάθαν τ’ ὄνομά σου.―
Τοῦτος, ἄχ! ποῦ ’ν’ ὁ δοξαστὸς κι’ ἡ θεϊκιὰ θωριά του;
H ἀγκάλη μ’ ἔτρεμ’ ἀνοιχτὴ κατὰ τὰ γόνατά του.
Ἔριξε χάμου τὰ χαρτιὰ μὲ τς εἴδησες τοῦ κόσμου
H κορασιὰ τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . .
Χαρὰ τῆς ἔσβηε τὴ φωνὴ πούν’ τώρα ἀποσβημένη•
Ἄμε, χρυσ’ ὄνειρο, καὶ σὺ μὲ τὴ σαβανωμένη.
Ἐδῶ ’ναι χρεία νὰ κατεβῶ, νὰ σφίξω τὸ σπαθί μου,
Πρὶν ὅλοι χάσουν τὴ ζωή, κι’ ἒγ’ ὅλη τὴν πνοή μου•
Τὰ λίγα ἀπομεινάρια τῆς πείνας καὶ τς ἀντρείας,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Γκόλφι νὰ τάχω στὸ πλευρὸ καὶ νὰ τὰ βγάλω πέρα,
Ποῦ μ’ ἔκραξαν μ’ ἀπαντοχή, φίλο, ἀδελφό, πατέρα•
Δρόμ’ ἀστραφτᾶ νὰ σχίσω τοὺς σ’ ἐχθροὺς καλὰ θρεμμένους,
Σ’ ἐχθροὺς πολλούς, πολλ’ ἄξιους, πολλὰ φαρμακωμένους•
Νὰ μείνης, χῶμα πατρικό, γιὰ μισητὸ ποδάρι•
H μαύρη πέτρα σου χρυσὴ καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.»
«Θύρες ἀνοῖξτ’ ὁλόχρυσες γιὰ τὴν γλυκιᾶν ἐλπίδα.»
7.
Κρυφὴ χαρὰ ’στραψε σ’ ἐσέ• κάτι καλὸ ’χει ὁ νοῦς σου•
Πές, νὰ τὸ ξεμυστηρευτῆς θὲς τ’ ἀδελφοποιτού σου;
Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκιά, μετὰ χαρᾶς σ’ τὸ λέω:
Θαυμάζω τὲς γυναῖκες μας καὶ στ’ ὄνομά τους μνέω.
Ἐφοβήθηκα κάποτε μὴ δειλιάσουν καὶ τὲς ἐπαρατήρησα ἀδιάκοπα,
Γιὰ ἡ δύναμη δὲν εἲν’ σ’ αὐτὲς ἴσια μὲ τ’ ἄλλα δῶρα.
Ἀπόψε, ἐνῶ εἶχαν τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ γιὰ τὴ δροσιά, μία ἀπ’ αὐτές, ἡ νεώτερη, ἐπῆγε νὰ τὰ κλείση, ἀλλὰ μία ἄλλη τῆς εἶπε: «Ὄχι, παιδί μου• ἄφησε νάμπη ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ φαγητά• εἶναι χρεία νὰ συνηθίσουμε•
Μεγάλο πράμα ἡ ὑπομονή! . . . . . . . . . . . . . . .
Ἄχ! μᾶς τὴν ἔπεμψε ὁ Θεός• κλεῖ θησαυροὺς κι’ ἐκείνη.
Ἐμεῖς πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπομονή, ἂν καὶ ἔρχονταν οἱ μυρωδιές.
Ἀπ’ ὅσα δίν’ ἡ θάλασσα, ἀπ’ ὂσ’ ἡ γῆ, ὁ ἀέρας.»
Κι’ ἔτσι λέγοντας ἐματάνοιξε τὸ παράθυρο, καὶ ἡ πολλὴ μυρωδιὰ τῶν ἀρωμάτων ἐχυνότουν μέσα κι’ ἐγιόμισε τὸ δωμάτιο. Καὶ ἡ πρώτη εἶπε: «Καὶ τὸ ἀεράκι μᾶς πολεμάει.» ―Mία ἄλλη ἔστεκε σιμὰ εἰς τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδί της,
Κι’ ἂφ’σὲ τὸ χέρι τοῦ παιδιοῦ κι’ ἐσώπασε λιγάκι,
Καὶ ξάφνου τῆς ἐφάνηκε στὸ στόμα τὸ βαμπάκι.
Καὶ ἄλλη εἶπε χαμογελώντας, νὰ διηγηθῆ καθεμία τ’ ὄνειρό της,
Κι’ ὅλες ἐφώναξαν μαζὶ κι’ εἶπαν πὼς εἶδαν ἕνα.
Κι’ ὅ,τι ἀποφάσισαν μαζὶ νὰ ποῦν τὰ ὀνείρατά τους,
Εἶπα νὰ ἰδῶ τὴ γνώμη τους στὴν ὑπνοφαντασιά τους.
Καὶ μία εἶπε: «Μοῦ ἐφαίνοτουν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, ἄντρες καὶ γυναῖκες, παιδιὰ καὶ γέροι, ἤμαστε ποτάμια, ποιὰ μικρά, ποιὰ μεγάλα, κι’ ἐτρέχαμε ἀνάμεσα εἰς τόπους φωτεινούς, εἰς τόπους σκοτεινούς, σὲ λαγκάδια, σὲ γκρεμούς, ἀπάνου κάτου, κι’ ἔπειτα ἐφθάναμε μαζὶ στὴ θάλασσα μὲ πολλὴ ὁρμή,
Καὶ μὲς στὴ θάλασσα γλυκὰ βαστοῦσαν τὰ νερά μας.»
Καὶ μία δεύτερη εἶπε:
«Ἐγὼ ’δα δάφνες.―Kι ἐγὼ φῶς• . . . . . .
―Kι’ ἐγὼ σ’ φωτιὰ μίαν ὄμορφη π’ ἀστράφταν τὰ μαλλιά της.»
Καὶ ἀφοῦ ὅλες ἐδιηγήθηκαν τὰ ὀνείρατά τους, ἐκείνη ποῦχε τὸ παιδὶ ἑτοιμοθάνατο εἶπε: «Ἰδές, καὶ εἰς τὰ ὀνείρατα ὁμογνωμοῦμε, καθὼς εἰς τὴ θέληση καὶ εἰς ὅλα τ’ ἄλλα ἔργα.» Καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἐσυμφώνησαν κι’ ἐτριγύρισαν μὲ ἀγάπη τὸ παιδὶ τῆς ποῦχε ξεψυχήσει.
Ἰδού, αὐτὲς οἱ γυναῖκες φέρνονται θαυμαστά• αὐτὲς εἶναι μεγαλόψυχες, καὶ λένε ὅτι μαθαίνουν ἀπό μας• δὲ δειλιάζουν, μολονότι τοὺς ἐπάρθηκε ἡ ἐλπίδα ποὺ εἶχαν νὰ γεννήσουν τέκνα γιὰ τὴ δόξα καὶ γιὰ τὴν εὐτυχία. Ἐμεῖς λοιπὸν μποροῦμε νὰ μάθουμε ἀπ’ αὐτὲς καὶ νὰ τὲς λατρεύουμε ἕως τὴν ὕστερην ὥρα. ―Πες μοῦ καὶ σὺ τώρα γιατί ἐχθές, ὓστερ’ ἀπὸ τὸ συμβούλιο, ἐνῶ ἐστεκόμαστε σιωπηλοί, ἀπομακρύνθηκες ταραγμένος•
Νὰ μοῦ τὸ πῆς νὰ τόχω γῶ γκολφισταυρὸ στὸν ἅδη.
Ἐχαμογέλασε πικρὰ κι’ ὁλούθενε κοιτάζει•
Κι’ ἀνεῖ πολὺ τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα νὰ βαστάξουν.
8.
Παρασταίνεται ὁ Ἰμπραΐμ Πασὰς συλλογιζόμενος τὴ σημαντικότητα τῆς γής, τὴν ὁποία θέλει νὰ κυριέψη, καὶ τὸν πόνο καὶ τὴν ἐντροπὴ τοῦ ἂν δὲν τὸ κατορθώση.
Καθὼς ἐκεῖ στὴν Ἀραπιὰ . . . . . . . . . . . .
Χύνεται ἀνάερα τὸ σκυλὶ τῆς δίψας λυσσιασμένο.
Μὲς στὴν ψυχὴ τὴν ἀγρικᾶ σὰ σπίθα στὴ φωτιά της.
Καὶ συχνὰ τούπ’ ἡ ἀράθυμη καὶ τρίσβαθη ψυχή του:
«Κάμποι, βουνὰ καρπόφορα, καὶ λίμνη ὡραία καὶ πλούσια.»
«Σ’ τουφέκι ἀλλάξαν καὶ σπαθὶ τὸ δίχτυ καὶ τ’ ἀγκίστρι.»
«Μάνα καλὴ παλληκαριῶν, καὶ κάμε τὴ δική σου.»
«Αἰώνια ἢθελ’ ἤτανε ὁ πόνος κι’ ἡ ντροπή μου.»
9.
Ἐτοῦτ’ εἶν’ ὕστερη νυχτιά• ὅλα τ’ ἀστέρια βγάνει•
Ὁλονυχτὶς ἀνέβαινε ἡ δέηση, τὸ λιβάνι.
O Ἀράπης, τραβηγμένος ἀπὸ τὴ μυρωδιὰ ποὺ ἐσκορποῦσε τὸ θυμίαμα, περίεργος καὶ ἀνυπόμονος, μὲ βιαστικὰ πατήματα πλησιάζει εἰς τὸ τεῖχος,
Καὶ ἀπάνου, ἀνάγκη φοβερή! σκυλὶ δὲν τοῦ ’λυχτάει.
Καὶ ἀκροάζεται• ἀλλὰ τὴ νυχτικὴ γαλήνη δὲν ἀντισκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε ἀναστεναγμός• ἤθελε πῆς ὅτι εἶχε παύσει ἡ ζωή• οἱ ἥρωες εἶναι ἑνωμένοι καί, μέσα τους, λόγια λένε
Γιὰ τὴν αἰωνιότητα, ποὺ μόλις τὰ χωράει•
Στὰ μάτια καὶ στὸ πρόσωπο φαίνοντ’ οἱ στοχασμοί τους•
Τοὺς λέει μεγάλα καὶ πολλὰ ἡ τρίσβαθη ψυχή τους.
Ἀγάπη κι’ ἔρωτας καλοῦ τὰ σπλάχνα τοὺς τινάζουν•
Τὰ σπλάχνα τους κι’ ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν•
Γλυκιὰ κι’ ἐλεῦθερ’ ἡ ψυχὴ σὰ νάτανε βγαλμένη,
Κι’ ὑψῶναν μὲ χαμόγελο τὴν ὄψη τὴ φθαρμένη.
10.
Ἀφοῦ ἔκαψαν τὰ κρεβάτια, οἱ γυναῖκες παρακαλοῦν τοὺς ἄντρες νὰ τὲς ἀφήσουν νὰ κάμουνε ἀντάμα, εἰς τὸ σπήλαιο, τὴν ὑστερινὴ δέηση. Μὶ’ ἂπ’ αὐτές, ἡ γεροντότερη, μιλεῖ γιὰ τὲς ἄλλες: «Ἄκουσε, παιδί μου, καὶ τοῦτο ἀπὸ τὸ στόμα μου,
Πούμ’ ὅλη κάτου ἀπὸ τὴ γῆ κι’ ἕνα μπουτσούνι ἀπ’ ἔξω.
Ὁρκίζουν σὲ στὴ στάχτ’ αὐτὴ . . . . . . . . . . . . . . . . .
Καὶ στὰ κρεβάτια τ’ ἄτυχα μὲ τὸ σεμνὸ στεφάνι•
N’ ἀφῆστε σᾶς παρακαλοῦν νὰ τρέξουμε σ’ ἐκεῖνο,
Νὰ κάμουμ’ ἅμα τὸ στερνὸ χαιρετισμὸ καὶ θρῆνο.»
Κι’ ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἀργοῦσε ὀλίγο νὰ δώση τὴν ἀπόκριση,
Ὅλες στὴ γῆ τὰ γόνατα ἐχτύπησαν ὀμπρός του,
Κι’ ἐβάστααν ὅλες κατ’ αὐτὸν τὴ χούφτα σηκωμένη,
Καὶ μὲ πικρὸ χαμόγελο τὴν ὄψη τὴ φθαρμένη,
Σὰ νάθελ’ ἔσπλαχνα ὁ Θεὸς βρέξη ψωμὶ σ’ ἐκεῖνες.
11.
Οἱ γυναῖκες, εἰς τὲς ὁποῖες ἕως τότε εἶχε φανῆ ὅμοια μεγαλοψυχία μὲ τοὺς ἄντρες, ὅταν δέονται καὶ αὐτές, δειλιάζουν λιγάκι καὶ κλαῖνε• ὅθεν προχωρεῖ ἡ Πράξη• διότι ὅλα τὰ φερσίματα τῶν γυναικὼν ἀντιχτυποῦν εἰς τὴν καρδιὰ τῶν πολεμιστάδων, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὑστερινὴ ἐξωτερικὴ δύναμη ποὺ τοὺς καταπολεμάει, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ὡς ἀπ’ ὅλες τὲς ἄλλες, αὐτοὶ βγαίνουν ἐλεύθεροι.
12.
Εἶναι προσωποποιημένη ἡ Πατρίδα, ἡ Μεγάλη Μητέρα, θεάνθρωπη, ὥστε νὰ αἰσθάνεται ὅλα τὰ παθήματα, καὶ καθαρίζοντας τὰ εἰς τὴ μεγάλη ψυχή της νὰ ἀναπνέη τὴν Παράδεισο•
Πολλὲς πληγὲς κι’ ἐγλύκαναν γιατ’ ἔσταξ’ ἁγιομύρος.
Μένει ἄγρυπνη μέρα καὶ νύχτα, καρτερώντας τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος• δὲν τὰ φοβᾶται τὰ παιδιά της μὴ δειλιάσουν• εἰς τὰ μάτια τῆς εἶναι φανερὰ τὰ πλέον ἀπόκρυφά της ψυχῆς τους•
Στοῦ τέκνου σύρριζα τὸ νοῦ, Θεοῦ τῆς μάνας μάτι•
Λόγο, ἔργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀπὸ τὸ πρῶτο μίλημα στὸν ἀγγελοκρουμό του.
Γιὰ τοῦτο αὐτὴ εἶναι
Ἥσυχη γιὰ τὴ γνώμη τους, ἀλλ’ ὄχι γιὰ τὴ Μοίρα,
Καὶ μὲς στὴν τρίσβαθη ψυχὴ ὁ πόνος τῆς ’πλημμύρα,
Ἐπειδὴ βλέπει τὸν ἐχθρὸν ἄσπονδον, ἄπονον ἀπὸ τὸ πολὺ πεῖσμα, καὶ καταλαβαίνει ὅτι ἂν τὸ Ἔλεος ἔχυνε μὲς στὰ σπλάχνα τοῦ ὅλους τους θησαυρούς του, τοῦτοι
Τριαντάφυλλα ’ναι θεϊκὰ στὴν κόλαση πεσμένα.
13.
Μένουν οἱ Μάρτυρες μὲ τὰ μάτια προσηλωμένα εἰς τὴν ἀνατολή, νὰ φέξη γιὰ νάβγουνε στὸ γιουρούσι, καὶ ἡ φοβερὴ αὐγή,
Μνήσθητι, Κύριε ― εἶναι κοντά• Μνήσθητι, Κύριε ― ἐφάνη!
Ἐπάψαν τὰ φιλιὰ στὴ γῆ . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στὰ στήθια καὶ στὸ πρόσωπο, στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια.
Μία φούχτα χῶμα νὰ κρατῶ καὶ νὰ σωθῶ μ’ ἐκεῖνο.
Ἰδού, σεισμὸς καὶ βροντισμός, κι’ ἐβάστουναν ἀκόμα,
Ποῦ ὁ κύκλος φθάνει ὁ φοβερὸς μὲ τὸν ἀφρὸ στὸ στόμα,
Κι’ ἐσχίσθη ἀμέσως, κι’ ἔβαλε στῆς Μάνας τὰ ποδάρια
Τῆς πείνας καί του . . . . . τὰ λίγα ἀπομεινάρια•
T’ ἀπομεινάρια ἀνέγγιαγα καὶ κατατρομασμένα,
Τὰ γόνατα καὶ τὰ σπαθιὰ τὰ ματοκυλισμένα.
14.
Τὸ μάτι μου ἔτρεχε ρονιὰ κι’ ὀμπρός του δὲν ἐθώρα,
Κι’ ἔχασα αὐτὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο γιὰ πολλὴ ὥρα,
Π’ ἄστραψε γέλιο ἀθάνατο, παιγνίδι τῆς χαρᾶς του,
Στὸ φῶς τῆς καλοσύνης του, στὸ φῶς τῆς ὀμορφιᾶς του.
15.
Ἔχε ὅσες ἒχ’ ἡ Ἀνατολὴ κι’ ὅσες εὐχὲς ἡ Δύση.
16.
M’ ὅλον ποὺ τότ’ ἀσάλευτος στὸ νοῦ μ’ ὁ νιὸς ἐστήθη,
Κι’ εἶχε τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στήθη.
17.
Κι’ ἄνθιζε μέσα μου ἡ ζωὴ μ’ ὅλα τὰ πλούτια πόχει.
18.
Συχνὰ τὰ στήθια ἐκούρασα, ποτὲ τὴν καλοσύνη.
19.
O υἱός σου κρίνος μὲ δροσιὰ φεγγαροστολισμένος.
20.
Στὸν ὕπνο τῆς μουρμούριζε τὴν κλάψα τῆς τρυγόνας.
21.
Ἀνάξιε δοῦλε τοῦ Χριστοῦ, κάτου τὰ γόνατά σου.
22.
Γιὰ κοίτα κεῖ χάσμα σεισμοῦ βαθιὰ στὸν τοῖχο πέρα, Καὶ βγαίνουν ἄνθια πλουμιστὰ καὶ τρέμουν στὸν ἀέρα• Λούλουδα μύρια, ποὺ καλοῦν χρυσὸ μελισσολόι, Ἄσπρα, γαλάζια, κόκκινα, καὶ κρύβουνε τὴ χλόη.
23.
Χιλιάδες ἦχοι ἀμέτρητοι, πολὺ βαθιὰ στὴ χτίση•
H Ἀνατολὴ τ’ ἀρχίναγε κι’ ἐτέλειωνε τὸ ἡ Δύση.
Κάποι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ κι’ ἀπὸ τὴ Δύση κάποι•
Κάθ’ ἦχος εἶχε καὶ χαρά, κάθε χαρὰ κι’ ἀγάπη.
24.
Κᾶνε σιμὰ κι’ εἶναι ψιλές, κᾶνε βαριὲς καὶ πέρα,
Σὰν τοῦ Μαϊοῦ τὲς εὐωδιὲς γιομόζαν τὸν ἀέρα.
25.
H ὄψη ὀμπρός μου φαίνεται, καὶ μὲς στὴ θάλασσ’ ὄχι,
Ὄμορφη ὡς εἶναι τ’ ὄνειρο μ’ ὅλα τὰ μάγια πόχει.
26.
Χρυσ’ ὄνειρο ἠθέλησε τὸ πέλαγο ν’ ἀφήση,
Τὸ πέλαγο, ποὺ πάτουνε χωρὶς νὰ τὸ συγχύση.
27.
Κι’ ἔφυγε τὸ χρυσ’ ὄνειρο ὡς φεύγουν ὅλα τ’ ἄλλα.
28.
Ἦταν μὲ σένα τρεῖς χαρὲς στὴν πίκρα φυτρωμένες,
Ὅμως γιὰ μένα στὴ χαρὰ τρεῖς πίκρες ριζωμένες.
29.
Ὅλοι σὰν ἕνας, ναί, χτυποῦν, ὅμως ἐσὺ σὰν ὅλους.
30.
Τοῦ πόνου ἐστρέψαν οἱ πηγὲς ἀπὸ τὸ σωθικό μου,
Ἒστρωσ’ ὁ νοῦς, κι’ ἀνέβηκα πάλι στὸν ἑαυτό μου.
31.
Τὸ γλυκὸ σπίτι τῆς ζωῆς ποῦχε χαρὰ καὶ δόξα.
32.
Παράπονο χαμὸς καιροῦ σ’ ὅ,τι κανεὶς κι’ ἃ χάση.
33.
Χαρὰ στὰ μάτια μου νὰ ἰδῶ τὰ πολυαγαπημένα,
Ποῦ μόδειξε σκληρ’ ὄνειρο στὸ σάβανο κλεισμένα.
34.
. . . . . . . . . . . . . . . . Καὶ μετὰ βίας
Τί μόστειλες, χρυσοπηγὴ τῆς Παντοδυναμίας;
35.
Ἒστρωσ’, ἐδέχθ’ ἡ θάλασσα ἄντρες ριψοκινδύνους,
Κι’ ἐδέχθηκε στὰ βάθη τοὺς τὸν οὐρανὸ κι’ ἐκείνους.
36.
Πάντ’ ἀνοιχτά, πάντ’ ἄγρυπνα, τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου.
37.
Ὀποῦν’ ἐρμιὰ καὶ σκοτεινιὰ καὶ τοῦ θανάτου σπίτι.
38.
Τὸ πολιορκούμενο Μεσολόγγι ἔχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Τούρκου καὶ τ’ Ἀράπη.
39.
Χθὲς πρωτοχάρηκε τὸ φῶς καὶ τὸν γλυκὸν ἀέρα.
40.
Πάλι μου ξίπασε τ’ αὐτὶ γλυκιᾶς φωνῆς ἀγέρας,
Κι’ ἔπλασε τ’ ἄστρο τῆς νυχτὸς καὶ τ’ ἄστρο τῆς ἡμέρας.
41.
Ὀλίγο φῶς καὶ μακρινὸ σὲ μέγα σκότος κι’ ἔρμο.
42.
Κι’ ὅπου ἡ βουλὴ τοὺς συφορά, κι’ ὅπου τὸ πόδι χάρος.
43.
Σὲ βυθὸ πέφτει ἀπὸ βυθὸ ὡς ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος•
Ἐκεῖθ’ ἐβγῆκε ἀνίκητος.
44.
Φῶς ποὺ πατεῖ χαρούμενο τὸν Ἅδη καὶ τὸ χάρο.
45.
O ἀριθμὸς τοῦ ἐχθροῦ,
Τόσ’ ἄστρα δὲν ἐγνώρισεν ὁ τρίσβαθος αἰθέρας.
46.
H Ἐλπίδα περνάει ἀπὸ φριχτὴν ἐρημία μὲ
Τὰ χρυσοπράσινα φτερὰ γιομάτα λουλουδάκια.
47.
Χάνονται τ’ ἄνθη τὰ πολλά, πούχ’ ἄσπρα μὲ τὰ φύλλα.
48.
Γιὰ νὰ μοῦ ξεμυστηρευθῆ τὰ αἰνίγματα τὰ θεία.
49.
Σ’ ἐλὲγχ’ ἡ πέτρα ποὺ κρατεῖς καὶ κλεῖ φωνὴ κι’ αὐτήνη.
50.
Μὲς στ’ ἅγιο Βῆμα τῆς ψυχῆς.
51.
H δύναμή σου πέλαγο κι’ ἡ θέλησή μου βράχος.
52.
Στὸν κόσμο τοῦτον χύνεται καὶ σ’ ἄλλους κόσμους φθάνει.
53.
Μὲ φουσκωμένα τὰ πανιὰ περήφανα κι’ ὡραῖα.
54.
Πολλοὶ ’ν’ οἱ δρόμοι πόχει ὁ νοῦς.
55.
H βοὴ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατόπεδου παρομοιάζεται μὲ τὸν ἄνεμο,
Ὁπού περνάει τὸ πέλαγο καὶ κόβεται στὸ βράχο.
56.
Καὶ τὸ τριφύλλι ἐχόρτασε καὶ τὸ περιπλοκάδι,
Κι’ ἐχόρευε κι’ ἐβέλαζε στὸ φουντωτὸ λιβάδι.
57.
Ὢ γῆ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
O Οὐρανὸς σὲ προσκαλεῖ κι’ ἡ Κόλαση βρυχίζει.
58.
Καὶ μὲ τὸ ροῦχο ὁλόμαυρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα.
59.
Καὶ τὲς ἀτάραχες πνοὲς τὲς πολυαγαπημένες.
60.
Οἱ Ἕλληνες, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ φθάση ὁ φιλικὸς στόλος, κοιτάζουν τὸν μακρινὸ ξάστερον ὁρίζοντα κι’ εὔχονται
Νὰ θόλωνε στὰ μάτια τους μὲ κάτι ποὺ προβαίνει.
61.
Κι’ ἐπότισέ μου τὴν ψυχὴ ποὺ χόρτασεν ἀμέσως.