Ἐννόημα
    Ἐννόημα
  • !

    Ἐγώ,/ἔτσι ποὺ πέρασαν τὰ χρόνια,/ἔτσι ποὺ ἤρθανε τὰ πράγματα,/
    Προφήτη τὸν ὁρίζω./Γιατί Προφήτη τὸν χρειάζομαι,/ἔτσι ποὺ χάθηκαν τὰ χρόνια,/ἔτσι ποὺ στέκουνε τὰ πράγματα.

Ὠδὴ σὲ μία ἐπιτραπέζια λάμπα

(Στὴ μνήμη τοῦ θείου μου Παναγιώτη Καλαμαριώτη)

Παλιὰ ἐπιτραπέζια λάμπα,

δουλεμένη ἀπὸ τεχνίτη Ἀνατολίτη

μὲ φαντασία καὶ πρόβλεψη.

Τὴν ἒφερ\’ ἕνας θεῖος μου δικαστὴς ἀπὸ τὴ Σμύρνη

καὶ στὸ φῶς της

δεθήκανε οἱ νόμοι μὲ τὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ πεῖρα της μεγάλη στὰ ἐλαφρυντικά,

στὸ τί βρασμὸς ψυχῆς, τί προμελέτη.

Τόσα χτυπήματα στὸ στῆθος ἀπὸ ζηλοτυπία,

βεντέτες γιὰ μιὰ μεσοτοιχία,

γιὰ μιὰ κατσίκα ποὺ μηρύκασε ξένο χορτάρι.

Γνώρισε πάμπολλους προτέρους ἔντιμους βίους

κι ἐρωτεύτηκε ἐνόχους.

Καημένε θεῖε,

πῶς τὰ πᾶς μ\’ αὐτὸν τὸ νέο νομοθέτη

καὶ τοὺς νόμους του –

ὕλη ἀδίδακτη ὁ θάνατος.

Τῆς ὕπαρξής σου δὲν πῆγες συνήγορος.

Ἀλλ\’ εἶναι ἡ ζωὴ

ἀπ\’ τὶς χαμένες ὑποθέσεις,

ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς δυνατοὺς νομομαθεῖς,

ὅπως ἤσουν.

\"\"

 

Κληρονομιά μου τώρα ἡ λάμπα.

Δουλεμένη μὲ φαντασία

καὶ προπαντὸς μὲ πρόβλεψη.

Τὸ φῶς της, γιὰ νὰ \’ρθει νὰ σταθεῖ

σὰν ἄλλος ἕνας κουρασμένος ἀναγνώστης

τοῦ ἴδιου μ\’ ἐμένανε βιβλίου

ἢ σὰν διαιτητὴς ἀνάμεσα στὸ ἄγραφο χαρτί,

ποὺ νικητὴς πάλι βγαίνει ἀπόψε

καὶ νικημένα ὅσα σκόπευα νὰ γράψω,

πηδάει μέσ\’ ἀπὸ πλούσια φύλλα φοινικιᾶς.

Κι αὐτὸ ὑποκινεῖ βλάστηση.

Κάτω ἀπ\’ τὴ φοινικιὰ

στέκει, σκυφτὸς καὶ μειλίχιος, ἕνας γέροντας.

Εἶχε καὶ φλέβα πείρας ὁ τεχνίτης:

μόνο φῶς, μόνο φύλλα φοινικιᾶς,

φόβων καὶ καιρῶν ἀντίπαλοι δὲν γίνονται.

Ἡ μοναξιὰ φοβᾶται μόνο τὸν ἄνθρωπο δίπλα σου.

Καλὰ λοιπὸν ποὺ εἶναι ἐδῶ αὐτὸς ὁ γέροντας.

Ἀνατολίτη τὸν δείχνει ἡ κελεμπία, τὸ σαρίκι

καὶ τὸ μαυριδερὸ ἄσαρκο πρόσωπο.

Τὸ χέρι του, ἁπλωμένο σὲ σένα,

δὲν ξέρεις ἂν σὲ καλεῖ νὰ πλησιάσεις,

ἂν ἀπαιτεῖ, ἐξηγεῖ, ὁδηγεῖ ἢ προβλέπει.

Ὅλ\’ αὐτὰ ἕνας τεχνίτης μπορεῖ νὰ τὰ χωρέσει

στὴν ἴδια κίνηση,

ὅπως κι ἡ ζωὴ τὰ χωράει ὅλα στὸ ἕνα της πέρασμα.

Μπορεῖ νὰ εἶναι μουεζίνης

κι ἐτούτη τὴ στιγμὴ νὰ ἐξηγεῖ στὸ θεό του

τί λείπει ἀπὸ τὸν ἕναν κόσμο.

Μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπαίτης.

Ἢ νυχτοφύλακας

τῆς προεκτεινόμενης πέρ\’ ἀπ\’ τὴ λάμπα τροπικότητας.

Ἴσως ρήτορας ξεπεσμένος σὲ εἴδη διακοσμητικά,

ἀσκητής,

ὁδοιπόρος ποὺ πέτυχε ἴσκιο ἀναπάντεχο

στὴν προεκτεινόμενη πέρ\’ ἀπ\’ τὴ λάμπα ἔρημο.

Ποιὸς ξέρει; Κανένας περιηγητής,

Ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο

ἀλλὰ καὶ τὸ νόημα τῆς περιηγήσεώς του.

Καὶ τώρα, ὑψώνοντας τὸ χέρι, μὲ ρωτάει

ποιὸς εἶν\’ ὁ δρόμος καὶ ποιὸ τὸ νόημά του.

Ἐμένα ρωτάει

ποιὸς εἶν\’ ὁ δρόμος καὶ ποιὸ τὸ νόημά του;

Νυχτοφύλακας ἢ ἐπαίτης,

περιηγητής, ρήτορας,

μωαμεθανὸς ἢ ἄπατρις,

ἐμένα δὲν μὲ νοιάζει.

Ἐγώ,

ἔτσι ποὺ πέρασαν τὰ χρόνια,

ἔτσι ποὺ ἤρθανε τὰ πράγματα,

Προφήτη τὸν ὁρίζω.

Γιατί Προφήτη τὸν χρειάζομαι,

ἔτσι ποὺ χάθηκαν τὰ χρόνια,

ἔτσι ποὺ στέκουνε τὰ πράγματα.