Ἐννόημα
    Ἐννόημα
  • !

    Ὁ Θεός μου/πέτρινο ἄγαλμα στά βάθη/ἀνεξερεύνητων κήπων/νά χειρονομῶ παράφορα/πυρακτωμένη νά σέρνομαι μ’ ἀφήνει/ὁλομόναχη/στή μαύρη αἰωνιότητα κατάντικρυ.

Ἀγῶνας

                                       Ποῦ νά βρῶ μιά μαγεία πιό καινούργια;
                                                                          Πώλ Βαλερύ

Ἐγώ πόνος πεῖνα πενία

ἐγώ

ποδοπατημένο ρόδο

σφαγμένη χαρά

θηρίο στο δόκανο οὐρλιάζω

θέλω να βγῶ ἀπ’ αὐτόν τόν θάνατο.

Νά γεννηθῶ ἀλλοῦ, ἄλλοτε

ἄλλη

νά φύγω ἀπό μένα

ἀδολοφόνητη, ἀράγιστη νά ὀρθωθῶ καί νά μείνω

μέ τήν κορφή πάνω ἀπ’ τή λάσπη

τό βορβῶδες τοῦ σώματος, τόν θανάσιμο

ἐναγκαλισμό τῆς φθορᾶς

Ποῦ, πότε, πῶς; μήν μπορώντας σπαράζω

ἀκρωτηριασμένο κορμί

σκισμένος βράχος

τσεκουρωμένο δέντρο

Ὁ Θεός μου

πέτρινο ἄγαλμα στά βάθη

ἀνεξερεύνητων κήπων

νά χειρονομῶ παράφορα

πυρακτωμένη νά σέρνομαι μ’ ἀφήνει

ὁλομόναχη

στή μαύρη αἰωνιότητα κατάντικρυ.