Ἡ λίμνη τῆς Γαλιλαίας δὲν εἶναι ὑδάτινη ἐπιφάνεια, εἶναι ἐσχατολογικὴ ἐπιμονή. Ὑπόσχεση ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀνακληθεῖ, διότι προηγεῖται τῆς γλώσσας. Ἂν ἡ ἔρημος εἶναι τὸ πεδίο τῆς φωνῆς, αὐτὴ ἡ λίμνη εἶναι ἡ μήτρα τοῦ ρήματος – ὄχι τοῦ λόγου· τοῦ ρήματος, ὅπως αὐτὸ ἐκφέρεται στὸν χρόνο, καὶ ὅμως δὲν ἀνήκει σ’ αὐτόν. Εἶναι μιὰ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποία ὁ χρόνος διαρρηγνύεται, ὄχι μὲ δραματικὸ θόρυβο ἀλλὰ μὲ τὴν ἥσυχη ἀκρίβεια τοῦ νυστεριοῦ, καὶ ἡ αἰωνιότητα διαφεύγει ἀπὸ τὴ σχισμὴ ὡς πράξη.
Ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὸν ἐπιούσιο δὲν διανοοῦνται, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀγωνιῶδες ἐπαναλαμβανόμενο «σήμερον» τοὺς καθιστᾶ θεατὲς τῆς ἴδιας κίνησης, ποὺ διέκοψε ὁ Χριστὸς, ὅταν στάθηκε καὶ μίλησε. Ὄχι στοὺς πολλοὺς· στοὺς λίγους, σὲ δύο, σὲ τέσσερις, ἴσως σὲ ἕναν κάθε φορά. Καὶ ὁ λόγος του δὲν ἦταν οὔτε ἐπιχείρημα οὔτε μεταφορά. Ἦταν προστακτική –ὄχι βίαιη ἀλλὰ ἀναπόφευκτη–, ὅπως ἐκεῖνο τὸ παλιὸ ρῆμα: «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Μάτθ. 4,19). Δὲν ὑπῆρξε προετοιμασία· δὲν ὑπῆρξε ἐξήγηση· καὶ ὅμως, ὑπῆρξε ἀπόκριση.
Αὐτὸ δὲν ἦταν θεατρικὴ χειρονομία οὔτε κήρυγμα ὑψηλοῦ ἤθους· ἦταν ρήξη. Καὶ ἡ ρήξη δὲν ἦταν ψυχολογικὴ· ἦταν ὀντολογική. Ὅ,τι μέχρι τότε ἀποτελοῦσε τὸ δίκτυο τοῦ βίου –τὰ δίχτυα, τὸ πλοῖο, ὁ πατέρας– παραμερίστηκε χωρὶς φασαρία, χωρὶς σκέψη, διότι ὁ Λόγος ὅταν μιλάει, δὲν ἐπιτρέπει λογισμούς. Ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε νὰ συζητήσει· ἦλθε νὰ διακόψει. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν πίστη μας σήμερα. Δὲν εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ προσώπου Του, εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς ἀπόκρισης. Ἤ, γιὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, ἡ ἀντικατάσταση τῆς ἀπόκρισης μὲ μία αἴσθηση αὐτοεπιβεβαιωτικῆς συμμετοχῆς – ἕνα ἠθικολογικὸ διαδικτυακὸ κουκλοθέατρο, ὅπου ἀντὶ γιὰ τὴν ἐγκατάλειψη τῶν πάντων, ὑψώνουμε τὸ βλέμμα σὲ ὀθόνες καὶ καθρεφτιζόμαστε στοὺς ψηφιακοὺς ρυθμοὺς τῆς εἰκαζόμενης εὐσέβειας.
Ἡ ἐντολὴ ἔγινε ρητορική. Τὸ «ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Μάτθ. 4,20) ἔγινε ἑρμηνευτικὴ στρατηγική, ὄχι βίωμα. Κι ὁ πατέρας –ὁ πατέρας, ποὺ στὰ πρῶτα λόγια ἐγκαταλείφθηκε– ἀναδύεται ξανὰ ὡς ἐπινόηση, ὡς βιογραφικὸ δεδομένο, ὡς ταυτότητα. Ποιά δίχτυα ἄφησες ἐσύ; Ποιό πλοῖο;
Ἡ πρόκληση τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι πρόσκληση σὲ μιὰ ἠθικὴ κοινότητα μὲ διακριτικὰ μέλη. Εἶναι ρωγμὴ στὴ φυσικὴ σειρά, ριζικὴ ἀνατροπὴ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο τὸ ἐγὼ δομεῖται – καὶ ἐπιβεβαιώνεται. Κι ὅμως, πόσοι μετατρέψαμε αὐτὴ τὴ ρωγμὴ σὲ πηγὴ κοινωνικῆς ὑπεροχῆς; Πόσοι ντύσαμε τὴ σιωπὴ τῆς πίστης μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑπερηφάνειας; Καὶ κάθε φορὰ ποὺ ἡ κλήση γίνεται μέσο –ὄχι μόνο μέσο προβολῆς, ἀλλὰ ἀκόμη χειρότερα: ἐργαλεῖο γιὰ ἐπιβολή, ἔνδειξη ἁγιότητας, μηχανισμὸς ἀναπαραγωγῆς ἑνὸς συστήματος– ἡ φωνή Του πνίγεται, ὄχι στὴ βία τοῦ κόσμου ἀλλὰ στὸν καθωσπρεπισμὸ τῶν «εὐσεβῶν».
Τότε, δὲν πρόκειται γιὰ μαθητεία ἀλλὰ γιὰ προδοσία. Μιὰ ἤπια, σταδιακή, καθημερινὴ σταύρωση – ὄχι ἡρωικὴ οὔτε μαρτυρική. Ἁπλῶς, ἐξυπηρετική. Τὸ μαχαίρι δὲν εἰσχωρεῖ στὸν τύπο τῶν ἥλων ἀλλὰ στὰ χαρτιὰ τοῦ γραφείου· ὄχι στὸ σῶμα Του ἀλλὰ στὴν καρδιὰ τοῦ εὐαγγελίου. Καὶ ὅσοι τὸ διαπράττουν, συχνὰ μοιάζουν περισσότερο μὲ καλὰ ἐκπαιδευμένους ὑπαλλήλους, παρὰ μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἐγκατέλειψαν τὰ δίχτυα τους.
Ποιός λοιπὸν ἀκολουθεῖ; Ἐκεῖνος ποὺ διατηρεῖ τὸ σχῆμα τῆς πίστης ἀλλὰ δὲν ἀποδέχεται τὴν ἀπώλεια ποὺ αὐτὴ προϋποθέτει; Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μετατρέψει τὸ Εὐαγγέλιο σὲ ζήτημα αἰσθητικῆς; Πόσο εὔκολα στιγματίζεται ἡ «ἀκατάλληλη» γυναῖκα, τὸ «μὴ ἐπαρκῶς μετανοημένο» σῶμα, ἡ παρουσία ποὺ διακόπτει τὴν ὁμοιομορφία τοῦ ναοῦ. Ὅμως Ἐκεῖνος δὲν παραμένει μέσα. Στέκεται ἔξω – στὴ βροχή. Στὸ πρόσωπο τοῦ πρόσφυγα, τῆς γυναίκας ποὺ γλίτωσε ἀπὸ τὴν κακοποίηση, τοῦ ἀνέργου ποὺ ψάχνει ἁπλῶς μιὰ πόρτα ἀνοιχτή.
Ἡ Ἐκκλησία, ἂν ἔχει λόγο ὑπάρξεως, τὸν ἔχει ὡς ξενῶνας γιὰ πληγωμένους. Δὲν εἶναι χῶρος τελειότητας, εἶναι λουτρὸ καθαρμοῦ. Καὶ ἡ μαθητεία δὲν εἶναι θέση· εἶναι στάση. Δὲν εἶναι ὕψος· εἶναι κλίση. «Ὁ δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος». Ὄχι ἐπιτηδευμένα ἀλλὰ ἔμπρακτα. Τὸ νίψιμο τῶν ποδιῶν δὲν εἶναι τελετουργία· εἶναι ἀποκάλυψη τῆς φύσης τῆς βασιλείας. Ἂν ἡ ἀποστολὴ εἶναι ἀκόμη λέξη ποὺ λέγεται μὲ σοβαρότητα, δὲν μπορεῖ νὰ σημαίνει ἐπιβολή. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ χαρτοφυλάκιο μιᾶς πολιτιστικῆς ὑπεροχῆς. Οὔτε ἕνα πρόγραμμα μεταφορᾶς ἀξιῶν. Εἶναι ἡ ἁπλῆ, σχεδὸν ἀόρατη πράξη τοῦ νὰ σταθεῖς πλάι στὸν ἄλλο, χωρὶς νὰ τοῦ ζητήσεις νὰ σοῦ μοιάσει. Νὰ ἀναγνωρίσεις στὸ βλέμμα του τὸ δικό σου παρελθόν, πρὶν γίνει μνήμη.
Νὰ τοῦ προσφέρεις νερὸ· ὄχι ἐπειδὴ ἐκεῖνος διψᾶ ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐσὺ κάποτε διψοῦσες. Νὰ τοῦ πλύνεις τὶς πληγές, ὄχι ἐπειδὴ εἶσαι γιατρός ἀλλὰ ἐπειδὴ κάποτε κάποιος καθάρισε τὶς δικές σου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁλιεία τῶν ἀνθρώπων. Ὄχι νὰ τοὺς μαζέψεις σὲ καθαρὰ δίχτυα· ἀλλὰ νὰ τοὺς βγάλεις ἀπὸ τὴν σκοτεινή τους λίμνη. Ὄχι νὰ μετρήσεις κεφάλια σὲ στατιστικὲς· ἀλλὰ νὰ γνωρίσεις ψυχὲς μὲ τὴν οἰκειότητα τῆς σιωπῆς. Ὄχι νὰ προσφέρεις ἀπαντήσεις· ἀλλὰ νὰ σταθεῖς δίπλα στὴν ἐρώτηση. Ὄχι νὰ μιλήσεις γιὰ πίστη· ἀλλὰ νὰ τὴ ζήσεις ὡς πράξη κοινῆς ἀνάσας. Πίστη, δηλαδή, ποὺ μετριέται μὲ ποτήρια νεροῦ καὶ φέτες ψωμιοῦ. Ὄχι μὲ παλμοὺς ρητορικῆς.
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας δὲν θὰ τὸ ἔλεγε καλύτερα· οὔτε ἁπλούστερα: «Τοῦτο πρῶτον πίε, φησὶ, ταχὺ ποίει… δέχεσθε τὸ κήρυγμα τὸ σωτήριον».[1] Ἡ ταχύτητα δὲν εἶναι σπουδὴ· εἶναι ἀναγνώριση τῆς στιγμῆς. Ὄχι τοῦ καιροῦ γενικά ἀλλὰ τῆς καιρικότητας τοῦ νῦν: τὸ τώρα ποὺ δὲν θὰ ἐπαναληφθεῖ. Ἡ ἀπόκριση δὲν σηκώνει μελλοντολογίες. Εἶναι ὅπως ἡ αὐγή – εἴτε σὲ βρίσκει ξύπνιο εἴτε ὄχι.
Ἡ μαθητεία δὲν εἶναι ἀποδοχὴ κανόνων· δὲν εἶναι ἐγγραφὴ σὲ σχολὴ· δὲν εἶναι συμμόρφωση. Εἶναι ἔξοδος. Ὄχι ἡρωική ἀλλὰ ὑπαρξιακή. Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν αὐτάρκεια στὴν προσφορά. Ἀπὸ τὴν ψευδαίσθηση τοῦ ἐλέγχου στὴν βεβαιότητα τῆς ἀγάπης. Ὄχι μιᾶς ἀγάπης ἀσαφοῦς ἀλλὰ ἐκείνης ποὺ θυσιάζεται – μὲ τὸ σῶμα, μὲ τὸν χρόνο, μὲ τὴν ἀπώλεια. Καὶ ποὺ στὸ τέλος γνωρίζει, ὅτι μόνο αὐτὸ ποὺ ἔχει ἤδη δοθεῖ μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Ὅ,τι κρατᾶς, χάνεται. Ὅ,τι δίνεις, παραμένει.
Ἡ ἀληθινὴ ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου δὲν βρίσκεται μέσα του. Δὲν εἶναι τὸ σύνολο τῶν ἀναμνήσεών του οὔτε ἡ ψυχολογία του. Εἶναι ἡ σχέση του μὲ τὸν Ἄλλο – πρῶτα τὸν Θεό, ἔπειτα κάθε «ἄλλον» ποὺ γίνεται εἰκόνα Του. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε βῆμα ποὺ κάνει πίσω Του εἶναι βῆμα πρὸς τὸ Πάθος. Ὄχι ὡς σκηνοθεσία ἐσωτερικῆς ἐξύψωσης ἀλλὰ ὡς κάθοδος. Πρὸς τὸν Γολγοθᾶ. Ἐκεῖ ὅπου ἡ σιωπὴ γίνεται κραυγὴ καὶ τὸ σκοτάδι ἀφήγηση.
Μόνο μέσα ἀπὸ τὴ νύχτα περνᾶ κανεὶς στὴν Ἀνάσταση. Ὄχι ὡς ἰδέα. Ὡς ἐμπειρία.
Καὶ ἐκεῖ, στὴν ἄκρη τῆς θυσίας, δὲν ὑπάρχει πιὰ θεωρία. Ὑπάρχει μόνο ποίηση – ὄχι μὲ λέξεις ἀλλὰ μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς. Μιὰ γραφὴ, ὄχι σὲ χαρτί ἀλλὰ στὰ χέρια ποὺ ἀκουμποῦν τὰ χέρια τοῦ ἄλλου. Ἕνας στίχος, ὄχι πρὸς ἀποστήθιση ἀλλὰ πρὸς ζωή. Ἕνας ψαράς ποὺ δὲν συλλαμβάνει ἀλλὰ λυτρώνει.
[1] Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Τὰ Εὑρισκόμενα Πάντα, ἐν Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca, ἐπιμ. Jacques-Paul Migne, τ. 70 (Paris: J.-P. Migne, 1864), 248.
