Στὴν τελευταία μας ὅμως ἀναπνοή, ἂς ἐνισχυθοῦμε μὲ τὴ σκέψη ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ περάσουμε ἀπὸ ὅλα τὰ παθήματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ὥστε νὰ γνωρίσουμε βαθύτερα τὴ ζωὴ τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γῆ καὶ νὰ γίνουμε ἱκανοὶ νὰ προσλάβουμε τὴ θεία καὶ ἄφθαρτη ζωή Του.
Αὐτὴ ἡ στάση πνεύματος μειώνει τὴν ἔνταση τῆς «ἀνούσιας ὀδύνης», ποὺ μὲ τὸν παραλογισμό της γίνεται ἀκόμη πιὸ δυσβάστακτη καὶ ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ πόνου.
Ὁ πόνος καθεαυτὸς μὲ κανέναν τρόπο δὲν εἶναι συμφορά. Δὲν εἶναι μόνο δυνατόν, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀναγκαῖο νὰ θεωροῦμε τὰ παθήματα ὡς τὴν ὁδὸ πρὸς τὴν αἰώνια γνώση τῆς ἀλήθειας, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀνάπαυσης, τῆς εἰρήνης.
Εἴμαστε κτιστὰ ὄντα καὶ γνωρίζουμε τὰ πάντα μὲ τὴ σύγκριση. Ἂν δὲν εἴχαμε πεῖρα τῶν παθημάτων, δὲν θὰ γνωρίζαμε καὶ τὴ χαρὰ τῆς ἀγάπης. Καὶ εἶναι φανερὸ ὅτι ὅσο βαθύτερα εἶναι τὰ παθήματά μας, ὑπὸ τὴν ἀγαθὴ καὶ συνετὴ ἔννοιά τους, τόσο πληρέστερη θὰ εἶναι ἡ ἀγάπη μας, τόσο βαθύτερη θὰ εἶναι ἡ γνώση τῆς αἰωνιότητας, τόσο πιὸ αἰσθητὰ θὰ προσλάβουμε τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, τόσο ἐγγύτερα θὰ παρασταθοῦμε στὸν Χριστὸ μέσα στὴ Βασιλεία Του.
Προσεύχομαι στὸν Θεὸ νὰ σᾶς δώσει ἀληθινὴ ἔμπνευση ἄνωθεν γι’ αὐτὴ τὴν ὁδό, γιὰ τὴν «ὁποία ἐγὼ μὲ τὴν ἀφροσύνη μου τόλμησα νὰ σᾶς μιλήσω. Μὲ τὸ ἴδιο αἴτημα προσεύχομαι στὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Καὶ ἐσεῖς νὰ προσεύχεσθε γιὰ μένα στὸ ἴδιο ἐπίπεδο μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα. Καὶ ἔτσι θὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα ἐν Χριστῷ.
Ὅταν ἡ ψυχή μας ἀγγίξει τὴν αἰωνιότητα, τότε θὰ ἐξαφανισθοῦν πολλὰ πάθη μας καὶ ἐμεῖς θὰ ἀπομακρυνθοῦμε, πολὺ μακριά, ἀπὸ τὸν συχνὰ ἄσκοπο ἀγῶνα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἐγκαταλείπει.
Τί σᾶς χρειάζεται; Φοβόσαστε ὅτι δὲν θὰ ἔχετε ἕνα κομμάτι ψωμὶ ἤ στέγη στὰ χρόνια τῶν γηρατειῶν σας; Ἂν ὅμως, οὕτως ἢ ἄλλως, ἀρκεσθεῖτε στὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα, δηλαδή, ἂν ἔχετε σπίτι νὰ μείνετε, ἂν δὲν σᾶς λείπει τὸ ψωμί, ἂν εἶναι καλυμμένο τὸ σῶμα σας, τότε αὐτὸ θὰ σᾶς εἶναι ἀρκετό.
Ἡ ἐλευθερία τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν ἀνούσια κοσμικὴ διάχυση καὶ ἡ ἐμβάθυνση του στὴ θεωρία τοῦ θείου κόσμου, ἡ ἔφεση πρὸς τὸν ἄνω κόσμο, ἡ νοσταλγία γι’ αὐτὸν θὰ ἀποτελεῖ τὴν ἀκατάπαυστη «εὐφροσύνη» τῆς ψυχῆς σας. Τότε τὰ γηρατειὰ γίνονται μεγαλειώδη, βασιλικά, ἀκόμη καὶ μέσα στὴν ἔσχατη ὑλικὴ πτωχεία, ἀληθινὸ στέφος σοφίας.
Χωρὶς ὑπερβολικὴ ἔνταση, μὲ φυσικὴ κίνηση τοῦ πνεύματός σας, νὰ κοιτάζετε διὰ μέσου σας ὅλη τὴν τραγωδία τοῦ κόσμου, ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ μὲ τὸ πνεῦμα νὰ προσεύχεσθε στὸν Θεὸ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Τὸ μάθημα αὐτὸ τὸ ἔλαβα ἀπὸ τὸν μακάριο Γέροντά μου [τὸν ὅσιο Σιλουανό τον Ἀθωνίτη].
Καὶ ὅταν ἔλθει σὲ σᾶς ἡ προσευχὴ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ὅπως καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό σας, τότε μόνο θὰ ἐννοήσετε τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου ἐν Θεῷ, τί σημαίνει νὰ εἶναι κάποιος πρόσωπο, κατ’ εἰκόνα τῶν Θείων Προσώπων, καὶ τότε πιὰ ὁ θάνατος δὲν θὰ σᾶς ἐγγίσει. Τὸ αἰώνιο Φῶς θὰ καταυγάζει μέσα σας καὶ θὰ γίνετε τέκνο Θεοῦ.
Τότε πιὰ δὲν θὰ ἔχει σημασία πόσο χρόνο θὰ ζήσετε ἀκόμη πάνω στὴ γῆ·δέκα χρόνια ἢ μιὰ ἡμέρα. Θὰ ἦταν φυσικὸ γιὰ μᾶς τώρα νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι τὸ πνεῦμα μας στὴν προσευχὴ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο μπορεῖ νὰ λησμονήσει τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ τὸ σῶμα του, καὶ νὰ διάγει τρόπον τινὰ ἕκτος σώματος*, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς προσευχῆς κανέναν «κλονισμὸ» στὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸ σῶμα.
Ὁ νοῦς βυθισμένος στὸν Θεό, στὴν πράξη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ἐνδέχεται νὰ μὴν παρατηρήσει ὅτι ἀποκαλύπτεται μπροστά του ἡ αἰωνιότητα καὶ δὲν γνωρίζει πλέον τὸν ἑαυτό του στὰ ὅρια τοῦ σώματος.
Ἔτσι ὅμως μπορεῖ ἢ νὰ παραμείνει στὴν αἰωνιότητα, ἢ νὰ ἐπιστρέψει πάλι στὸν κόσμο αὐτόν. Ὅταν τὸ πνεῦμα μας ἐξέλθει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ γήινου αὐτοῦ κόσμου, ἀπὸ τὴν ἕλξη τῆς γῆς, τότε πλέον εἰσέρχεται σὲ παγκόσμια σφαῖρα καὶ διέπεται ἀπὸ τοὺς «νόμους» τῆς οὐράνιας μηχανικῆς.
Ἡ κίνησή του μπορεῖ νὰ προσλάβει ταχύτητα, μπροστὰ στὴν ὁποία ἡ ταχύτητα τοῦ φωτὸς εἶναι μηδέν, σὰν βραδύτητα χελώνας. Καὶ ἂν τὸ πνεῦμα μας καταληφθεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τότε μέσῳ αὐτοῦ τοῦ Θείου Πνεύματος ὁ ἄνθρωπος θὰ προσλάβει τὴν ὁμοίωση τῆς Θείας πανταχοῦ παρουσίας καὶ παγγνωσίας.
Ἀπὸ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων, ἰδιαίτερα λαμπρὸ παράδειγμα τέτοιας διάβασης ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή, ὅταν ἡ ψυχὴ δὲν ἀντιλαμβάνεται ἂν ἀπεβίωσε ἢ ἂν ἁπλῶς ἀνοίχθηκε μπροστά της ἡ ἀπεραντοσύνη τῆς προσευχῆς, εἶναι ὁ ὅσιος Σεραφείμ. Ἔτσι φαντάζομαι τὸ τέλος του, ὅταν αὐτὸς στεκόταν στὴν προσευχή.
Ὡς ἐκ τούτου, μὴ θλίβεσθε γιὰ τίποτε καὶ γιὰ τίποτε μὴν ἀνησυχεῖτε.
Μὴ φοβόσασθε νὰ παραμείνετε ἄρρωστοι σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἔστω καὶ δέκα ἢ περισσότερα χρόνια, μὴ φοβᾶσθε καὶ τὴν ἔξοδο ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, γιατί αὐτοὶ ποὺ ἀγάπησαν τὸν Χριστὸ δὲν πεθαίνουν, σύμφωνα μὲ τὸν ἀδιάψευστο λόγο Του.
Πολλὲς φορὲς ἔλεγα στὰ γεροντάκια μου στὴ Γαλλία, ὅτι τὰ γηρατειὰ εἶναι ἡ πιὸ σημαντικὴ περίοδος τῆς ζωῆς μας, ὅτι ἡ προσέγγιση τοῦ τέλους εἶναι κάποια θριαμβευτικὴ διαδικασία, ἱκανὴ νὰ ἐμπνεύσει τὸ πνεῦμα μας μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστό, ὅμοια μὲ ἐκείνη τὴν ἐπιθυμία ποὺ ἔφλεγε τὸν ἀπόστολο Παῦλο.
Τὸ κάθε φαινόμενον ζωῆς σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις του εἶναι κατὰ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη ἔννοια λόγος Θεοῦ. Καὶ ὅλοι ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ ἀντλοῦμε ἀδιάκοπα ὅλο καὶ νέες γνώσεις ἀπὸ τὴν ἐπαφή μας μὲ τὴ ζωή.
Ὁ Θεός μᾶς πλήττει μὲ ἀσθένειες, παραχωρεῖ σὲ μᾶς νὰ θλίβουμε μὲ τὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη ἀπροσεξία τοῦ ἀδελφοῦ μας σὲ κάθε κίνηση τοῦ πνεύματός μας, τῆς σκέψης μας, τῆς καρδιᾶς μας, Αὐτὸς ἀντιδρᾷ μὲ τὸν δικό Του τρόπο.
Ἐν κατακλείδι, πάντοτε μᾶς ἀπευθύνει τὴν κλήση νὰ παραδώσουμε ἐξ ὁλοκλήρου τὴ ζωή μας σὲ αὐτόν, ἀνεπιφύλακτα, ὡς τὴ μοναδικὴ συνθήκη γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἕνωση μαζί Του. «Ἂν δὲν πεθάνουμε, δὲν θὰ ζήσουμε».
Καὶ νὰ λοιπὸν ἀκόμη ἕνα φοβερὸ μυστήριο: ὁ θάνατος… Ἡ στιγμὴ τοῦ θανάτου εἶναι κάτι τὸ ἀπωθητικὸ γιὰ κάθε ὄν. Τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου ἀγανακτεῖ γιὰ τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδικία αὐτή.
Σὲ αὐτὴν ὅμως τὴ στιγμὴ περικλείεται ἕνα μεγάλο μυστήριο. Εἶναι ὁ ὕστατος λόγος μας ἐνώπιόν Του στὴν ἀναζήτησή μας γιὰ τὴν ἀγάπη Του. Στὴν οὐσία, ἡ στιγμὴ αὐτὴ ὀφείλει νὰ εἶναι γιὰ μᾶς ἡ πιὸ σημαντικὴ στιγμὴ σὲ ὅλη τὴν ἐπίγεια ὕπαρξή μας.
Γι’ αὐτὴν πρέπει νὰ προετοιμαζόμαστε ὅλη τὴ ζωή μας. Αὐτὸ εἶναι ἡ γνήσια ἀγωγὴ καὶ ἡ αὐθεντικὴ «μόρφωση». Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ἀσήμαντες λεπτομέρειες. Ὁ καθένας μπορεῖ νὰ κτίσει τὴν ἄνετη ζωή του, ἡ κατανόηση ὅμως τῆς γλώσσας τοῦ Θεοῦ δίνεται μόνο σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει γνήσια ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό.
Μὲ ἕναν λόγο, τὸ θέμα ποὺ σᾶς στενοχώρησε τόσο βαθιὰ κατὰ τὸν παρόντα χρόνο γιὰ μένα συγκεντρώνεται σὲ μιὰ περισσότερο γενικὴ θέση: νὰ παραδώσουμε τὴ ζωή μας. «Νὰ προσεύχεσαι γιὰ τὸν ἀδελφό, σημαίνει νὰ χύνεις αἷμα»** ἔλεγε ὁ γέροντας Σιλουανὸς·δηλαδὴ νὰ δίνεις τὴ ζωή σου.
