Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἕλληνα Αἰγυπτιώτη Ἰωάννη Χατζηφώτη
[…] Αὐτὸ ποὺ μὲ ἐντυπωσίαζε πάντοτε στὸ Κάιρο ἦταν ἡ πολυκοσμία στοὺς δρόμους καὶ τὶς πλατεῖες του. Παρὰ τὴν ἀφόρητη ζέστη, ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος βρισκόταν ὁλημερὶς στοὺς δρόμους. Ὅταν δρόσιζε, μὲ τὴ δύση τοῦ ἥλιου ἄρχιζαν οἱ περίπατοι κατὰ μῆκος τοῦ Νείλου, τὸ πηγαινέλα μὲ τὶς φελοῦκες, ἡ μετάβαση στὴν Γκεζίρα (νησί) μὲ τὸν πύργο της. Τότε δὲν ὑπῆρχαν τόσα πολλὰ ξενοδοχεῖα ὅσα σήμερα, ὑπῆρχε ὅμως ἀξιόλογη ἑλληνικὴ παροικία, ποὺ τὸ Ἑλληνικὸ Κέντρο της λειτουργεῖ ἀκόμη.
Στὴν πανήγυρη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Παλιὸ Κάιρο, ἀνέβαινε ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Χριστοφόρος. Τὸ 1959, γιορτάσθηκε τὸ χρυσὸ Ἰωβηλαῖο του. Ἔγιναν ἀνακαινίσεις στὸ παλιὸ μοναστήρι, ποὺ σήμερα ἐπισκέπτονται κυρίως Κόπτες.
Στὸ Παλιὸ Κάιρο βρισκόταν ἡ πρώτη συνοικία τῶν Ρωμιῶν. Ἀρχικὰ στὸ Χάρετ ἒλ Ροὺμ καὶ ὕστερα στὸ Χαμζάουι, ὅπου διέμενε ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καὶ Ἐθνάρχης τῶν Ρωμιῶν, ὡς τὴν κάθοδό του στὴν Ἀλεξάνδρεια στὸ δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰῶνα. Ἐκεῖ βρίσκονταν καὶ τὰ ἀρχοντόσπιτα καὶ ὀσπίτια τῶν πρωτομαστόρων καὶ τῶν μαστόρων τῶν ἑλληνικῶν ἐσναφίων (συντεχνιῶν). Κάθε ἀρχοντόσπιτο εἶχε μεγάλα δωμάτια, τεράστια σάλα καὶ καφασωτὸ ἐξώστη. Ἐκεῖ καθόταν ἡ Ρωμιὰ καὶ ἕραβε, βλέποντας τὴν κίνηση τοῦ δρόμου, καθὼς δὲν ἔβγαινε ἔξω νὰ κάνει περιπάτους, παρὰ μόνο γιὰ νὰ πάει στὰ λουτρά.
Ἡ περιπλάνηση στὴν Ἀλεξάνδρεια εἶναι ὀδυνηρή, ὅσο τριγυρνάει κανεὶς σὲ γειτονιές, ὅπου ἄλλοτε ζοῦσαν Ἕλληνες. Θὰ πιεῖς τὸ πικρὸ ποτήρι ὡς τὸν πάτο, ἐπιχειρώντας μάταια ν’ ἀναστήσεις τὸ χθές, τὸ σφριγηλό, τὸ δυναμικό, τὸ ἀνεπανάληπτο. Συμπαγῆ μάζα Ρωμιοσύνης εἶχε ὅλο τὸ Ἀτταρίνι καὶ πέρα ἀπὸ τὸ σιδηροδρομικὸ σταθμὸ τοῦ Καΐρου, ὅπου ὁδηγεῖ ἡ ὁδὸς Ἔλ-Ἀτταρίν, στὴ Μπάμπ-Σίντρα, τὸ Καρμοὺς καὶ τὸ Μωχαραμβέη. Κοντὰ στὸ σταθμὸ ἦταν ἀρχικὰ τὸ Ἄσυλο Ἀπόρων Ἑλληνοπαίδων καὶ στὸ Καρμοὺς τὰ νυκτερινὰ σχολεῖα τοῦ «Αἰσχύλου Ἀρίωνα». Στὶς λαϊκὲς αὐτὲς συνοικίες, ἑλληνικὸ καὶ ἀραβικὸ στοιχεῖο ζοῦσαν πολὺ κοντά. Τὰ παιδιὰ ἀνατρέφονταν δίπλα-δίπλα. Ὁ κριτικὸς Τίμος Μαλάνος, στὶς Ἀναμνήσεις ἑνὸς Ἀλεξανδρινοῦ, γράφει πὼς, ὡς τὸ 1930, οἱ Ρωμιοὶ μαζεύονταν ἐκεῖ «σὰν σὲ μυρμηγκοφωλιά». Ἐργάτες καὶ ὑπάλληλοι.
Ὅταν βγαίναμε παιδιὰ τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Πρωτοχρονιᾶς νὰ ποῦμε τὰ κάλαντα, ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπισκεφτοῦμε ὅλα τὰ ἑλληνικὰ σπίτια τῆς Ἰμπραημίας. Ὅλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, μᾶς καλοδέχονταν. Δὲν θυμᾶμαι νὰ μᾶς ἔδιωχναν ἀπὸ πουθενά. Τὶς ζούσαμε τὶς μέρες ἐκεῖνες μέσα σὲ ἕνα ἑορταστικὸ κλίμα, ποὺ κυριαρχοῦσε σὲ ὁλόκληρη τὴν πόλη. Στοὺς δρόμους, οἱ μικροπωλητὲς διαλαλοῦσαν μὲ σπασμένα ἑλληνικὰ τὴν πραμάτειά τους, στολίδια καὶ μπάλες γιὰ τὰ χριστουγεννιάτικα δέντρα, ἀϊβασίληδες, γύψινα ὁμοιώματα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Ἰωσήφ, τῶν Μάγων, τῶν ποιμένων, γιὰ νὰ στηθεῖ ἡ φάτνη στὰ χριστιανικὰ σπίτια. Ἀνάμεσα στοὺς Ρωμιοὺς διέμεναν Ἰταλοί, Μαλτέζοι, Σαμλῆδες (Ὀρθόδοξοι Ἄραβες) καὶ Κόπτες. Ὅλοι Χριστιανοί, ἀδελφωμένοι, μὲ ἕνα οἰκουμενικὸ πνεῦμα, ποὺ τοὺς ἔνωνε στὴν κοσμοπολίτικη Ἀλεξάνδρεια.
Τὶς Μεγαλοβδομάδες καὶ στὶς ἐπίσημες τελετὲς (ἐθνικὲς ἑορτές, ἐπισκέψεις Πατριαρχῶν καὶ Ἀρχιεπισκόπων, ὅπως, λ.χ. τοῦ Ἀθηναγόρα ἢ τοῦ Μακάριού της Κύπρου), κρατούσαμε τὴν τάξη, θυμᾶμαι πόσο δύσκολά τὴ Μεγάλη Παρασκευή, στὸν ἐνοριακό μας ναὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητας Ἰμπραημίας, τοὺς Ταξιάρχες, στὸν παράλληλο δρόμο τῆς Κανώπ, τὴν ὁδὸ Ἠλιουπόλεως. Ἦταν χιλιάδες οἱ Ρωμιοὶ ποὺ παραβρίσκονταν ἀπὸ τὸ πρωὶ στὶς ἀκολουθίες.
Ἡ ἐνθρόνιση γινόταν μὲ κάθε μεγαλοπρέπεια στὸν μεγάλο κοινοτικὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τὸν «Ἐθνικὸ Ναό», ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσαν οἱ πρῶτοι Κοινοτικοί. Ὅλοι οἱ Ἑλλαδίτες καταπλήσσονται, ὅταν τὸν βλέπουν. Γεμάτος βυζαντινῆς τεχνοτροπίας τοιχογραφίες, μὲ θαυμάσιους πολυέλαιους, τρίκλιτος, μὲ μεγαλόπρεπο μαρμάρινο τέμπλο, ἔργο Τηνιακῶν τεχνιτῶν, μαρτυράει τὴν ἀκμὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ποὺ πέρασε ἀπὸ τὴν πόλη αὐτή. Βρέθηκαν καὶ τώρα καμιὰ τριανταριὰ πρόσκοποι καὶ ὁδηγίνες γιὰ νὰ κρατήσουν τὴν τάξη. Μαθητὴς κι ἐγὼ ἀπὸ τὴν Πρατσίκειο Σχολὴ τῆς Ἰμπραημίας, στεκόμουν στὸν ἴδιο διάδρομο, μὲ τὴν ἑλληνικὴ σημαία στὰ χέρια. Τί μέρες, Θεέ μου! Γέμιζε ἀσφυκτικὰ τὶς ἐθνικὲς ἑορτὲς ὁ ναός, τὸ ἴδιο κι ὁ μεγάλος αὐλόγυρος, μὲ τὶς ἀναμνηστικὲς στῆλες ποὺ ἀναγράφουν τὸν φόρο αἵματος τῆς παροικίας στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες.
Ἐκεῖ, στὸ παλαίφατο μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἔφθαναν οἱ Ρωμιοὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καί, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ, τὸ βράδυ κοιμόντουσαν κάτω ἀπὸ τὸ καμπαναριό του κι ἔβρισκαν δουλειὰ τὴν ἑπομένη κοντὰ σὲ ἕναν ὁμογενῆ. Τότε ἦταν ποὺ μὲ τὸ δίστιχο, τὸ ὅποιο ἀκολουθεῖ, ἐννοοῦσαν τὶς ἄριστες αὐτὲς συνθῆκες:
Στὴν Ἀλεξάνδρεια ζάχαρη
καὶ στὸ Μισίρι μέλι
Ὁ Αϊ-Σάββας, στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ἐκτελοῦσε χρέη Ὑγειονομείου γιὰ τὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Στὴν αὐλὴ τῶν Πατριαρχείων, ποὺ σήμερα στεγάζονται στὴν Τοσιτσαία Σχολὴ, βρισκόταν ἡ περίφημη Πατριαρχικὴ Βιβλιοθήκη μὲ τὸν βιβλιοφύλακά της, Θεόδωρο Μοσχονᾶ, ποὺ διέμενε στὴν ὁδὸ Κανώπ, ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὴ δική μας ὀκέλα.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητη μία διευκρίνιση, γιατί πολλοὶ ξενίζονται, ποὺ ὁ Ἑλληνορθόδοξος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας λέγεται Πάπας. Πρέπει νὰ μάθουν ὅτι, στὰ χρόνια του ἀρχαίου χριστιανικοῦ μοναχισμοῦ, ἀποκαλοῦσαν τοὺς σεβάσμιους πνευματικοὺς στὴν ἀλεξανδρινὴ ἔρημο «Πάπες», δήλ. «Πατέρες». Ὁ τίτλος δόθηκε τιμητικὰ καὶ στοὺς διαδόχους τοῦ Ἀποστόλου Μάρκου Πατριάρχες καὶ κατόπιν τὸν πῆρε ὁ Πάπας τῆς Ρώμης. Σήμερα καὶ ὁ Πατριάρχης τῶν Κοπτῶν Σενούντα ὀνομάζεται Πάπας (στὰ ἀραβικὰ «Μπάμπα Σενούντα»). Τὰ μοναστήρια τῆς Νατρίας (Οὐάντι Νατροῦν), ἀνάμεσα στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ στὸ Κάιρο, βρίσκονται στὰ χέρια τῶν Κοπτῶν. Σ’ ἐκεῖνο τῶν Μακαρίων σώζονται τὰ λείψανα τοῦ Μακαρίου τοῦ Μεγάλου καὶ τῶν ἄλλων δυὸ Μακαρίων. Ἄλλα εἶναι τοῦ Ἀββᾶ Παϊσίου (Ἄμπα Μπισόη), τῶν Σουριάνι (Συριάνων) κ.λπ. Οἱ Κόπτες εἶναι Ὀρθόδοξοι — ὑπάρχουν καὶ λίγοι Καθολικοί, οἱ Κόπτ-Κατολὶκ —, καὶ διόλου Μονοφυσίτες. Ὁ διάλογος μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ Κοπτῶν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ μὲ ἐπιτυχία. Ὁ ἀποσχισμός τους ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ὀφείλεται σὲ λόγους διοικητικούς, μὲ τὴν ἀποκοπὴ τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ τὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία.
Στὶς Θῆβες, ὅπως καὶ στὴν περιοχὴ τῆς Νιτρίας, κοντὰ στὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀναπτύχθηκε ὁ χριστιανικὸς μοναχισμός. Πρότυπο τοῦ μοναχικοῦ βίου ὑπῆρξε ὁ Μέγας Ἀντώνιος (251-355/6), ποὺ ἔμεινε ἀρχικὰ στὰ περίχωρα τῆς Ἠρακλεόπολης καὶ μετὰ σὲ ἕναν ἀπομακρυσμένο τάφο ἐπὶ δεκαπέντε χρόνια. Ἔτρωγε ψωμὶ κι ἁλάτι κι ἔπινε νερὸ μία φορᾶ τὴ μέρα, μετὰ τὴ δύση τοῦ ἥλιου. Τὸ 285 πῆγε στὴν ἔρημό του Πισπίρ, στὴ δεξιὰ ὄχθη τοῦ Νείλου, ἀνάμεσα στὸ Ἀτφὶχ καὶ Μπένι Σουέφ. Ἡ περιοχὴ λέγεται σήμερα Ντὲρ ἒλ Μεϊμοῦν. Ἐκεῖ ἔμεινε εἴκοσι χρόνια. Ἔπλεκε καλάθια καὶ προμηθευόταν τρόφιμα κάθε ἕξι μῆνες. Ἡ φήμη του ἁπλώθηκε τόσο, ποὺ πολλοὶ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν συναντήσουν καὶ νὰ τὸν μιμηθοῦν. Ἔτσι, ἄρχισε ὁ μοναχισμὸς στὴν Αἴγυπτο.
Σήμερα στὴ Θηβαΐδα, κοντὰ στὸ Λοῦξορ, ὑπάρχουν τὰ μοναστήρια τοῦ Ἀββᾶ Παχωμίου, τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τοῦ Ἁγίου Βίκτωρα καὶ Παναγίας κ.ἅ. στὴν εὐρύτερη περιοχή. Τὸν 5ο αἱ. στὴν Ὀξύρρυγχο ὑπῆρχαν 12 ναοί, 10.000 μοναχοὶ καὶ 12.000 μοναχές. Μοναστικὰ κέντρα συναντοῦσε κανεὶς ἀπὸ τὸ Φαγιούμ καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρὲς τοῦ Νείλου, γύρω ἀπὸ τὴ Μίνια ὡς τὴν Ἐρμούπολη, τὸ Ἔντφου, τὸ Ἀσσουᾶν, τὸ Ἀσσιούτ, τὴν Πανόπολη κ.λπ.
Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος στὸ Λοῦξορ, οἱ χριστιανοὶ μοναχοὶ στὴ Θηβαΐδα, τὰ φαραωνικὰ μνημεῖα τῆς Ἄνω Αἰγύπτου ἄξιζαν τὸ ταξίδι σου. Πετώντας ἀπὸ τὸ Ἀσσουᾶν στὸ Κάιρο εἶχα μία βαθιὰ ἠρεμία. Ἔνιωθα, πὼς κάλυψα τὸ κενὸ ποὺ ὑπῆρχε μέσα μου τόσα χρόνια. Ἀκούσματα χρόνων, διαβάσματα καὶ θεάματα βαθιὰ χαραγμένα μέσα μου μὲ καλοῦσαν. Ἀπὸ καιρὸ ἤθελα νὰ δῶ ποὺ ἔφτασε ὁ ἱδρυτὴς τῆς πόλης μου, νὰ συναντήσω τοὺς χώρους ὅπου γεννήθηκε ὁ ἀνατολικὸς μοναχισμός, νὰ σεργιανίσω τὶς πόλεις τῆς φαραωνικῆς ἐποχῆς. Ὑπῆρχε τώρα μέσα μου μία πλήρωση καὶ ἡ ἐντύπωση, ὅτι ἕνας πρῶτος κύκλος ἔκλεισε, ἐνῶ ἕνας ἄλλος ἄρχιζε. Ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἡ Αἴγυπτος, ὁ Νεῖλος εἶναι ἐκεῖ καὶ σέ περιμένουν πάντα…