Ἐννόημα
    Ἐννόημα
  • !

    Ὁ ἄρρωστος ἔρχεται σὲ σᾶς γιὰ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸ θάνατο. Τελικὰ θέλει ἕνα πράγμα: «ἴνα μὴ ἀποθάνῃ».

  • !

    Ἐὰν σεῖς ξέρετε σὰν ἄνθρωποι-γιατροὶ ὅτι ὑπάρχει κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει αὐτὸ τὸ ἀντίδοτο τοῦ θανάτου, τὸ φάρμακο τῆς ἀθανασίας, ὀφείλετε καὶ πρέπει νὰ τοῦ τὸ πεῖτε, νὰ τὸν ὁδηγήσετε σ’ Αὐτόν, γιατί μόνο αὐτὸ θέλει ἀπό σας καὶ τίποτε ἄλλο.

  • !

    Ἂν εἶστε πράγματι γιατροί, πρέπει νὰ γνωρίζετε καὶ νὰ ἐνδιαφέρεστε γιὰ ὅλο τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι μόνο γιὰ τὸ χιτώνα τοῦ σώματός του καὶ τὴν πρόσκαιρη διατριβή του στὴ γῆ. Καὶ ὁ λόγος καὶ ἡ σιωπὴ σᾶς πρέπει νὰ λέει τὸ ἴδιο πράγμα ποὺ νικᾶ τὸ θάνατο καὶ ἐξαγγέλλει τὴ ζωή.

  • !

    Νὰ δώσετε στὸν ἄρρωστο νὰ τὸ καταλάβει. Νὰ τοῦ ἀποκαλύψετε τὸ εἶναι του. Νὰ λειτουργήσετε σάν πραγματικοὶ γιατροί. Ἔτσι τὰ νοσοκομεῖα γίνονται – εἶναι – ναοί, ὅπως καὶ τὰ Μοναστήρια, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, εἶναι νοσοκομεῖα.

  • !

    Ἐσεῖς γίνατε Γιατροὶ καὶ πρέπει νὰ δίνετε ἐκεῖνο ποὺ βρήκατε στὸ «Πανδοχεῖον» (Λούκ. 10, 34), στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ χριστιανὸς γιατρὸς δὲν εἶναι κομπογιαννίτης, ἀλλὰ διάκονος, νοσοκόμος ἁπλός του Ἑνός, Μεγάλου Μοναδικοῦ Ἰατροῦ τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

  • !

    Καὶ ἂν εἶστε γιατροὶ σωσμένοι ἢ σωζόμενοι, θεωμένοι ἤ θεούμενοι, μὲ τὸ νὰ τοῦ δώσετε τὸν ἑαυτό σας, θὰ τοῦ δώσετε τὸ Γιατρὸ ποὺ κρύβετε μέσα σας, τὸ Γιατρὸ καὶ τὴν Ὑγεία καὶ τὴν Ἀθανασία ποὺ εἶστε, σπουδάσαντες τήν Ἰατρικὴ μέσα στὴν Ἐκκλησία και καταστάντες δι’ αὐτοῦ κοινωνοὶ «θείας φύσεως». Ἔτσι σώζετε τὸν ἀσθενῆ καὶ σώζεστε ταυτόχρονα καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι, γιατί «ἐν σώμα ἐσμέν οἱ πολλοὶ» καὶ μία εἶναι ἡ καινή βιοτή πού νικᾶ τὸ θάνατο ἀπὸ τώρα, σὲ τούτη καὶ στὴν ἄλλη τὴ ζωή.

Τὸ λειτούργημα τοῦ Γιατροῦ

Εἶστε γιατροί; Ὁ ἄρρωστος θέλει ἀπὸ σᾶς τὴν ὑγεία. Ζητᾶ τὴ ζωή, τὴν παράταση, τὴν αἰωνιότητα. Δὲν σᾶς τὰ λέει ,ὅλ’ αὐτὰ ξεκάθαρα, γιατί δὲν μπορεῖτε νὰ τοῦ τὰ δώσετε. Καὶ γιὰ νὰ μὴν τὸν διώξετε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς φέρει σὲ ἀμηχανία – μὲ τὸ νὰ σᾶς ζητᾶ πολλὰ – γι’ αὐτὸ δὲν σᾶς τὰ λέει ρητῶς. Σᾶς τὰ λέει ἀρρήτως. Τὰ πιὸ μεγάλα πράγματα, ποὺ ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν αἴσθηση, τὴν προσδοκία καὶ τὴν ἔκφραση, λέγονται ἀρρήτως, μὲ μία ματιά, μὲ τὸ εἶναι ὁλόκληρο, τὴ σιωπή.

Ὁ ἄρρωστος ἔρχεται σὲ σᾶς γιὰ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸ θάνατο. Τελικὰ θέλει ἕνα πράγμα: «ἴνα μὴ ἀποθάνῃ».

Ἐὰν σεῖς ξέρετε σὰν ἄνθρωποι-γιατροὶ ὅτι ὑπάρχει κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει αὐτὸ τὸ ἀντίδοτο τοῦ θανάτου, τὸ φάρμακο τῆς ἀθανασίας, ὀφείλετε καὶ πρέπει νὰ τοῦ τὸ πεῖτε, νὰ τὸν ὁδηγήσετε σ’ Αὐτόν, γιατί μόνο αὐτὸ θέλει ἀπό σας καὶ τίποτε ἄλλο.

Κι ἂν δὲν τὸ ξέρει αὐτὸ ὁ ἄρρωστος, ἂν νομίζει ὅτι σεῖς μπορεῖτε νὰ τοῦ δώσετε μόνο «ἀσπιρίνη», αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἐμποδίζει καὶ δὲν σᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση νὰ τοῦ δώσετε καὶ τὸ Ἄλλο, τὸ δραστικό, τὸ αἰώνιο.

Δὲν σᾶς ζητᾶ ὁ ἀσθενὴς νὰ τοῦ μάθετε ἰατρική. Νὰ τοῦ πεῖτε πῶς λειτουργεῖ τὸ στομάχι ἢ τὸ σῶμα τοῦ ὅλο, οὔτε πῶς δρᾶ χημικὰ ἢ ἄλλως τὸ κάθε φάρμακο. Ζητᾶ τὴν ὑγεία, τὴ ζωή.

Εἶναι παραδομένος στὰ χέρια σᾶς ψυχῇ τὲ καὶ σώματι. Ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνει ὅτι εἶναι «ψυχῇ τέ», ἂν νομίζει ὅτι εἶναι μόνο σῶμα καὶ μόνο αὐτὸ σᾶς προσφέρει, ἐπειδὴ τὴ δύσκολη στιγμὴ σᾶς δίδει ὅλο του τὸν ἑαυτό, σημαίνει ὅτι σᾶς δίδει καὶ τὴν ψυχή του. Ἐσεῖς μπορεῖτε νὰ τοῦ πεῖτε, μὲ τὴ σιωπὴ ἢ μὲ τὸ λόγο σας, στὴν ὥρα αὐτὴ (ποὺ ἀνοίγεται ἕνας μοναδικὸς χῶρος τῆς ψυχῆς του, τοῦ εἶναι τοῦ ὅλου) καὶ γιὰ ἕνα ἄλλο ὀργανισμό, γιὰ ἕνα ἄλλο σῶμα ψυχικὸ καὶ πνευματικό, ποὺ τὸ αἰσθάνεται, ἀλλὰ δὲν τὸ βλέπει, ὅπως ποτὲ του δὲν εἶδε τὴ σωματική του καρδιὰ ἢ τὰ σπλάχνα του.

Ἂν εἶστε πράγματι γιατροί, πρέπει νὰ γνωρίζετε καὶ νὰ ἐνδιαφέρεστε γιὰ ὅλο τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι μόνο γιὰ τὸ χιτώνα τοῦ σώματός του καὶ τὴν πρόσκαιρη διατριβή του στὴ γῆ. Καὶ ὁ λόγος καὶ ἡ σιωπὴ σᾶς πρέπει νὰ λέει τὸ ἴδιο πράγμα ποὺ νικᾶ τὸ θάνατο καὶ ἐξαγγέλλει τὴ ζωή.

Ὁ πυρετὸς φέρνει τὴν ὑγεία στὸ σῶμα, ὁ πόνος φέρνει τὴν ὑγεία στὴν ψυχή. Νὰ δώσετε στὸν ἄρρωστο νὰ τὸ καταλάβει. Νὰ τοῦ ἀποκαλύψετε τὸ εἶναι του. Νὰ λειτουργήσετε σάν πραγματικοὶ γιατροί. Ἔτσι τὰ νοσοκομεῖα γίνονται – εἶναι – ναοί, ὅπως καὶ τὰ Μοναστήρια, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο, εἶναι νοσοκομεῖα.

Ἂν παρατείνεις τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου, ὄχι δέκα χρόνια, ἀλλὰ δέκα αἰῶνες καὶ ἀκόμη, σημαίνει ὅτι δὲν εἶσαι γιατρός, ἀλλὰ κομπογιαννίτης. Γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν ζητᾶ μόνο παράταση ζωῆς. Θέλει «ἴνα μή ἀποθάνῃ». Καὶ ὑπάρχει Γιατρὸς ποὺ δίνει τὴν ὑγεία αὐτή, ποὺ εἶναι αἰωνιότης.

Αὐτὴ τὴν ὑγεία κατὰ βάθος ζητοῦν ὅλοι ὅσοι ἔρχονται σὲ σᾶς, ἂν καὶ συχνὰ περιμένουν (ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς παραδόσεως τῆς πετπωκυίας φύσεως καὶ ἱστορίας μας) ἀπὸ σᾶς «ἀσπιρίνη». Ἀλλὰ ἐσεῖς σπουδάσατε Ἰατρικὴ καὶ πρέπει νὰ τοὺς δίνετε αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ βροῦν μόνοι τους στὸ περίπτερό τοῦ κόσμου. Ἐσεῖς γίνατε Γιατροὶ καὶ πρέπει νὰ δίνετε ἐκεῖνο ποὺ βρήκατε στὸ «Πανδοχεῖον» (Λούκ. 10, 34), στὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ χριστιανὸς γιατρὸς δὲν εἶναι κομπογιαννίτης, ἀλλὰ διάκονος, νοσοκόμος ἁπλός του Ἑνός, Μεγάλου Μοναδικοῦ Ἰατροῦ τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔστω μικροὶ νοσοκόμοι, ἀδύνατοι καὶ ἀδαεῖς, ἀλλὰ νοσοκόμοι τοῦ ἑνὸς Γιατροῦ. Ὑπάλληλοι ἐξωτερικῶν ἰατρείων, ποὺ δίδετε εἰσιτήριο γιὰ τὸ νοσοκομεῖο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ὅταν μπεῖ κανείς, μπῆκε στὴ ζωή, τὴν ὑγεία καὶ τὴν αἰωνιότητα, ἄσχετα ἂν πεθάνει τὸ σῶμα του καὶ ἐνταφιάσουν πρόσκαιρα τὸ σκῆνος του. Ὄχι, ποτὲ κομπογιαννίτες ποὺ ἀγωνίζεστε γιὰ παράταση πρόσκαιρης ζωῆς, ποὺ δὲν νικᾶτε τὸ θάνατο, ἀλλὰ μόνο τὸν ἀναβάλλετε.

Ἀποκαλύψτε στὸν ἄνθρωπο ὅτι ἡ Φύση του εἶναι δεκτικὴ ὑγείας, μπορεῖ νὰ γίνει ὑγεία, αἰωνιότης μέ τὸ θρίαμβο τοῦ Ἀναστάντος.

Προσδοκοῦμε καὶ ζοῦμε τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν αἰωνιότητα τῶν σωμάτων στὴν Ἐκκλησία μέσα. Αὐτὸ μας ἔμαθε ὁ Ἀναστημένος Χριστός. Μᾶς τὸ λέει καὶ εἶναι ὁ Ἴδιος. Μᾶς τὸ λένε καὶ τὸ ζοῦν οἱ μεγαλύτεροι καὶ ἀληθινοὶ ἀδελφοί μας – τῆς ἴδιας μέ μᾶς φύσεως – οἱ Ἅγιοί τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐφ’ ὅσον ὁ ἄρρωστός σας δίνει ὅλο του τὸν ἑαυτὸ καὶ μπορεῖ νὰ τὸν δεῖτε ἀπὸ τὰ χέρια σας νὰ πηγαίνει στὸ θάνατο, χωρὶς νὰ σᾶς ζητᾶ κανεὶς τὸ λόγο, πρέπει νὰ τοῦ ἀποκαλύψετε τὴν Ἀλήθεια, νὰ τοῦ δώσετε ὅλο τὸν ἑαυτὸ σᾶς φάρμακο δραστικό. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη σχέση – θεραπεία καὶ σωτηρία – ἀπὸ τὴν ὁλοκληρωτική ἀλληλοπροσφορά μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ. Καὶ ἂν εἶστε γιατροὶ σωσμένοι ἢ σωζόμενοι, θεωμένοι ἤ θεούμενοι, μὲ τὸ νὰ τοῦ δώσετε τὸν ἑαυτό σας, θὰ τοῦ δώσετε τὸ Γιατρὸ ποὺ κρύβετε μέσα σας, τὸ Γιατρὸ καὶ τὴν Ὑγεία καὶ τὴν Ἀθανασία ποὺ εἶστε, σπουδάσαντες τήν Ἰατρικὴ μέσα στὴν Ἐκκλησία και καταστάντες δι’ αὐτοῦ κοινωνοὶ «θείας φύσεως». Ἔτσι σώζετε τὸν ἀσθενῆ καὶ σώζεστε ταυτόχρονα καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι, γιατί «ἐν σώμα ἐσμέν οἱ πολλοὶ» καὶ μία εἶναι ἡ καινή βιοτή πού νικᾶ τὸ θάνατο ἀπὸ τώρα, σὲ τούτη καὶ στὴν ἄλλη τὴ ζωή. …Τὶς χειμαζόμενος και προστρέχων, τῷΛιμένι τούτῳ οὐ διασώζεται; Τις ὀδυνώμενος καὶ προσπίπτων, τῷ Ἰατρείῳ τούτῳ οὐ θεραπεύεται; Δημιουργὲ τῶν ἁπάντων καὶ Ἰατρὲ τῶν νοσούντων Κύριε, πρὶν εἰς τέλος ἀπολῶμαι, σῶσον με. (Ἀποστιχον Κυριακὴς ἑσπέρας, Ἦχος δ΄.)

Ἀπὸ μία συζήτηση τοῦ Ἀρχιμ. Βασιλείου, προηγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Ἰβήρων, μὲ γιατροὺς καὶ φοιτητὲς ἰατρικῆς στὴν Ἀθήνα.