Συναξαριστής

(Μαϊ 14) Ἰσιδώρου τοῦ ἐν Χίῳ


Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ποὺ μαρτύρησε στὴ Χίο

 

Ὁ Ἰσίδωρος ἦταν ναύτης τοῦ βασιλικοῦ στόλου, στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Δεκίου, καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Κάποια μέρα ποὺ μοῖρα τοῦ στόλου ἦταν ἀγκυροβολημένη στὴ Χίο, καταγγέλθηκε στὸ Ναύαρχο Νουμέριο ὅτι ὁ Ἰσίδωρος εἶναι χριστιανός.

Ὁ Νουμέριος δὲν ἄργησε νὰ ἀκούσει τὸ ἴδιο καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἰσίδωρο, ὅταν τὸν προσκάλεσε νὰ ὁμολογήσει. Τότε τὸν ἔδειραν σκληρὰ καὶ κατόπιν τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ὁ πατέρας του μόλις ἔμαθε τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀμέσως κίνησε γιὰ τὴν Χίο, πολὺ στενοχωρημένος, διότι ὁ γιός του ἐγκατέλειψε τὴν πατροπαράδοτη εἰδωλολατρικὴ θρησκεία. Ὅταν ἔφθασε στὴ Χίο, δὲ δυσκολεύτηκε νὰ δεῖ τὸ γιό του.

Ὁ Ἰσίδωρος, μόλις ἀντίκρισε τὸν πατέρα του, μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ στοργὴ τὸν ἀσπάσθηκε συγκινημένος. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ὁ πατέρας του, ἀλλὰ δὲν ἄργησε νὰ ἐκφράσει καὶ τὴν θλίψη του γι᾿ αὐτόν. Ὁ Ἰσίδωρος τοῦ εἶπε ὅτι μᾶλλον ἔπρεπε νὰ χαίρεται, διότι εἶδε τὸ φῶς ποὺ προσφέρει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ πατέρας του τὸν παρακάλεσε θερμὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν εἰδωλολατρία, ἀλλὰ ὁ Ἰσίδωρος ἔμεινε ἀμετακίνητος στὴν πίστη του. Τότε, ὀργισμένος αὐτός, τὸν καταράστηκε καὶ παρότρυνε τὸ Νουμέριο νὰ τὸν θανατώσει τὸ συντομότερο. Καὶ πράγματι, ὁ Ἰσίδωρος μετὰ ἀπὸ διάφορα βασανιστήρια ἀποκεφαλίσθηκε.

Ἔτσι, ἐπαληθεύεται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, ὅτι «παραδώσει εἰς θάνατον πατὴρ τέκνον». Δὲ θὰ εἶναι, δηλαδή, μόνο οἱ ξένοι ἐναντίον τῶν ἀγωνιζομένων χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ τους. Καὶ θὰ παραδώσει στὸ θάνατο ὁ ἄπιστος πατέρας τὸ πιστὸ παιδί του.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς στρατευθεὶς τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, τῶν ἐπιγείων τὴν στρατείαν ἀπώσω, καὶ εὐθαρςῶς ἐκήρυξας Χριστὸν τὸν Θεὸν· ὅθεν τὸν ἀγῶνά σου, τὸν καλὸν ἐκτελέσας, Μάρτυς θεοδόξαστος, τοῦ Σωτῆρος ἐδείχθης· ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, τοὺς σὲ τιμῶντας, παμμάκαρ Ἰσίδωρε.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Κυβερνήτης μέγιστος τῇ οἰκουμένῃ, σὺ ἐφάνης Ἅγιε, ταῖς πρὸς Θεόν σου προσευχαῖς· διὸ ὑμνοῦμέν σε σήμερον, Μάρτυς θεόφρον, Ἰσίδωρε ἔνδοξε.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ἀγωνισάμενος, κατὰ τοῦ ὄφεως, ἔστησας τρόπαιον, Μάρτυς Ἰσίδωρε· ἐκ τῆς Αἰγύπτου γὰρ φωστήρ, αὐγάζων τὴν ὑφήλιον, πᾶσιν ἐξανέτειλας, τὰς κινήσεις ποιούμενος, πρὸς τὸν ἀνατείλαντα, ἐκ Παρθένου θεόπαιδος, δι\’ ὃν σφαγιασθεὶς ἀθλοφόρε, θῦμα εὐῶδες γεγένησαι.

Μεγαλυνάριον
Ξίφει ἐκτμηθείς σου τὴν κεφαλήν, ἔτεμες τῆς πλάνης, Ἀθλοφόρε τὰς μηχανάς, καὶ Χριστῷ ἡνώθεις, τῇ κεφαλῇ τῶν ὅλων, ὡς κοινωνὸς τοῦ πάθους, τούτου Ἰσίδωρε.


 

Ὁ Ἅγιος Θεράπων ἐπίσκοπος Κύπρου

 

Ἀπὸ ποὺ καταγόταν, ποιοὺς εἶχε γονεῖς καὶ σὲ ποιοὺς χρόνους ὁμολόγησε τὸ Χριστὸ καὶ ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου δὲν τὸ γνωρίζουμε. Ἡ ἁγιογραφία μας, τὸν ἱστορεῖ ὅτι ἀνῆκε στὴν τάξη τῶν μοναχῶν, ἐκείνων ποὺ ἀπαρνοῦνται στ᾿ ἀλήθεια τὸ δικό τους θέλημα καὶ κουβαλᾶνε εὐχάριστα τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου.

Ἡ προφορικὴ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεράπων ἔγινε ἐπίσκοπος Κύπρου, καὶ ὅτι ἐκεῖ τελείωσε μαρτυρικὰ τὴν ζωή του. Τὸ τίμιο λείψανό του μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅταν οἱ Τοῦρκοι σχεδίαζαν νὰ λεηλατήσουν τὴν Κύπρο.

Τώρα, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται, ἀναβλύζει μύρο καὶ πραγματοποιεῖ θαύματα, σ᾿ αὐτοὺς ποὺ προστρέχουν σ᾿ αὐτὸ μὲ εἰλικρινὴ πίστη.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Θεραπεύσας ἐνθέῳ ζήλῳ τὸν Κύριον, ἀληθῶς ἀνεδείχθης θεράπων τούτου πιστός· διὸ δέδοσαι ἡμῖν τοῖς τιμῶσί σε, ἀκεσώδυνος πηγή, καὶ πολυχεύμων ποταμός, θαυμάτων καὶ ἰαμάτων, Θεράπον Ἱερομάρτυς· ὅθεν σε πάντες μακαρίζομεν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῇ ἱερᾷ καὶ ζωηφόρῳ πηγῇ σου, πεποικιλμένῃ ποικιλίᾳ θαυμάτων, πάντες πιστοὶ προστρέχοντες πιστῶς καὶ εὐλαβῶς, πλοῦτον ἀρυόμεθα, ἐξαισίων θαυμάτων, καὶ φαιδρῶς γεραίρομεν, τοὺς σεπτούς σου ἀγῶνας, οὓς περ ὑπέστης ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, Ἱερομάρτυς Θεράπον θαυμάσιε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις ἱερέων ἔμπνους εἰκών, Θεράπον παμμάκαρ, καὶ Μαρτύρων ὁ κοινωνός· χαίροις ὁ πηγάζων, θαυμάτων θεῖα ῥεῖθρα, σοφὲ Ἱερομάρτυς, τοῖς εὐφημοῦσί σε.


 

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ποὺ μαρτύρησε στὶς Κεντουκέλλες

Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Γαλερίου Μαξιμιανοῦ (286-305) καὶ ἦταν στρατιώτης στὸ τάγμα τοῦ κόμη Τιβεριανοῦ. Διακρινόταν γιὰ τὸ ὡραῖο του παράστημα καὶ γιὰ τὴν ἄψογη ἠθικὴ ζωή του.

Ὅταν κάποτε ὁ Τιβεριανὸς θυσίαζε στὰ εἴδωλα, ὁ Ἀλέξανδρος ἀρνήθηκε νὰ συμμετάσχει στὶς θυσίες αὐτὲς καὶ δήλωσε μὲ θάῤῥος ὅτι ἦταν χριστιανός. Τότε ὑποβλήθηκε σὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Ἡ δὲ μητέρα του Ποιμενία, μόλις πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, ἔτρεξε καὶ ζήτησε τὴν ἄδεια νὰ δεῖ τὸν γιό της. Ὅταν τὸν εἶδε τὸν ἐνθάῤῥυνε νὰ φανεῖ ἀληθινὸς χριστιανὸς καὶ νὰ πεθάνει μὲ τὴν γενναιότητα ποὺ ἁρμόζει στοὺς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ ὁ γιὸς δὲν διέψευσε τὶς ἐλπίδες τῆς μητέρας του. Ἀφοῦ τοῦ ἄνοιξαν τὶς πλευρές, κατόπιν τὶς ἔκαψαν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος δὲν ὑποχώρησε στὸ τόσο σκληρὸ βασανιστήριο, ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὴν θεία χάρη. Τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι κατατάχθηκε στὸν ἔνδοξο χορὸ τῶν μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ.


 

Οἱ Ἅγιοι Ἀλέξανδρος, Βάρβαρος, Μάξιμος καὶ Ἀκόλουθος

ΟΙ Ἅγιοι αὐτοί, ἀφοῦ ἔζησαν ζωὴ ἁγία καὶ ἔφεραν στὴ χριστιανικὴ πίστη πολλοὺς εἰδωλολάτρες, μαρτύρησαν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ.

Ἡ Σύναξη καὶ ἡ γιορτή τους γίνεται στὸν ναὸ τῆς ἁγίας Εἰρήνης, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴ θάλασσα.


 

Ὁ Ἅγιος Λεόντιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

 

Ἔζησε τὸν 12ο αἰῶνα καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Τιβεριούπολη (Στρώμνιτσα) ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς. Σπούδασε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Πάτμο, ὑπὸ τὴν χειραγωγίαν τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Θεοκτίστου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ ἐκπαιδεύτηκε στὴ μοναχικὴ ζωή.

Ὅταν πέθανε ὁ Θεόκτιστος, μὲ ὁμόφωνη ψῆφο τῶν μοναχῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ γραπτὴ ὑπόδειξη τοῦ ἀποθανόντος Θεοκτίστου, ποὺ βρέθηκε μετὰ τὸν θάνατό του, τὸν διαδέχτηκε ὁ Λεόντιος.

Κατόπιν ὁ Λεόντιος πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ ὑποθέσεις τῆς Μονῆς του, ὅπου ἐξελέγη πατριάρχης Ἱεροσολύμων τὸ 1170. Στὴ νέα του θέση ὁ Λεόντιος διέπρεψε γιὰ τὴν ὁσιότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὸν ἀποστολικό του ζῆλο.
Πέθανε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1175, ὅταν εἶχε πάει γιὰ ὑποθέσεις τοῦ θρόνου του.

Ἀσματικὴ Ἀκολουθία του ἐκδόθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 1912.


 

Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Νεομάρτυρας ποὺ μαρτύρησε στὴ Σμύρνη

Ἦταν Κρητικὸς καὶ ἔμενε στὴ Σμύρνη, ὅπου, παιδὶ ἀκόμα ἐξισλαμίστηκε μὲ τὴν βία ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἀργότερα ἔφυγε ἀπὸ τὴν Σμύρνη καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἔτρεξε κοντὰ στὸν ἐνάρετο καὶ πολυμαθῆ διδάσκαλο Μελέτιο Συρίγου, ποὺ τὸν νουθέτησε καὶ τὸν ἐνδυνάμωσε στὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου.

Ἐπανῆλθε στὴ Σμύρνη καὶ κήρυξε δημόσια τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθινό. Συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸ κριτήριο, ὅπου καὶ ἐκεῖ ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Τότε τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ἀφοῦ ἀνελέητα τὸν ἔδειραν. Κατόπιν μὲ κολακεῖες καὶ διάφορα ἄλλα βασανιστήρια προσπάθησαν νὰ κάμψουν τὸ φρόνημά του, ἀλλὰ ὁ Μᾶρκος ἔμεινε ἀμετακίνητος σ᾿ αὐτό. Τότε στὶς 14 Μαΐου 1643, στὴ Σμύρνη, ἀποκεφαλίστηκε καὶ ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Τὸ ἱερό του λείψανο παρέλαβαν οἱ χριστιανοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν μὲ τιμὲς στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς Σμύρνης. Τὸ μαρτύριο τοῦ Νεομάρτυρα αὐτοῦ διηγήθηκε ὁ Ἰσουΐτης Ἰσαὰκ α´.


 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσοχόος

Ὁ Νεομάρτυρας αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Σούμνα τῆς Βουλγαρίας καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Χρυσοχόου. Ἦταν ὡραῖος στὴν ὄψη καὶ ἐνάρετος. Ἀπέναντι ὅμως ἀπὸ τὸ ἐργαστήριό του, κατοικοῦσε μία τούρκικη οἰκογένεια, ποὺ εἶχε μία νεαρὴ κόρη, ἡ ὁποία προσπαθοῦσε νὰ ἑλκύσει τὸν 18χρονο Ἰωάννη.

Ἐπειδὴ ὅμως δὲν τὸν κατάφερε, συκοφάντησε τὸν Ἰωάννη ὅτι δῆθεν ἀποπειράθηκε νὰ τὴν βιάσει. Τότε ὁ μάρτυρας ὁδηγήθηκε στὸν κριτὴ καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐκδοθεῖσα ἀπόφαση, ἔπρεπε ἢ νὰ τουρκέψει καὶ νὰ παντρευτεῖ τὴν τουρκοπούλα ἢ νὰ δαρεῖ μέχρι θανάτου. Ὁ Ἰωάννης ἀπάντησε ὅτι, προτιμᾶ νὰ πεθάνει παρὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό.

Τότε τὰ βασανιστήρια ποὺ ἀκολούθησαν ἦταν φρικτὰ καὶ βάρβαρα. Τὸν ἔδειραν ἀνελέητα, ἔσχισαν τὸ σῶμα του, ἔκαψαν τὶς πληγές του μὲ ἀναμμένες λαμπάδες καὶ τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 14 Μαΐου 1802.

Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου συνέγραψε ὁ ἱερομόναχος Νικηφόρος ὁ Χίος.


 

Οἱ Ἅγιοι Ἰσίδωρος Ῥοστοθίας, ὁ διὰ Χριστὸν Σαλὸς καὶ θαυματουργὸς

 

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος Τβερντίσλοβ (=πιστὸς τοῦ Λόγου), γεννήθηκε στὴν Γερμανία ἀπὸ πλούσιους γονεῖς. Μεγαλωμένος σὲ Ρωμαιοκαθολικὸ περιβάλλον, μεταστράφηκε ἀργότερα στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἀπὸ τὴ νεότητά του ἔζησε ἀσκητικὸ βίο καὶ εἶχε στὴν καρδιά του μεγάλη εὐσπλαχνία γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐπιθυμώντας τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὁ Ἅγιος ἐγκατέλειψε τὴν πατρικὴ οἰκία, διαμοίρασε τὴν περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἄρχισε νὰ ζεῖ περιπλανώμενος. Τελικὰ ἔφθασε στὴ Ρωσία καὶ ἀποφάσισε νὰ ζήσει στὸ Ροστώβ. Ἐδῶ ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ζοῦσε μέσα στὸ χιόνι καὶ στὸ κρύο, ὑπομένοντας κάθε προσβολή. Ἐγκαταστάθηκε σὲ μία σαθρὴ ξύλινη καλύβα, τὴν ὁποία ἔφτιαξε ὁ ἴδιος. Ἐπέλεξε ἕνα ἀκατανόητο τρόπο ζωῆς γιὰ τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει στὴν Α’ Ἐπιστολή του πρὸς Κορινθίους.

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος περνοῦσε τὸν καιρό του μὲ ἀδιάλειπτη προσευχή, μὴ ἐπιτρέποντας στὸν ἑαυτό του πολὺ ὕπνο ἢ ξεκούραση. Στεκόταν ὅλη τὴ νύχτα ἄγρυπνος καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεό.

Τὴν ἡμέρα ὁ Ἅγιος ἔκανε τοὺς γύρους τῆς πόλεως, ἐνεργώντας ὡς σαλός. Ὅπως ὁ Ἰὼβ ὁ παλαιὸς στὴν ὑπομονή του, ἔτσι καὶ ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος, ἐνῷ ἦταν ἀκόμα ζωντανός, ἦταν μαζὶ ἐπίγειος Ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος, μία φιλεύσπλαχνη ψυχή, ἁγνὸς στὴ σκέψη, μὲ ἄγρυπνη καρδιά, πίστη ἀκαταίσχυντη καὶ ἀληθινὴ ἀγάπη χωρὶς ὑποκρισία. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ βίου του ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα.

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1474. Οἱ Χριστιανοὶ πληροφορήθηκαν τὴν κοίμησή του μόνο ὅταν περνώντας ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβα του ἔνιωσαν τὴν εὐωδία, ποὺ ἀνέδιδε τὸ ἱερὸ λείψανό του. Στὸν τόπο τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ Ἁγίου, κτίσθηκε ὁ ναὸς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, στὸν ὁποῖο φυλάσσονται τὰ λείψανά του.
Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὀνομάζεται Τβερντίσλοβ (πιστὸς τοῦ Λόγου), ἐπειδὴ ὁμιλοῦσε συνεχῶς γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.


 

Οἱ Ἅγιοι Ἡράκλειος ἐπίσκοπος «εἰς τὴν Κοφινοῦν», Θελθᾶς, Θεοδόσιος, καὶ Θεράπων «εἰς τὴν Σύναν», οἱ ἐκ τῶν 300 Ἀλαμανῶν, ἐν Κύπρῳ

Βλέπε σχετικῶς καὶ Α.Χ.Ε.Χ.


 

Οἱ Ἅγιοι Ἀριστοτέλης καὶ Λέανδρος μάρτυρες

 


 

Ὁ Ἅγιος Cartage (Ἰρλανδός)

Ὁ Ἅγιος Cartage (Καρτέγιος) καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία καὶ ἦταν ἱδρυτὴς τῆς περίφημης μονῆς τοῦ Ραθανόφφαλυ, ποὺ εἶχε περὶ τοὺς ὀκτακόσιους ἑξήντα μοναχούς. Τὸ 635 μ.Χ. ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ μονὴ καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὸ Λίσμορ, ὅπου ἐξελέγη Ἐπίσκοπος. Ἀφοῦ ἔζησε καὶ ποίμανε τὸ ποίμνιό του θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 637 μ.Χ.

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.


 

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πρῶσσος, διὰ Χριστὸν Σαλός

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωμένη Εὐρώπη», τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη, Ἐκδ. «Ἑπτάλοφος», Ἀθῆναι 1997.

 


 

Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Μάρτυρες μοναχοὶ καὶ λαϊκοί

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀντώνιος, ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Οὔγκλιχ († 6 Ἰουνίου), μαρτύρησε μαζὶ μὲ σαράντα μοναχοὺς τῆς μονῆς καὶ χίλιους λαϊκούς, ἀπὸ τοὺς Πολωνοὺς τὸ 1609.


 

Ὁ Ἅγιος Δανιὴλ ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Μάρτυρες μοναχοὶ καὶ λαϊκοί

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Δανιήλ, ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μαρτύρησε μαζὶ μὲ τριάντα μοναχοὺς τῆς μονῆς καὶ διακόσιους λαϊκούς, ἀπὸ τοὺς Πολωνοὺς τὸ 1609.

 


 

Ὅσιος Νικήτας ἐκ Κιέβου

 

Ὁ Ὅσιος Νικήτας καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία καὶ ἦταν κατὰ σάρκα ἀδελφός του Ὁσίου Νίκωνος (τιμᾶται 23 Μαρτίου), ἡγουμένου τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου. Μόνασε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ἀλλὰ τὸ ἀνυπάκουό του χαρακτήρα τοῦ τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ καὶ τοὺς Πατέρες καὶ νὰ ζήσει, ὡς μοναχός, ἀπομονωμένος σὲ ἕνα κελὶ ποὺ ἐφτίαξε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ὁ Ὅσιος Νίκων, ποὺ δὲν ἔδωσε τὴν εὐλογία του γιὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ μοναχοῦ Νικήτα εἶδε μὲ θλίψη τὴν πράξη του καὶ περίμενε μὲ φόβο τὴν τιμωρία τῆς παρακοῆς του. Πράγματι, ἡ δοκιμασία δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει. Μία μέρα καὶ ἐνῶ ὁ Ὅσιος Νικήτας προσευχόταν, ὁ διάβολος μεταμορφωμένος σὲ Ἄγγελο Κυρίου, παρουσιάσθηκε μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴν προσεύχεται πλέον, ἀλλὰ νὰ μελετᾶ τὶς Ἁγίες Γραφές. Τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς θὰ ἀναλάμβανε ἀντὶ τοῦ Ὁσίου ὁ ψευτοάγγελος. Ὁ Ὅσιος ὑπέκυψε στὸν πειρασμό. Νόμισε ὅτι κατὰ θεία παραχώρηση καὶ λόγω τῶν ἀσκητικῶν του ἀγώνων ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεά. Ἔτσι σταμάτησε τὴν προσευχὴ καὶ ἄρχισε τὴ μελέτη. Μελέτη ὅμως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ χωρὶς προσευχὴ δὲν γίνεται. Ἔτσι ἡ καρδιὰ τοῦ περιέπεσε σὲ ἀκηδία καὶ πνευματικὸ λήθαργο, γι’ αὐτὸ δὲν κατάφερε νὰ τελειώσει οὔτε τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ὁ Ὅσιος ἄρχισε ξαφνικὰ νὰ προφητεύει μόνο τὰ μέλλοντα κακά: κλοπές, ἐγκλήματα, κακὲς ἐνέργειες καὶ πράξεις, ὅλα δηλαδὴ ἐκεῖνα ποὺ κατεργάζεται ὁ διάβολος, ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους καὶ τῆς κακίας. Ἡ φήμη τοῦ ἁπλώθηκε παντοῦ καὶ ὅλοι τὸν θαύμαζαν γιὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωση τῶν προφητικῶν του λόγων. Οἱ Πατέρες τῆς μονῆς ἄρχισαν νὰ καταλαβαίνουν ὅτι ὁ Ὅσιος Νικήτας εἶχε πέσει σὲ πλάνη καὶ εἶχε ὁδηγηθεῖ ἀπὸ τὸν σατανᾶ σὲ ὁδὸ ἀπωλείας. Ἔτσι ξεκίνησαν θερμὴ προσευχὴ γιὰ νὰ φωτισθεῖ ὁ νοῦς τοῦ Ὁσίου καὶ νὰ σωθεῖ. Χάρη στὴν προσευχὴ τῶν συνασκητῶν του, τῶν Ἁγίων ἐκείνων Πατέρων, ποὺ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο προσεύχονταν καὶ γιὰ τὸν ἀδελφό τους, ὁ νοῦς τοῦ Ὁσίου φωτίσθηκε καὶ ἄρχισε πάλι νὰ προσεύχεται καὶ νὰ βιώνει τοὺς ἀληθινοὺς καρποὺς τῆς μοναχικῆς πολιτείας, τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀσκήσεως. Ὁ Θεὸς ὄχι μόνο ἔκανε δεκτὴ τὴ μετάνοιά του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.

Λόγω τῆς ὀσιακῆς ζωῆς τοῦ ὁ Ἅγιος Νικήτας, τὸ ἔτος 1096 μ.Χ., ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Νόβγκοροντ. Ἀφοῦ ποίμανε ἀξίως καὶ θεοφιλῶς τὸ ποίμνιό του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1109 μ.Χ. καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸν ἱερὸ ναὸ τῶν Ἁγίων καὶ Δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης τοῦ Νόβγκοροντ.