Χωρίς κατηγορία

Κρ. 1,7


Κρ. 1,7

καὶ εἶπεν Ἀδωνιβεζέκ· ἑβδομήκοντα βασιλεῖς τὰ ἄκρα τῶν χειρῶν αὐτῶν καὶ τὰ ἄκρα τῶν ποδῶν αὐτῶν ἀποκεκομμένοι ἦσαν συλλέγοντες τὰ ὑποκάτω τῆς τραπέζης μου· καθὼς οὖν ἐποίησα, οὕτως ἀνταπέδωκέ μοι ὁ Θεός. καὶ ἄγουσιν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ.

Κρ. 1,7

Είπε δε ο Αδωνιβεζέκ· “εγώ έκοψα τα δάκτυλα των χειρών και των ποδών εβδόμηκοντά βασιλέων, οι οποίοι και συνέλεγαν κάτω από την τράπεζάν μου τα μικρά κομματάκια ψωμιού και τροφών που έπιπτον. Οπως λοιπόν εγώ έκαμα εναντίον εκείνων, έτσι και με ετιμώρησε τώρα ο Θεός”. Οι Ισραηλίται ωδήγησαν αυτόν εις την Ιερουσαλήμ, όπου και απέθανεν.