Χωρίς κατηγορία

Αμβ. 3,16


Αμβ. 3,16

ἐφυλαξάμην, καὶ ἐπτοήθη ἡ κοιλία μου ἀπὸ φωνῆς προσευχῆς χειλέων μου, καὶ εἰσῆλθε τρόμος εἰς τὰ ὀστᾶ μου, καὶ ὑποκάτωθέν μου ἐταράχθη ἡ ἕξις μου. ἀναπαύσομαι ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως τοῦ ἀναβῆναι εἰς λαὸν παροικίας μου.

Αμβ. 3,16

Παρετήρησα με προσοχήν, ήκουσα και είδα τας θλίψστου λαού μου. Η καρδία μου εταράχθη καθ’ ον χρόνον τα χείλη μου τρέμοντα απηύθυναν την προσευχήν. Τρόμος εισεχώρησεν στο εσωτερικόν μου. Ολόκληρος η υπαρξίς μου ανεστατώθη από κάτω έως άνω. Αλλά την ημέραν της θλίψεώς μου θα αναπαυθώ και θα παρηγορηθώ, όταν αναβώ στον λαόν μου, τον παροικούντα στον τόπον του.