Εννόημα
    Εννόημα
  • !

    Παράξενο, τὸ βλέπω ἐδῶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου· τὸ χρυσὸ δίχτυ/ὅπου τὰ πράγματα σπαρταροῦν σὰν τὰ ψάρια/ποὺ ἕνας μεγάλος ἄγγελος τραβᾶ/μαζὶ μὲ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων.

Ἁγιάναπα Α΄

Καὶ βλέπεις τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καθὼς ἔλεγαν οἱ παλαιοί.

Ὡστόσο νόμιζα πὼς ἔβλεπα τόσα χρόνια

περπατώντας ἀνάμεσα στὰ βουνὰ καὶ στὴ θάλασσα

συντυχαίνοντας ἀνθρώπους μὲ τέλειες πανοπλίες·

παράξενο, δὲν πρόσεχα πὼς ἔβλεπα μόνο τὴ φωνή τους.

Ἦταν τὸ αἷμα ποὺ τοὺς ἀνάγκαζε νὰ μιλοῦν, τὸ κριάρι

ποὺ ἔσφαζα κι ἔστρωνα στὰ πόδια τους·

μὰ δὲν ἦταν τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ κόκκινο χαλί.

Ὅ,τι μοῦ λέγαν ἔπρεπε νὰ τὸ ψηλαφήσω

ὅπως ὅταν σὲ κρύψουν κυνηγημένο νύχτα σὲ στάβλο

ἢ φτάσεις τέλος τὸ κορμὶ βαθύκολπης γυναίκας

κι εἶναι γεμάτη ἡ κάμαρα πνιγερὲς μυρωδιές·

ὅ, τι μοῦ λέγαν δορὰ καὶ μετάξι.

Παράξενο, τὸ βλέπω ἐδῶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου· τὸ χρυσὸ δίχτυ

ὅπου τὰ πράγματα σπαρταροῦν σὰν τὰ ψάρια

ποὺ ἕνας μεγάλος ἄγγελος τραβᾶ

μαζὶ μὲ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων.