Εννόημα
  • !

    Ὅταν φτωχός, ἀγνώριστος, μικρός, χωρὶς πατρίδα/Τὴ ματωμένη ἐπλεύρονες, Κανάρη, ναυαρχίδα,/Ἂν ὅταν ἀναπήδησες μὲ τὴν ὁρμὴ τοῦ στύλου/Μέσα ‘ς τὴ μαύρη τὴ σπηληὰ τοῦ Καραλῆ τοῦ σκύλου,/Κανένας μάντις σώλεγε ὅτι θὰ νὰ ‘λθη ὥρα/Νὰ ἰδῆς, Κανάρη, ἐλεύθερη τὴ δύστυχη τὴ χώρα,/Πώρευ’ ἑτοιμοθάνατη, ― ὅτ’ ἤθελες φωτίσει/M’ αὐτὸ τ’ ἀστροπελέκι σου Ἀνατολὴ καὶ Δύση,

  • !

    Ἄχ! δὲν τὸ πίστευα ποτέ!… Πέρυσι σ’ εἲδ’ ἀκόμα/Συγνεφιασμένον, κάτασπρον ‘ς τὸ φτωχικό σου στρῶμα/Σὰν κοιμισμένη θάλασσα ‘ςὲ ταπεινὸ ἀκρογιάλι/Ὅπ’ ὀνειρεύεται κρυφὰ καμμιὰν ἀνεμοζάλη/Γιὰ νὰ μουγγρίση φοβερά… καὶ σήμερα κουφάρι!…

  • !

    Κατάρ’ ἀκατανόητη, ἄσπλαχνη, μαύρη μοῖρα/Νὰ ‘ν’ οἱ νεκροί μας ἄφθαρτοι, νὰ ‘ν’ ἡ ζωὴ μας στείρα.

Κανἀρης

Τὴ νύχτα ποὺ παράδερνες μ\’ ἕνα δαυλὶ ’ς στὸ χέρι

K\’ ἐσπιθοβόλεις κεραυνοὺς κ\’ ἔφεγγες σὰν ἀστέρι,

Ὅταν φτωχός, ἀγνώριστος, μικρός, χωρὶς πατρίδα

Τὴ ματωμένη ἐπλεύρονες, Κανάρη, ναυαρχίδα,

Ἂν ὅταν ἀναπήδησες μὲ τὴν ὁρμὴ τοῦ στύλου

Μέσα \’ς τὴ μαύρη τὴ σπηληὰ τοῦ Καραλῆ τοῦ σκύλου,

Κανένας μάντις σώλεγε ὅτι θὰ νὰ \’λθη ὥρα

Νὰ ἰδῆς, Κανάρη, ἐλεύθερη τὴ δύστυχη τὴ χώρα,

Πώρευ\’ ἑτοιμοθάνατη, ― ὅτ\’ ἤθελες φωτίσει

M\’ αὐτὸ τ\’ ἀστροπελέκι σου Ἀνατολὴ καὶ Δύση,

Ὅτι θὰ γένης ζωντανή τοῦ Γένους σου σημαία,

Ὅτι θὰ πᾶς μακρὰ μακρὰ νὰ φέρῃς βασιλέα,

Καὶ χίλια δαφνοστέφανα ὁ κόσμος θὰ νὰ βάλῃ,

Κανάρη, \’ς τ\’ ἀπροσκύνητο καθάριο σου κεφάλι,

Ὅτι πρὶν πέσης κατὰ γῆς θὰ σοῦ δοθῆ κ\’ ἡ χάρη

Νὰ ἰδῆς νὰ λάμψη ἀνέλπιστο, παρήγορο δοξάρι

Ὅπου ἐβασίλευε παληό, καταπυκνὸ σκοτάδι,

Ὅτ\’ ἕνα Γένος σύψυχο τοῦ λάκκου σου τὸν ᾅδη

Θὰ ἐδρόσιζε μὲ κλάμματα, ὁπού θὰ ν\’ ἀναβρᾶνε

Μέσ\’ ἀπ\’ τὰ φυλλοκάρδια του κι\’ ἀθάνατα θὰ νὰ \’ναι,

Ὅτι θὰ σκύψη ξέσκεπος ἐμπρὸς \’ς τὰ λείψανά σου

Νὰ σὲ φιλήση ἐγκαρδιακά, Κανάρη, ὁ Βασιλειᾶς σου, ―

Ἂν ἕνας μάντις τὰ \’λεγε ποιὸς ἦθε\’ τὸν πιστέψει;…

Μόνος ἐσύ, ποὺ γνώριζες ὅτ\’ εἴχανε φυτέψει

Βαθειά, βαθειὰ \’ς τὰ σπλάχνα σου τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ σου

Βοτάνι παντοδύναμο, τροφὴ τοῦ κεραυνοῦ σου,

Τὴν πίστη τὴν ἀκλόνητη \’ς τοῦ ἔθνους σου τὴν τύχη…

Αὐτή, Κανάρη, σώβαψε τὸν σιδερένιον πῆχυ

K\’ ἔδωσε \’ς τὸ καράβι σου χίλια φτερὰ νὰ τρέχῃ…

Σήμερα ποιὸς τὴν ἔχει;…

Ἄχ! δὲν τὸ πίστευα ποτέ!… Πέρυσι σ\’ εἲδ\’ ἀκόμα

Συγνεφιασμένον, κάτασπρον \’ς τὸ φτωχικό σου στρῶμα

Σὰν κοιμισμένη θάλασσα \’ςὲ ταπεινὸ ἀκρογιάλι

Ὅπ\’ ὀνειρεύεται κρυφὰ καμμιὰν ἀνεμοζάλη

Γιὰ νὰ μουγγρίση φοβερά… καὶ σήμερα κουφάρι!…

Ἔγυρα τότ\’ ἐφίλησα τ\’ ἀνδρεία σου, Κανάρη,

Τὰ λιοκαμμένα δάχτυλα κ\’ ἔνοιωσα κάθε ρώγα,

Πώβραζε μέσα κ\’ ἔλαμπε μὲ τὴν παληά σου φλόγα.

Ἔτρεμα ἐμπρός σου, ἐδάκρυζα, μώδωκες τὴν εὐχή σου,

Μοῦ τίμησες τὸ μέτωπο μ\’ ἕνα θερμὸ φιλί σου

Καὶ μοῦ \’πες, λειονταρόκαρδε, ―«Μὴν κλαῖς, δὲ θὰ πεθάνω,

Πρὶν ξανανειώσω μία φορὰ καὶ πρὶν νὰ ξεθυμάνω».

Κι\’ ἀπέθανες! κ\’ ἐσβύστηκες!… Τὰ ριζιμιά, οἱ βράχοι

Δὲ σκιάζονται γεράματα καὶ \’ς τοῦ βουνοῦ τὴ ράχη

Ὁλόρθο μένει, ἀκλόνητο, χιλιόχρονο πρινάρι

Καὶ μάχεται μὲ τὰ στοιχειά… Καὶ σὺ καὶ σύ, Κανάρη,

Ποὺ \’λθες \’ς τὴ γῆ θεὀχτιστος κι\’ ὄπ\’ ὅταν ἐθεωροῦσε

Τὸ χιόνι \’ς τὸ κεφάλι σου κανεὶς π\’ ἀσπροβολοῦσε,

Ἐπιστευεν ὅτ\’ ἔβλεπε τὸν Ὄλυμπο ἐμπροστά του

Μὲ τὴν ἀθανασία του, μὲ τὴν παλληκαριά του,

Ἐσὺ σωριάζεσαι μὲ μιᾶς;… Μέσα \’ς τὰ χώματά σου

Θὰ καταπιάση ἡφαίστειο ἢ θὰ σβυστῇ ἡ φωτιά σου;…

Κατάρ\’ ἀκατανόητη, ἄσπλαχνη, μαύρη μοῖρα

Νὰ \’ν\’ οἱ νεκροί μας ἄφθαρτοι, νὰ \’ν\’ ἡ ζωὴ μας στείρα.