Εννόημα
    Εννόημα
  • !

    Ἢ τέλος, δυνατὸν καὶ στὰ πολιτικὰ/νὰ ἐπέστρεφεν —ἀξιεπαίνως ἐνθυμούμενος/τὲς οἰκογενειακές του παραδόσεις,/τὸ χρέος πρὸς τὴν πατρίδα, κι ἄλλα ἠχηρὰ παρόμοια.

Ἀπὸ τὴν σχολὴν τοῦ περιωνύμου φιλοσόφου

Ἔμεινε μαθητὴς τοῦ Ἀμμωνίου Σακκᾶ δύο χρόνια·

ἀλλὰ βαρέθηκε καὶ τὴν φιλοσοφία καὶ τὸν Σακκᾶ.

Κατόπι μπῆκε στὰ πολιτικά.

Μὰ τὰ παραίτησεν. Ἦταν ὁ Ἔπαρχος μωρός·

κ’ οἱ πέριξ του ξόανα ἐπίσημα καὶ σοβαροφανῆ·

τρισβάρβαρα τὰ ἑλληνικὰ των, οἱ ἄθλιοι.

Τὴν περιέργειάν του εἵλκυσε

κομάτ’ ἡ Ἐκκλησία· νὰ βαπτισθεῖ

καὶ νὰ περάσει Χριστιανός. Μὰ γρήγορα

τὴν γνώμη του ἄλλαξε. Θὰ κάκιωνε ἀσφαλῶς

μὲ τοὺς γονεῖς του, ἐπιδεικτικὰ ἐθνικούς·

καὶ θὰ τοῦ ἔπαυαν —πρᾶγμα φρικτόν—

εὐθὺς τὰ λίαν γενναῖα δοσίματα.

Ἐπρεπεν ὅμως καὶ νὰ κάμει κάτι. Ἔγινε ὁ θαμὼν

τῶν διεφθαρμένων οἴκων τῆς Ἀλεξανδρείας,

κάθε κρυφοῦ καταγωγίου κραιπάλης.

Ἡ τύχη του ἐφάν’ εἰς τοῦτο εὐμενής·

τὸν ἔδοσε μορφὴν εἰς ἄκρον εὐειδῆ.

Καὶ χαίρονταν τὴν θείαν δωρεάν.

Τουλάχιστον γιὰ δέκα χρόνια ἀκόμη

ἡ καλλονή του θὰ διαρκοῦσεν. Ἔπειτα —

ἴσως ἐκ νέου στὸν Σακκᾶ νὰ πήγαινε.

Κι ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπέθνησκεν ὁ γέρος,

πήγαινε σ’ ἄλλου φιλοσόφου ἢ σοφιστοῦ·

πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς.

Ἢ τέλος, δυνατὸν καὶ στὰ πολιτικὰ

νὰ ἐπέστρεφεν —ἀξιεπαίνως ἐνθυμούμενος

τὲς οἰκογενειακές του παραδόσεις,

τὸ χρέος πρὸς τὴν πατρίδα, κι ἄλλα ἠχηρὰ παρόμοια.