Εννόημα
  • !

    Ὅλα τὰ λόγια γίνονται τραγούδι/στ’ ἁπλά μου χείλη σήμερα καὶ τρέχουν/ἀβίαστα, καθαρὰ, σὰν τὸ νεράκι/τῆς Βρύσης τοῦ Πουλιοῦ ποὺ καναλίζει/τὸ καλοκαίρι. Εἶμαι ἕνα ποτάμι/ξεχειλισμένο. Ἔχω καταλύσει/τὸ φράγμα τοῦ ἥλιου. Θεέ μου, περισσεύω!

  • !

    Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πάρε μου ὅλες/τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,/τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,/νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν/οἱ γρῦλοι μιὰ φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε/ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα. Ὅπως ἡ βρύση/τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη. Νὰ γιομίζω/μὲ τὸ μουμούρισμά μου τὴ μεγάλη/κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ. Νὰ θησαυρίζω/τὰ νερὰ τῶν βροχῶν καὶ τὶς ἀνταύγειες/ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου. Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν/τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι κι ἕνας ἕνας/νὰ προσπερνοῦν. Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω/τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,/τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο/ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,/τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου/καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.

Ἡ βρύση τοῦ πουλιοῦ

 

\"\"

Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,

κάτω ἀπ’ τὴν ρόδα τοῦ ἥλιου ποὺ δὲν χάνει

οὔτε ἕνα χιλιοστὸ καθὼς γυρίζει

ἀπ’ τὸ πρωί ὤς τὸ βράδυ πάνωθέ μου!

Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,

τὸν κόσμο αὐτὸ ποὖναι γιομάτος μάγια

καὶ βρυσοῦλες φωτός! Δὲν ἔχω ἀρχίσει

τὸ τραγούδι του ἀκόμη, μὰ ἔχω ἐντός μου

χρόνο πολύ κι ἀγέρα καὶ πιστεύω

πώς θὰ μοῦ δώσει ὁ Θεός νὰ τὸ τελειώσω.

Ὢ, τί καλὰ ποὖναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!

Ὅλα τὰ λόγια γίνονται τραγούδι

στ’ ἁπλά μου χείλη σήμερα καὶ τρέχουν

ἀβίαστα, καθαρὰ, σὰν τὸ νεράκι

τῆς Βρύσης τοῦ Πουλιοῦ ποὺ καναλίζει

τὸ καλοκαίρι. Εἶμαι ἕνα ποτάμι

ξεχειλισμένο. Ἔχω καταλύσει

τὸ φράγμα τοῦ ἥλιου. Θεέ μου, περισσεύω!

Δὲν σοῦ γυρεύω τίποτα ὅπως ὁ ἥλιος

κι ὁ ἀγέρας σοῦ γυρεύουν. Ἔχω ἀπ’ ὅλα.

Μικρὴ φωνὴ πουλιοῦ θέλω ν’ ἀφήσω

μέσα στ’ αὐτὶ σου μόνο. Μοῦ περίσσεψε

σήμερα τὸ τραγούδι καὶ δὲν ξέρω

τὶ νὰ τὶ κάμω, ποῦ νὰ τὸ χωρέσω!

Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πάρε μου ὅλες

τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,

τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,

νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν

οἱ γρῦλοι μιὰ φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε

ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα. Ὅπως ἡ βρύση

τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη. Νὰ γιομίζω

μὲ τὸ μουμούρισμά μου τὴ μεγάλη

κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ. Νὰ θησαυρίζω

τὰ νερὰ τῶν βροχῶν καὶ τὶς ἀνταύγειες

ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου. Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν

τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι κι ἕνας ἕνας

νὰ προσπερνοῦν. Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω

τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,

τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο

ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,

τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου

καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.

Ὢ τί καλὰ πού ῾ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!

(Σημ. – Βρύση τοῦ Πουλιοῦ = Ὁμώνυμη πηγή στὸν Ταΰγετο)