Εννόημα
  • !

    Κι ὅπως τά ὄνειρα δέν ἔχουν λογική/σέ πῆρα σάν μωρό στήν ἀγκαλιά καί σέ κανάκεψα/τόσο γλυκά πού κουλουριάστηκες στά σωθικά μου/κι ἔγινα ἡ εὐτυχισμένη σου μητέρα.

  • !

    Τώρα πατώ στά νύχια μήν ξυπνήσω/τήν ἀπουσία σου/πουθενά δέν κοιτάζω μήν τυχόν καί φύγει/ὁ μαγεμένος ὕπνος ἀπ’ τά βλέφαρά μου/καί δῶ ἀδειανή, θανατωμένη τήν ζωή μου/καί παραλοΐσω.

Ἐρωτικό

 

Εἶδα ὄνειρο ἤμουν μαζί σου πλάϊ στήν θάλασσα

ἡ ἥλιος ἔλιωνε τόν κόσμο

κι ἐσύ γελοῦσες φέγγοντας τίς φλέβες μου

ἅπλωνα τό χέρι ἐτσιδά καί σ’ἄγγιζα

ἠλεκτρισμένη

λάβα και μύρο χυνόμουν ὅλη κι ἔρρεα

πρός ἐσένα.

Μέ κοίταζες κι οἱ θάνατοί μου ὅλοι πέθαιναν

κι ὅλα τά πράγματα πού δέν μέ ξέραν

τραγουδοῦσαν τ’ ὄνομά μου

ριγοῦσα ἀπό τήν ἡδονή τῆς πεταλούδας πού φτερώνει

καί σκίζει τό κουκούλι της βγαίνοντας στῶν ἀνθῶν τό φῶς.

Κι ὅπως τά ὄνειρα δέν ἔχουν λογική

σέ πῆρα σάν μωρό στήν ἀγκαλιά καί σέ κανάκεψα

τόσο γλυκά πού κουλουριάστηκες στά σωθικά μου

κι ἔγινα ἡ εὐτυχισμένη σου μητέρα.

Τώρα πατώ στά νύχια μήν ξυπνήσω

τήν ἀπουσία σου

πουθενά δέν κοιτάζω μήν τυχόν καί φύγει

ὁ μαγεμένος ὕπνος ἀπ’ τά βλέφαρά μου

καί δῶ ἀδειανή, θανατωμένη τήν ζωή μου

καί παραλοΐσω.