Εννόημα
  • !

    Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γρίφων/φεύγω ἥσυχη./Δὲν ἔχω βλάψει στὴ ζωή μου αἴνιγμα:/δὲν ἔλυσα κανένα.

  • !

    Συμβίωσα σκληρὰ/μ’ ἕναν ψηλὸ καλόγερο ποὺ κόκαλα δὲν ἔχει/καὶ δὲν τὸν ρώτησα ποτὲ/ποιᾶς φωτιᾶς γιὸς εἶναι,/σὲ ποιὸ θεὸ ἀνεβαίνει καὶ μοῦ φεύγει.

  • !

    Ὅ,τι ἦρθε μὲ δεμένα μάτια/καὶ σκεπασμένη πρόθεση/ἔτσι τὸ δέχτηκα/κι ἔτσι τ’ ἀποχωρίστηκα:/μὲ δεμένα μάτια καὶ σκεπασμένη πρόθεση.

  • !

    Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γρίφων/φεύγω ἥσυχη./Ἀναμάρτητη:/ἀξεδίψαστη./Στὸ αἴνιγμα τοῦ θανάτου/πάω ψυχωμένη.

Ἄφησα νὰ μὴν ξέρω

 

\"\"

Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γρίφων

φεύγω ἥσυχη.

Δὲν ἔχω βλάψει στὴ ζωή μου αἴνιγμα:

δὲν ἔλυσα κανένα.

Οὔτε κι αὐτὰ ποὺ θελαν νὰ πεθάνουν

πλάι στὰ παιδικά μου χρόνια:

ἔχω ἕνα βαρελάκι ποὺ \’χει δύο λογιῶν κρασάκι.

Τὸ κράτησα ὥς τώρα

ἀχάλαστο ἀνεξήγητο,

γιατί ὥς τώρα

δύο λογιῶν κρασάκι

ἔχουν λυμένα κι ἄλυτα πού μοῦ τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρὰ

μ\’ ἕναν ψηλὸ καλόγερο ποὺ κόκαλα δὲν ἔχει

καὶ δὲν τὸν ρώτησα ποτὲ

ποιᾶς φωτιᾶς γιὸς εἶναι,

σὲ ποιὸ θεὸ ἀνεβαίνει καὶ μοῦ φεύγει.

Δὲν τοῦ λιγόστεψα τοῦ κόσμου

τὰ προσωπιδοφόρα πλάσματά του,

τοῦ ἀνάθρεψα τοῦ κόσμου τὸ μυστήριο

μὲ θυσία καὶ μὲ στέρηση.

Μὲ τὸ αἷμα πού μοῦ δόθηκε

γιὰ νὰ τὸν ἐξηγήσω.

Ὅ,τι ἦρθε μὲ δεμένα μάτια

καὶ σκεπασμένη πρόθεση

ἔτσι τὸ δέχτηκα

κι ἔτσι τ\’ ἀποχωρίστηκα:

μὲ δεμένα μάτια καὶ σκεπασμένη πρόθεση.

Αἴνιγμα δανείστηκα,

αἴνιγμα ἐπέστρεψα.

Ἄφησα νὰ μὴν ξέρω

πῶς λύνεται ἕνα χθές,

ἕνα ἐξαρτᾶται,

τὸ αἴνιγμα τῶν ἀσυμπτώτων.

Ἄφησα νὰ μὴν ξέρω τί ἀγγίζω,

ἕνα πρόσωπο ἢ ἕνα βιάζομαι.

Οὔτε κι ἐσένα σὲ παρέσυρα στὸ φῶς

νὰ σὲ διακρίνω.

Στάθηκα Πηνελόπη

στὴ σκοτεινὴ ὀλιγωρία σου.

Κι ἂν ρώτησα καμιὰ φορὰ πῶς λύνεσαι,

πηγὴ ἂν εἶσαι ἢ κρήνη,

θὰ \’ταν κάποια καλοκαιριάτικη ἡμέρα

ποὺ, Πηνελόπες καὶ ὄχι,

μᾶς κυριεύει αὐτὸς ὁ δαίμων τοῦ νεροῦ

γιὰ νὰ δοξάζεται τὸ αἴνιγμα

πῶς μένουμε ἀξεδίψαστοι.

Ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γρίφων

φεύγω ἥσυχη.

Ἀναμάρτητη:

ἀξεδίψαστη.

Στὸ αἴνιγμα τοῦ θανάτου

πάω ψυχωμένη.