Εννόημα
    Εννόημα
  • !

    Τώρα στέκει μαδητή,/στέκει στέλεχος μονάχο!/Διατί, ἄχ! διατὶ/ξεστηρίχθηκ᾿ ἀπ᾿ τὸν βράχο!

Ἡ ἀνεμώνη

Ἕνας βράχος στὰ βουνὰ

συλλογιέται μοναχός του.

Ἕνα ρυάκι, ποὺ περνᾷ,

κάτι τραγουδάει ἐμπρός του.

Μία ἀνεμώνη, ποὺ ἀνθεῖ

εἰς τὸν βράχο στηριγμένη,

νὰ νοήσῃ προσπαθεῖ

τὸ τραγούδι τί σημαίνει.

Κι᾿ ὅλο σκύφτει πιὸ πολύ,

καὶ ξεχνᾷ τὸ στήριγμά της.

Τί τραγούδι νὰ λαλῇ

ὁ τρεχάμενος διαβάτης;

Τραγουδεῖ γιὰ μία ἀγκαλιά,

ποὺ μὲ πόθον ἀνοιγμένη

στὴν χρυσὴν ἀκρογιαλιὰ

μέρα νύχτα τὸν προσμένει.

-Ἄχ, κι᾿ ἂς ἤμουν, λέγ᾿, ἐγὼ

κείνη ποὺ θὰ τ᾿ ἀγκαλιάσῃ!

Καὶ τὰ ρεῦμα τὸ γοργὸ

σκύβ᾿ ἡ λουλουδιὰ νὰ φθάσῃ,

Μά, σὰν ἔσκυβ᾿ ἔτσι δὰ

τὸ νερὸ μὲ τὴν ὁρμή του

τὰ φυλλάκια της μαδᾷ

τὰ κατρακυλᾷ μαζύ του.

Τώρα στέκει μαδητή,

στέκει στέλεχος μονάχο!

Διατί, ἄχ! διατὶ

ξεστηρίχθηκ᾿ ἀπ᾿ τὸν βράχο!