Εννόημα
  • !

    Θύμησέ μου, τέλος, ἀπὸ τὴν ὠχρότητα τοῦ πίνακα τοῦ Βελάθκεθ ὅτι τὸ νὰ διδάσκει καὶ ν’ ἀγαπάει ἔντονα κανεὶς σ’ αὐτὴ τὴ Γῆ, σημαίνει νὰ φτάσει στὴν ἔσχατη μέρα μὲ τὴν κονταριὰ τοῦ Λογγίνου στὴν καρδιὰ ὁλόφλογος ἀπὸ ἀγάπη.

Τὸ ἆσμα τῆς δασκάλας

 
\"\"

Κύριε, Σὺ ποὺ δίδαξες, συγχώρα με ποὺ διδάσκω, ποὺ φέρνω τ\’ ὄνομα τῆς δασκάλας ποὺ Σὺ ἔφερες στὴ γῆ!

Δός μου τὴ μοναδικὴ ἀγάπη τοῦ σχολειοῦ μου, ὥστε οὔτε τὸ κάμα τῆς ὀμορφιᾶς νὰ μπορεῖ νὰ τῆς κλέψει τὴν τρυφερότητα τῆς κάθε στιγμῆς.

Κάνε μου, Κύριε, παντοτινὴ τὴ ζέση καὶ διαβατικὴ τὴν ἀπογοήτευση. Ξερίζωσε ἀπὸ μένα, τὴν ἀκάθαρτη αὐτὴ ἐπιθυμία δικαιοσύνης ποὺ μὲ ταράζει ἀκόμη, τὴν στενόκαρδη ὑποκίνηση διαμαρτυρίας ποὺ ἀνεβαίνει ἀπὸ μένα ὅταν μὲ πληγώνουν. Νὰ μὴ μὲ πονᾶ ἡ ἀκατανοησία, νὰ μὴ μὲ θλίβει ἡ λησμοσύνη αὐτῶν ποὺ δίδαξα.

Δόσμου νἄμαι μητέρα περισσότερο ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς μητέρες, γιὰ νὰ μπορέσω ν\’ ἀγαπῶ καὶ νὰ προστατεύω ὅ,τι δὲν εἶναι σάρκα ἀπὸ τὴ σάρκα μου. Δόσμου νὰ πετύχω νὰ τεχνουργήσω μὲ μιὰ ἀπ\’ τὶς μαθήτριές μου τὸν τέλειο στίχο καὶ νὰ Σοῦ ἀφήσω χαραγμένη σ\’ αὐτὴ τὴν πιὸ διαπεραστική μου μελωδία, ὅταν τὰ χείλη μου δὲν τραγουδᾶνε πιά.

Δεῖξε μου τὸ Εὐαγγέλιό Σου δυνατὸ στὴν ἐποχή μου, γιὰ νὰ μὴ λιποταχτήσω ἀπὸ τὴ μάχη τῆς κάθε μέρας καὶ τῆς κάθε ὥρας γι\’ αὐτό.

Φώτισε τὸ σχολειό μου μὲ τὴ λάμψη ποὺ τύλιγε τὴν ὁμάδα τῶν ξυπόλυτων παιδιῶν Σου.

Κάνε με ρωμαλέα ἀκόμα καὶ στὴ γυναικεία μου ἀδυναμία, τῆς φτωχῆς γυναίκας. Δόσμου νὰ περιφρονήσω κάθε δύναμη ποὺ δὲν εἶναι καθαρή, κάθε πίεση ποὺ δὲν εἶναι ἡ πίεση τοῦ θερμοῦ Σου θελήματος στὴ ζωή μου.

Φίλε, συνόδεψε με, στήριξε με! Πολλὲς φορὲς ἄλλον δὲ θάχω στὸ πλευρό μου παρὰ Ἐσένα. Ὅταν γίνει ἡ διδαχή μου πιὸ ἁγνὴ καὶ πιὸ φλογερὴ ἡ ἀλήθειά μου, θὰ μείνω μακριὰ ἀπ\’ τοὺς θνητούς. Ἀλλὰ τότε Σὺ θὰ μὲ σφίξεις στὴν καρδιά Σου ἐπάνω, αὐτὴ τὴν καρδιὰ ποὺ τόσα ξέρει ἀπὸ μοναξιὰ κι ἐγκατάλειψη. Καὶ τότε ἐγὼ δὲ θὰ γυρέψω παρὰ μονάχα στὸ δικό Σου βλέμμα τὴ γλυκύτητα τῶν δοκιμασιῶν.

Δόσμου ἁπλότητα καὶ βάθος: γλύτωσὲ με ἀπὸ τὸ νἄμαι περίπλοκη καὶ χυδαία στὸ καθημερινό μου μάθημα.

Δόσμου νὰ ὑψώνω τὰ μάτια τοῦ στήθους μου τὰ πληγωμένα ὅταν μπαίνω κάθε μέρα στὸ σχολειό μου. Νὰ μὴ φέρνω στὸ τραπέζι τῆς δουλειᾶς μου τὶς ὑλικὲς μικρολαχτάρες μου, τοὺς πενιχροὺς καημοὺς τῆς κάθε μέρας.

Ἀλάφρωσε τὸ χέρι μου στὴν τιμωρία, γλύκανέ το περισσότερο στὸ χάδι. Ἂς μαλώσω πονεμένα γιὰ νὰ ξέρω ὅτι διόρθωσα ἀγαπώντας!

Κάνε νὰ γίνει πνεῦμα τὸ σχολειό μου ἀπὸ τοῦβλα. Νὰ τυλίξει ἡ πυρκαγιὰ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ μου τὴ φτωχική του αὐλή, τὴ γυμνή του αἴθουσα. Νἄναι ἡ καρδιά μου γι\’ αὐτὸ περισσότερο κολώνα καὶ ἡ καλή μου θέληση περισσότερο χρυσάφι ἀπ\’ τὰ πλούσια σχολειά.

Θύμησέ μου, τέλος, ἀπὸ τὴν ὠχρότητα τοῦ πίνακα τοῦ Βελάθκεθ ὅτι τὸ νὰ διδάσκει καὶ ν\’ ἀγαπάει ἔντονα κανεὶς σ\’ αὐτὴ τὴ Γῆ, σημαίνει νὰ φτάσει στὴν ἔσχατη μέρα μὲ τὴν κονταριὰ τοῦ Λογγίνου στὴν καρδιὰ ὁλόφλογος ἀπὸ ἀγάπη.