Τίτλος: Ἔγκωμη
Συγγραφέας: Σεφέρης Γιῶργος
Κατηγορία: Ποίηση
Θέμα: Κόσμος, Τοπίο, Ψυχή,
Πηγή/Έκδοση: Ποιήματα, ἐκδόσεις Ἴκαρος
Χρ. Έκδοσης: 1977
Εννόημα
  • !

    Ὅτι ὑπάρχουν τόποι ὅπου ξοδεύουνε πολὺ καιρὸ γιὰ νὰ πεθάνουν.

  • !

    Ἦταν μιὰ πολιτεία παλιά· τειχιὰ δρόμοι καὶ σπίτια/ξεχώριζαν σὰν πετρωμένοι μυῶνες κυκλώπων,/ἡ ἀνατομία μιᾶς ξοδεμένης δύναμης κάτω ἀπ᾿ τὸ μάτι/τοῦ ἀρχαιολόγου τοῦ ναρκοδότη ἢ τοῦ χειρούργου.

Ἔγκωμη

 
\"\"

Ἦταν πλατὺς ὁ κάμπος καὶ στρωτός· ἀπὸ μακριὰ φαινόνταν

τὸ γύρισμα χεριῶν ποὺ σκάβαν.

Στὸν οὐρανὸ τὰ σύννεφα πολλὲς καμπύλες, κάπου-κάπου

μιὰ σάλπιγγα χρυσὴ καὶ ρόδινη· τὸ δείλι.

Στὸ λιγοστὸ χορτάρι καὶ στ᾿ ἀγκάθια τριγυρίζαν

ψιλὲς ἀποβροχάρισσες ἀνάσες· θά ῾χε βρέξει

πέρα στὶς ἄκρες τὰ βουνὰ ποὺ ἔπαιρναν χρῶμα.

Κι ἐγὼ προχώρεσα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δουλεῦαν,

γυναῖκες κι ἄντρες μὲ τ᾿ ἀξίνια σὲ χαντάκια.

Ἦταν μιὰ πολιτεία παλιά· τειχιὰ δρόμοι καὶ σπίτια

ξεχώριζαν σὰν πετρωμένοι μυῶνες κυκλώπων,

ἡ ἀνατομία μιᾶς ξοδεμένης δύναμης κάτω ἀπ᾿ τὸ μάτι

τοῦ ἀρχαιολόγου τοῦ ναρκοδότη ἢ τοῦ χειρούργου.

Φαντάσματα καὶ ὑφάσματα, χλιδὴ καὶ χείλια, χωνεμένα

καὶ τὰ παραπετάσματα τοῦ πόνου διάπλατα ἀνοιχτά

ἀφήνοντας νὰ φαίνεται γυμνὸς κι ἀδιάφορος ὁ τάφος.

Κι ἀνάβλεψα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δουλεῦαν

τοὺς τεντωμένους ὤμους καὶ τὰ μπράτσα ποὺ χτυποῦσαν

μ᾿ ἕνα ρυθμὸ βαρὺ καὶ γρήγορο τούτη τὴ νέκρα

σὰ νὰ περνοῦσε στὰ χαλάσματα ὁ τροχὸς τῆς μοίρας.

Ἄξαφνα περπατοῦσα καὶ δὲν περπατοῦσα

κοίταζα τὰ πετούμενα πουλιά, κι ἦταν μαρμαρωμένα

κοίταζα τὸν αἰθέρα τ᾿ οὐρανοῦ, κι ἤτανε θαμπωμένος

κοίταζα τὰ κορμιὰ ποὺ πολεμοῦσαν, κι εἶχαν μείνει

κι᾿ ἀνάμεσό τους ἕνα πρόσωπο τὸ φῶς ν᾿ ἀνηφορίζει.

Τὰ μαλλιὰ μαῦρα χύνουνταν στὴν τραχηλιά, τὰ φρύδια

εἴχανε τὸ φτερούγισμα τῆς χελιδόνας, τὰ ρουθούνια

καμαρωτὰ πάνω ἀπ᾿ τὰ χείλια, καὶ τὸ σῶμα

ἔβγαινε ἀπὸ τὸ χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο

μὲ τ᾿ ἄγουρα βυζιὰ τῆς ὁδηγήτρας,

χορὸς ἀκίνητος.

Κι ἐγὼ χαμήλωσα τὰ μάτια μου τριγύρω:

κορίτσια ζύμωναν, καὶ ζύμη δὲν ἀγγίζαν

γυναῖκες γνέθανε, τ᾿ ἀδράχτια δὲ γυρίζαν

ἀρνιὰ ποτίζουνταν, κι ἡ γλώσσα τους στεκόταν

πάνω ἀπὸ πράσινα νερὰ ποὺ ἔμοιαζαν κοιμισμένα

κι ὁ ζευγὰς ἔμενε μ᾿ ἀνάερη τὴ βουκέντρα.

Καὶ ξανακοίταξα τὸ σῶμα ἐκεῖνο ν᾿ ἀνεβαίνει·

εἴχανε μαζευτεῖ πολλοί, μερμήγκια,

καὶ τὴ χτυποῦσαν μὲ κοντάρια καὶ δὲν τὴ λαβῶναν.

Τώρα ἡ κοιλιά της ἔλαμπε σὰν τὸ φεγγάρι

καὶ πίστευα πὼς ὁ οὐρανὸς ἦταν ἡ μήτρα

ποὺ τὴν ἐγέννησε καὶ τὴν ξανάπαιρνε, μάνα καὶ βρέφος.

Τὰ πόδια της μεῖναν ἀκόμη μαρμαρένια

καὶ χάθηκαν· μιὰ ἀνάληψη.
                                                Ὁ κόσμος

ξαναγινόταν ὅπως ἦταν, ὁ δικός μας

μὲ τὸν καιρὸ καὶ μὲ τὸ χῶμα.
                                                   Ἀρώματα ἀπὸ σκίνο

πῆραν νὰ ξεκινήσουν στὶς παλιὲς πλαγιὲς τῆς μνήμης

κόρφοι μέσα στὰ φύλλα, χείλια ὑγρά·

κι᾿ ὅλα στεγνῶσαν μονομιᾶς στὴν πλατωσιὰ τοῦ κάμπου

στῆς πέτρας τὴν ἀπόγνωση στὴ δύναμη τὴ φαγωμένη

στὸν ἄδειο τόπο μὲ τὸ λιγοστὸ χορτάρι καὶ τ᾿ ἀγκάθια

ὅπου γλιστροῦσε ξέγνοιαστο ἕνα φίδι,

ὅπου ξοδεύουνε πολὺ καιρὸ γιὰ νὰ πεθάνουν.