Τίτλος: Ὁ Τάφος ( Ἀπόσπασμα )
Συγγραφέας: Παλαμᾶς Κωστῆς
Κατηγορία: Ποίηση
Θέμα: Θάνατος, Παιδί,
Πηγή/Έκδοση: Ἅπαντα, ἐκδόσεις Μπίρη
Χρ. Έκδοσης:
Εννόημα
  • !

    Ἄφκιαστο κι ἀστόλιστο
    τοῦ Χάρου δὲ σὲ δίνω.
    Στάσου μὲ τ᾿ ἀνθόνερο
    τὴν ὄψη σου νὰ πλύνω.

Ὁ Τάφος ( Ἀπόσπασμα )

Μήτε μέ τό σίδερο

Μήτε μέ τό χρυσάφι,

Μήτε μέ τά χρώματα

Ποὺ σπέρνουν οἱ ζωγράφοι

~~~~~~~

Μήτε μέ τά μάρμαρα

Τά τεχνοσκαλισμένα

Τό σπιτάκι σου ἔπλασα

Παντοτινό γιά σένα

~~~~~~~~

Μόνο μέ τοῦ πνεύματος

Τά μάγια! Σοῦ τό ὑψώνω

Σ\’ ἕναν τόπον ἄυλον,

Ἀπείραχτο ἀπ\’ τό χρόνο.

~~~~~~~~

Μ\’ ὅλα μου τά δάκρυα

Καί μέ τό αἷμα μου ὅλο

Τοῦ ἔχτισα τά θέμελα,

Τοῦ σκέπασα τό θόλο.

~~~~~~~~~

Κι ἅ φοβᾶσαι, ἀγάπη μου,

Νά μένεις μοναχό σου,

Κάλεσε καί κράτησε

Μέσα σταρχοντικό σου

~~~~~~~~

Ὅλα τά ἐρωτόπλαστα

Καθώς κι ἐσύ βλαστάρια

Πάνθισαν κι ἀπόσβυσαν,

Μιᾶς χρυσαυγῆς καμάρια!

~~~~~~~~~~~

Ἄφκιαστο κι ἀστόλιστο

Τοῦ Χάρου δέ σέ δίνω.

Στάσου μέ τανθόνερο

Τήν ὄψη σου νά πλύνω.

~~~~~~~

Τό στερνό τό χτένισμα

Μέ τά χρυσά τά χτένια

Πάρτε ἀπ\’ τή μανούλα σας,

Μαλάκια μεταξένια,

~~~~~~~~

Μήπως καί τοῦ Χάροντα,

καθώς θά σέ κοιτάξει,

Τοῦ φανεῖς ἀχαίδευτο

Καί σέ παραπετάξει!

~~~~~~~~

Ὤ ἀκριβές, τρισεύγενες,

Καλές μου, καί ὅλες, καί ὅλοι,

Ποὺ τό κρεβατάκι του

Κάματε περιβόλι!

~~~~~~~

Ὤ ἀκριβοί, τρισεύγενοι,

Καλοί μου, καί ὅλοι, καί ὅλες!

Φέρτε τίς μοσκόβολες

Καί πλουμισμένες βιόλες,

~~~~~~~~

Στά βασανισμένα του

Σωμένα ποδαράκια

Στρῶστε τά μεθυστικά

Λευκόχρυσα ζαμπάκια

~~~~~~~

Γύρω στοῦ προσώπου του

Σβυσμένη πιά τήν πούλια

Βάλτε δακρυστάλαχτα

Τά θλιβερά ζουμπούλια

~~~~~~~~~

Κοίταξε καί γέλασε

Τῆς νύχτας τό σουλτάνο,

Γλίστρησε σιγά κρυφά

Καί πέταξ\’ ἐδῶ πάνω,

~~~~~~~~~

Καί στό σπίτι τάραχνο

Γυρνώντας, ὤ ἀκριβέ μας,

Γίνε ἀεροφύσημα,

Καί γλικοφίλησέ μας!

~~~~~~~~~~

Καί μέσα στά μεσάνυχτα

Γρικώτας ἡ μητέρα

Τέτοιον ἕξαφνο βουητό

Νά χύνεται ἀπό πέρα

~~~~~~~~

Ἦρθε τό παιδάκι μας,

Καί στέκετ\’ ἔξω, λέει,

Κράζει νά τανοίξουμε

Καί μᾶς ζητάει καί κλαίει!

~~~~~~~~

Στό ταξίδι πού σέ πάει

Ὁ μαῦρος καβαλάρης

Κοίταξε ἀπ\’ τό χέρι του

Τίποτα νά μήν πάρεις,

~~~~~~~~

Κι ἄ διψάσεις, μήν τό πιεῖς

Ἀπό τόν κάτω κόσμο

Τό νερό τῆς ἀρνησιᾶς

Φτωχό κομμένο δυόσμο!

~~~~~~~~

Μήν τό πιεῖς κι ὁλότελα

Κ\’ αἰώνια μᾶς ξεχάσεις

Βάλε τά σημάδια σου

Τό δρόμο νά μή χάσεις

~~~~~~~~

Κι ὅπως εἶσαι ἀνάλαφρο,

Μικρό σά χελιδόνι,

Κι ἅρματα δέ σοῦ βροντᾶν

Παληκαριοῦ στή ζώνη.

~~~~~~~~

\’Ἄκουσε βαρειόμοιρη,

Τί κελαϊδοῦν ταηδόνια:

Πῆγαν καί παλέψανε

Στά μαρμαρένια ἁλώνια

~~~~~~~~

(Πόλεμος δέ στάθηκεν

Ὡσάν καί τοῦτον ἄλλος)

Ὁ μικρός ὁ Ἔρωτας

Κι ὁ Χάρος ὁ μεγάλος.

~~~~~~~

Καί χωρίστηκε σέ δύο,

Στριμώχτηκεν ἡ πλάση

Γιά νά ἰδεῖ ποιός ἀπ\’ τούς δύο

Τόν ἄλλο θά χαλάσει

~~~~~~~~

Ὤ καημέ ἀνιστόρητε,

Καί ὤ μέγα καρδιοχτύπι,

Πάντα νά τόν καρτερᾶς

Κάποιον πού πάντα λείπει!

~~~~~~~~

Ἤμερα καί πρόσχαρα

Τά χρόνια σου σκορποῦσες

Ὅλους τοὺς ἐγύρευες,

Ὅλους τοὺς ἀγαποῦσες

~~~~~~~~

Ὅσο πού τό Θάνατο

Ἀπάντησες μιὰ μέρα…

Τόνε σφιχταγκαλίασες

Τόν πῆρες γιά πατέρα!

~~~~~~~~

Στό δροσάτο μνῆμα σου

Κ ἐπάνω του καί γύρω

Τίποτα ξεχωριστό

Λουλούδι δέ θά σπείρω

~~~~~~~~

Τίποτα ξεχωριστό

Λουλούδι δέ θ\’ ἀνθίσει

Κάτω ἀπ’ τή φωλίτσα σου

Τό μαῦρο κυπαρίσσι.

~~~~~~~~

Μονάχα ταγνώριστα

Χορτάρια καί τά χίλια

Μύρια χρυσολούλουδα

Καί τ\’ ἄγρια χαμομήλια.

~~~~~~~~

Ὅμως τά φτωχούλια αὐτά

Καί τά συνηθισμένα

Ποὺ μέ δίχως φύτεμα

Καί πότισμα κανένα

~~~~~~~~

ΚΡΥΨΕ, μάνα, τό παιδί

Ποὺ στό πλευρό σου παίζει

Κι ἔστρωσε ἡ Χαρόντισσα

Πρωτάκουστο τραπέζι.

~~~~~~~~

Τό \’στρωσε καί κάθησε

Καί νά χορτάσει θέλει

Μέ τῆς γῆς τ\’ ἀφρόγαλα

Καί τό καθάριο μέλι!

~~~~~~~~

Κάτου ἐκεῖ στά Τάρταρα

Τά κρυοπαγωμένα

Πείνασ\’ ἡ Χαρόντισσα

Καί δίψασεν, ὠιμένα!

~~~~~~~~

Βάλθηκε μέ τῶν παιδιῶν

Τή σάρκα νά χορτάσει

Σκέλεθρο τό πιάτο της

Καί καύκαλο τό τάσι.

~~~~~~~~

Θέλει πλούσια ξέχειλα

Τά δύο νά τά γιομίσει

Κι ὀνειρεύεται τρελό

Κι ἀτέλειωτο μεθύσι,

~~~~~~~~

Καί κρασάκι ὀρέγεται

Τριανταφυλλένιον αἷμα,

Καί κορμάκι λαχταρεῖ

Σάν κρύο νερό, σάν ψέμα

~~~~~~~~

Καί τ\’ ἀραχνιασμένα της

Γυρεύει τ\’ ἀνθογυάλια

Νά στολίσει μέ ξανθά

Χερουβικά κεφάλια

~~~~~~~~

Θέλει μῆλο μάγουλο,

Θέλει χειλάκι ρόδι,

Καί τό γιό της προσκαλεῖ

Καί τόν ἐκάνει Ἡρώδη.

~~~~~~~~

Τόν ἐστέλνει θεριστή

Τόν ἄγριο καβαλάρη

Στό μανάδων τά παιδιά

Καί στόν σπιτιῶν τή χάρη.