Εννόημα
  • !

    Εἶμαι κι ἐγώ ἕνας Θεός μές στό δικό του σύμπαν,/ἕνα σύμπαν ἀνεξιχνίαστο κι ἀνεξάντλητο κι ἀπρόβλεπτο,/ἕνας Θεός καθόλου ἀθάνατος,/γι’ αὐτό καί τρέμοντας ἀπό ἔρωτα γιά κάθε συγκλονιστική/κι ἀνεπανάληπτη στιγμή του.

Τό ὑπόγειο

\"\"

Ἄν ἄρχιζε ὁ Θεός μιὰ μέρα νά μετράει ὅσα ἔφτιαξε,

ἄστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,

θά τέλειωνε ἴσως κάποτε. Ἐγώ κάθομαι ἐδῶ, ὁλομόναχος,

       μέσα σέ τοῦτο τό ὑγρό ὑπόγειο, ἔξω βρέχει,

καί μετράω τά σφάλματα πού ἔκανα, τίς μάχες πού ἔδωσα,

     τίς δίψες, τίς παραχωρήσεις,

μετράω τίς κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τίς καλωσύνες μου

συχνά ἐπηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου 
     
     νά τελειώνω ― ἄ, ἐσεῖς,

ἐσεῖς ταπεινώσεις, ἁλτῆρες τῆς ψυχῆς μου,

βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αἰώνιε πόνε μου,

ὅλη ἡ δροσιά τοῦ μέλλοντος τραγουδάει μές στίς κλειδώσεις μου

τήν ἴδια ὥρα πού μοῦ στρίβει τό λαρύγγι ἡ πείνα χιλιάδων

      φτωχῶν προγόνων,

κι ὦ ἧττες, συντρόφισσές μου, πού μέσα σέ μιὰ στιγμή

μέ λυτρώσατε ἀπ\’ τούς αἰώνιους φόβους τῆς ἥττας.

Εἶμαι κι ἐγώ ἕνας Θεός μές στό δικό του σύμπαν, σέ τοῦτο

      τό ὑγρό ὑπόγειο, ἔξω βρέχει,

ἕνα σύμπαν ἀνεξιχνίαστο κι ἀνεξάντλητο κι ἀπρόβλεπτο,

ἕνας Θεός καθόλου ἀθάνατος,

γι\’ αὐτό καί τρέμοντας ἀπό ἔρωτα γιά κάθε συγκλονιστική

κι ἀνεπανάληπτη στιγμή του.