Εννόημα
  • !

    Πότε δὲ φοβότανε τὸ θάνατο ἡ ἀγάπη;

Τὸ ἄλλοθι

 

Κάθε ποὺ σ’ ἐπισκέπτομαι

μονάχα ὁ καιρὸς ποὺ μεσολάβησε

ἀπὸ τὴ μιὰ φορὰ στὴν ἄλλη ἔχει ἀλλάξει.

Κατὰ τὰ ἄλλα, ὅπως πάντα

τρέχει ἀπὸ τὰ μάτια μου ποτάμι

θολὸ τὸ χαραγμένο ὄνομά σου

– ἀνάδοχος τῆς μικρούλας παύλας

ἀνάμεσα στὶς δύο χρονολογίες

νὰ μὴ νομίζει ὁ κόσμος ὅτι πέθανε

ἀβάπτιστη ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς σου.

Ἐν συνέχειᾳ σκουπίζω τὶς μαραμένες

κουτσουλιὲς τῶν λουλουδιῶν προσθέτοντας

λίγο κοκκινόχωμα ἐκεῖ ποὺ ἐτέθη μαῦρο

κι ἀλλάζω τέλος τὸ ποτῆρι στὸ καντῆλι

μὲ ἄλλο καθαρὸ ποὺ φέρνω.

 

Ἀμέσως μόλις γυρίσω σπίτι

σχολαστικὰ θὰ πλύνω τὸ λερὸ

ἀπολυμαίνοντας μὲ χλωρίνες

καὶ καυστικοὺς ἀφροὺς φρίκης ποὺ βγάζω

καθὼς ἀναταράζομαι δυνατά.

Μὲ γάντια πάντα καὶ κρατώντας τὸ σῶμα μου

σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὸ νιπτηράκι

νὰ μὴ μὲ πιτσιλᾶνε τὰ νεκρὰ νερά.

Μὲ σύρμα σκληρῆς ἀποστροφῆς ξύνω

τὰ κολλημένα λίπη στοῦ ποτηριοῦ τὰ χείλη

καὶ στὸν οὐρανίσκο τῆς σβησμένης φλόγας

ἐνῷ ὀργὴ συνθλίβει τὸν παράνομο περίπατο

κάποιου σαλιγκαριοῦ, καταπατητῆ

τῆς γείτονος ἀκινησίας.

 

Ξεπλένω μετὰ ξεπλένω μὲ ζεματιστὴ μανία

κοχλάζει ἡ προσπάθεια νὰ φέρω τὸ ποτῆρι στὴν πρώτη

τὴ χαρούμενη τὴ φυσική του χρήση

τὴν ξεδιψαστική.

Καὶ γίνεται πιὰ ὁλοκάθαρο, λάμπει

τὸ πόσο ὑποχόνδρια δὲ θέλω νὰ πεθάνω

 

ἀκριβέ μου – πάρτο κι ἀλλιῶς:

πότε δὲ φοβότανε τὸ θάνατο ἡ ἀγάπη;