Τίτλος: Piazza San Nicolo
Συγγραφέας: Σεφέρης Γιῶργος
Κατηγορία: Ποίηση
Θέμα:
Πηγή/Έκδοση: Ποιήματα, ἐκδόσεις Ἴκαρος
Χρ. Έκδοσης:
Εννόημα
  • !

    Δὲν εἶναι μεγάλο πράγμα ν᾿ ἀνεβεῖς μὰ εἶναι πολὺ δύσκολο ν᾿ ἀλλάξεις

  • !

    Τὸ σπίτι /γεμάτο γρίλιες καὶ δυσπιστία

Piazza San Nicolo

Longtemps je me suis couché de bonne heure

                                                                                τὸ σπίτι

γεμάτο γρίλιες καὶ δυσπιστία σὰν τὸ καλοκοιτάξεις στὶς σκοτεινὲς γωνιὲς

«γιὰ χρόνια πλάγιαζα νωρίς» ψιθυρίζει

«κοίταζα τὴν εἰκόνα τοῦ Ὕλα καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Μαγδαληνῆς

προτοῦ καληνυχτίσω κοίταζα τὸν πολυέλαιο μὲ τ᾿ ἄσπρο φῶς

τὰ μέταλλα ποὺ γυάλιζαν καὶ δύσκολα ἄφηνα

τὶς τελευταῖες φωνὲς τῆς μέρας».

Τὸ σπίτι σὰν τὸ καλοκοιτάξεις μέσα ἀπὸ τὶς παλιὲς κορνίζες

ξυπνᾶ μὲ τὰ πατήματα τῆς μητέρας στὰ σκαλοπάτια

τὸ χέρι ποὺ φτιάνει τὰ σκεπάσματα ἢ διορθώνει τὴν κουνουπιέρα

τὰ χείλη ποὺ σβήνουν τὴ φλόγα τοῦ κεριοῦ.

Κι ὅλα τοῦτα εἶναι παλιὲς ἱστορίες ποὺ δὲν ἐνδιαφέρουν πιὰ κανέναν

δέσαμε τὴν καρδιά μας καὶ μεγαλώσαμε.

Ἡ δροσιὰ τοῦ βουνοῦ δὲν κατεβαίνει ποτὲ χαμηλότερα ἀπὸ τὸ καμπαναριὸ

ποὺ μετρᾶ τὶς ὦρες μονολογώντας καὶ τὸ βλέπουμε

σὰν ἔρχεται τ᾿ ἀπόγευμα στὴν αὐλὴ

ἡ θεία Ντάρια Ντιμιετρόβνα τὸ γένος Τροφίμοβιτς.

Ἡ δροσιὰ τοῦ βουνοῦ δὲν ἀγγίζει ποτὲ τὸ στιβαρὸ χέρι τοῦ Ἁι-Νικόλα

μήτε τὸ φαρμακοποιὸ ποὺ κοιτάζει ἀνάμεσα σὲ μιὰ κόκκινη καὶ πράσινη σφαίρα

σὰν ὑπερωκεάνειο μαρμαρωμένο.

Γιὰ νὰ βρεῖς τὴ δροσιὰ τοῦ βουνοῦ πρέπει ν᾿ ἀνέβεις ψηλότερα ἀπ᾿ τὸ καμπαναριὸ

κι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἁι-Νικόλα

κάπου 70 ἢ 80 μέτρα δὲν εἶναι πολύ.

Κι ὅμως ἐκεῖ ψιθυρίζεις ὅπως σὰν πλάγιαζες νωρὶς

καὶ μέσα στὴν εὐκολία τοῦ ὕπνου χάνονταν ἡ πίκρα τοῦ ἀποχωρισμοῦ

ὄχι λέξεις πολλὲς δυό-τρεῖς μονάχα καὶ τοῦτο φτάνει

ἀφοῦ κυλᾶνε τὰ νερὰ καὶ δὲ φοβοῦνται μὴ σταματήσουν

ψιθυρίζεις ἀκουμπώντας τὸ κεφάλι στὸν ὦμο ἑνὸς φίλου

σὰ νὰ μὴν εἶχες μεγαλώσει μέσα στὸ σπίτι τὸ σιωπηλὸ

μὲ φυσιογνωμίες ποὺ βάρυναν καὶ μᾶς ἔκαναν ἀδέξιους ξένους.

Κι ὅμως ἐκεῖ, λίγο ψηλότερα ἀπ᾿ τὸ καμπαναριό, ἀλλάζει ἡ ζωή σου.

Δὲν εἶναι μεγάλο πράγμα ν᾿ ἀνεβεῖς μὰ εἶναι πολὺ δύσκολο ν᾿ ἀλλάξεις

σὰν εἶναι τὸ σπίτι μέσα στὴν πέτρινη ἐκκλησιὰ κι ἡ καρδιά σου μέσα στὸ σπίτι ποὺ σκοτεινιάζει

κι ὅλες οἱ πόρτες κλειδωμένες ἀπὸ τὸ μεγάλο χέρι τοῦ Ἁι-Νικόλα

                        Πήλιο-Κορυτσά, καλοκαίρι-φθινόπωρο ’37