Εννόημα
  • !

    πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις/ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του/τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.

  • !

    Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρος μοῦ φώναξε:-Μὴ στενεύεις,/ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ’ τὸ μειλίχιο/δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ’ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες/θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω/τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας./Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ’ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη/νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος…

Τὶ εἶπα κάποτε σ’ ἕναν ἱπτάμενο

 
\"\"

Σὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαίμαργη ἀστρονομία

δὲν εἶναι πιότερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπίδα ποὺ διαστέλλει

τὴν κίνηση μέσ\’ στὸ ἄναυδο σκοτάδι.

Δὲν ἔχει πόσιμη σημασία νὰ σταλάξουμε

τσιγγούνικες ἀλήθειες καὶ σταγονίδια βεβαιότητας

δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπία ἡ ξεμυαλίστρα ἡ ἐξυπνάδα

πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις

ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του

τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.

Δὲν ἔχει μητρότητα ὁ ἴλιγγος

δὲν ἔχει πατρότητα ἡ νύχτα.

Μίλησα κι ἄλλοτε γι\’ αὐτὰ τὰ χαρτόνια.

Οἱ σκοτεινοί μας σύντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μάκρη

μὲ τοῦ κύκλου τ\’ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεύουν.

Ἔχοντας πιὰ ξεπέσει ὁ γέροντας Εὐκλείδης

εἶν\’ ἀπόβλητο τὸ μῆκος ὡς πράξη τοῦ σύμπαντος

καὶ τὸ ὕψος ἀνεύρετη μελωδία στὰ πλάτη…

Τράβηξα τὴν σκονισμένη αἰωνιότητα σὰν κουρτίνα

μὲ τόση εὐκολία καὶ τὰ \’χασα βλέποντας

τὸ λάγνο τίποτα τῆς ἀναφρόδιτης καμπύλης!

Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρος μοῦ φώναξε:-Μὴ στενεύεις,

ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ\’ τὸ μειλίχιο

δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ\’ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες

θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω

τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας.

Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ\’ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη

νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος…