Εννόημα
  • !

    Ἄλλωστε, ὡς φυσικόν,/ταχέως ἐπῆλθε εἰς Πύδναν ἡ ἀπαισία λῆξις.

Πρὸς τὸν Ἀντίοχον Ἐπιφανῆ

Ὁ νέος Ἀντιοχεὺς     εἶπε στὸν βασιλέα,

«Μὲς τὴν καρδιά μου πάλλει     μιὰ προσφιλὴς ἐλπίς·

οἱ Μακεδόνες πάλι,     Ἀντίοχε Ἐπιφανῆ,

οἱ Μακεδόνες εἶναι     μὲς στὴν μεγάλη πάλη.

Ἂς ἦ τ α ν νὰ νικήσουν —      καὶ σ’ ὅποιον θέλει δίδω

τὸν λέοντα καὶ τοὺς ἵππους,      τὸν Πᾶνα ἀπὸ κοράλλι,

καὶ τὸ κομψὸ παλάτι,      καὶ τοὺς ἐν Τύρῳ κήπους,

κι ὅσ’ ἄλλα μ’ ἔχεις δώσει,      Ἀντίοχε Ἐπιφανῆ.»

Ἴσως νὰ συγκινήθη      κομάτι ὁ βασιλεύς.

Μὰ πάραυτα θυμήθη     πατέρα κι ἀδελφόν,

καὶ μήτε ἀπεκρίθη.     Μποροῦσε ὠτακουστὴς

νὰ ἐπαναλάβει κάτι.—     Ἄλλωστε, ὡς φυσικόν,

ταχέως ἐπῆλθε εἰς Πύδναν     ἡ ἀπαισία λῆξις.