Εννόημα
  • !

    Καὶ λιγοθυμισμένοι τώρα οἱ ἄθλιοι Λάρητες,/μέσα στὸ βάθος τοῦ λαράριου χώνονται,/ὁ ἕνας τὸν ἄλλονα σκουντᾶ καὶ σκουντουφλᾶ,/ὁ ἕνας μικρὸς θεὸς πάνω στὸν ἄλλον πέφτει/γιατί κατάλαβαν τί εἶδος βοὴ εἶναι τούτη,/τἄνοιωσαν πιὰ τὰ βήματα τῶν Ἐριννύων.

Τὰ Βήματα

 
\"\"

Σ’ ἐβένινο κρεββάτι στολισμένο

μὲ κοραλλένιους ἀετούς, βαθυὰ κοιμᾶται

ὁ Νέρων — ἀσυνείδητος, ἥσυχος, κ’ εὐτυχής·

ἀκμαῖος μὲς στὴν εὐρωστία τῆς σαρκός,

καὶ στῆς νεότητος τ’ ὡραῖο σφρῖγος.

Ἀλλὰ στὴν αἴθουσα τὴν ἀλαβάστρινη ποὺ κλείνει

τῶν Ἀηνοβάρβων τὸ ἀρχαῖο λαράριο

τί ἀνήσυχοι ποὺ εἶν’ οἱ Λάρητές του.

Τρέμουν οἱ σπιτικοὶ μικροὶ θεοί,

καὶ προσπαθοῦν τ’ ἀσήμαντά των σώματα νὰ κρύψουν.

Γιατί ἄκουσαν μιὰ ἀπαίσια βοή,

θανάσιμη βοὴ τὴν σκάλα ν’ ἀνεβαίνει,

βήματα σιδερένια ποὺ τραντάζουν τὰ σκαλιά.

Καὶ λιγοθυμισμένοι τώρα οἱ ἄθλιοι Λάρητες,

μέσα στὸ βάθος τοῦ λαράριου χώνονται,

ὁ ἕνας τὸν ἄλλονα σκουντᾶ καὶ σκουντουφλᾶ,

ὁ ἕνας μικρὸς θεὸς πάνω στὸν ἄλλον πέφτει

γιατί κατάλαβαν τί εἶδος βοὴ εἶναι τούτη,

τἄνοιωσαν πιὰ τὰ βήματα τῶν Ἐριννύων.