Εννόημα

Πὸλ Ὀτλέ, πατέρας τοῦ πρώτου Διαδικτύου

( Ὁ πρωτοπόρος τῆς τεχνολογίας ἀλλὰ καὶ λησμονημένος Πὸλ Ὀτλέ, ποὺ τὸ 1934 ὁραματίστηκε τὰ links! )

Ἡ μεσαιωνικὴ πόλη Μὸνς στὸ Βέλγιο μοιάζει ξεχασμένη ἀπὸ τὸν χρόνο. Πέρα ἀπὸ τὴ γοτθικοῦ ρυθμοῦ ἐκκλησία, δὲν ὑπάρχουν πολλὰ νὰ δεῖ κανείς, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα μικροσκοπικὸ μουσεῖο, τὸ Mundaneum, κρυμμένο σὲ ἕνα στενὸ δρομάκι. Πρόκειται γιὰ τὸ ταιριαστὸ καταφύγιο τοῦ μύθου ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἐξίσου λησμονημένους πρωτοπόρους τῆς τεχνολογίας: τοῦ Πὸλ Ὀτλέ.

Τὸ 1934, ὁ Ὀτλὲ ἐπινόησε τὸ πρῶτο παγκόσμιο δικτύο ἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν (ἢ «ἠλεκτρικῶν τηλεσκοπίων» ὅπως ἔλεγε) ποὺ θὰ ἐπέτρεπε στοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ ψάξουν καὶ νὰ μελετήσουν ἑκατομμύρια συνδεδεμένα μεταξύ τους ἔγγραφα, εἰκόνες, καθὼς καὶ ἀρχεῖα ἤχου καὶ εἰκόνας. Ἐπίσης, ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ κόσμος θὰ χρησιμοποιοῦσε αὐτὲς τὶς συσκευὲς γιὰ νὰ στέλνει μηνύματα, νὰ μοιράζεται ἀρχεῖα καὶ νὰ συμμετέχει σὲ κοινωνικὰ δίκτυα. Τὸ ὅραμά του τὸ βάφτισε reseau, δηλαδὴ ἱστὸς ἢ δίκτυο.

Δικτυωμένος κόσμος

Οἱ ἱστορικοὶ ἀποδίδουν τὴ γέννηση τοῦ Διαδικτύου σὲ Βρετανοὺς καὶ Ἀμερικανοὺς ἐφευρέτες, ὅπως ὁ Βάνεβαρ Μπούς, ὁ Ντὰγκ Ἔνγκελμπαρτ καὶ ὁ Τὲντ Νέλσον. Καὶ ὅμως, μισὸ αἰώνα πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσίαση τοῦ πρώτου ἰντερνετικοῦ μπράουζερ, τὸ 1991, ὁ Ὀτλὲ περιέγραφε ἕνα δικτυωμένο κόσμο ὅπου «ὁποιοδήποτε ἀπὸ τὴν πολυθρόνα του θὰ μποροῦσε νὰ ἐρευνήσει καὶ νὰ προσεγγίσει ὁλόκληρη τὴ Δημιουργία».

Τὸ ὅραμα τοῦ Ὀτλὲ βασιζόταν στὴν ἰδέα μιᾶς δικτυωμένης συσκευῆς ποὺ συνέδεε ἔγγραφα χρησιμοποιώντας αὐτὰ ποὺ σήμερα γνωρίζουμε ὡς links, συνδέσμους. Μπορεῖ κάτι τέτοιο νὰ μοιάζει αὐτονόητο, ἀλλὰ τὸ 1934 ἀποτελοῦσε πρωτοπορία.

Σήμερα, ὁ Ὀτλὲ καὶ ἡ ἐργασία του ἔχει λησμονηθεῖ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς Βέλγους συμπατριῶτες του. Ἂν καὶ ὁ ἴδιος ἦταν ἀρκετὰ διάσημος στὴν ἐποχή του, ἡ φήμη του χάθηκε ἐξαιτίας σειρᾶς ἱστορικῶν κακοτυχιῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ κατάκτηση τοῦ Βελγίου ἀπὸ τοὺς ναζὶ καὶ ἡ καταστροφὴ τοῦ μεγαλύτερου τμήματος τῆς ἐργασίας του. Πρόσφατα, ὡστόσο, μία μικρὴ ὁμάδα ἐρευνητῶν προσπαθεῖ νὰ ἀναστήσει τὴ φήμη τοῦ Ὀτλέ, ἐκδίδοντας ἐκ νέου τὴν ἐργασία του καὶ συγκεντρώνοντας χρήματα γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ μουσείου στὴ Μὸνς καὶ τὴ διατήρηση τοῦ ἀρχείου του.

Ἡ δικαίωση

Καθὼς τὸ μουσεῖο Mundaneum γιορτάζει αὐτὲς τὶς μέρες τὰ δέκα χρόνια ἀπὸ τὴν ἵδρυσή του, οἱ ὑπεύθυνοι ἑτοιμάζονται νὰ δημοσιοποιήσουν μέρος τῆς ἀρχικῆς συλλογῆς στὸ σημερινὸ Διαδίκτυο. Αὐτὴ ἡ πρωτοβουλία θὰ εἶναι ὄχι μόνο ἕνα εἶδος μεταθανάτιας δικαίωσης τοῦ Ὀτλέ, ἀλλὰ καὶ θὰ προσφέρει μία εὐκαιρία ἐπανεκτίμησης τῆς θέσης του στὴν ἱστορία τοῦ Διαδικτύου. Ἦταν ἄραγε τὸ Mundaneum ἁπλῶς ἕνα ἀξιοπερίεργο στὴν ἱστορία τῆς τεχνολογίας, ἕνας δρόμος ποὺ δὲν δοκιμάστηκε ποτὲ ἢ μήπως τὸ ὅραμα τοῦ Ὀτλὲ θὰ μποροῦσε νὰ σταθεῖ καὶ σήμερα πηγὴ χρήσιμων ἐμπνεύσεων γιὰ τὸ μέλλον τοῦ Διαδικτύου; Ἂν καὶ ὁ Βέλγος ἐπιστήμονας πέρασε ὁλόκληρη τὴ ζωή του σὲ μία ἐποχὴ ὅπου δὲν ὑπῆρχαν, ἀκόμη, ἠλεκτρονικοὶ ὑπολογιστές, ὑπῆρξε ἐξαιρετικὰ διορατικὸς γιὰ τὶς δυνατότητες τῶν ἠλεκτρονικῶν μέσων. Τὸ περιέργο εἶναι ὅτι τὸ μελλοντολογικὸ του ὄνειρο στηρίχθηκε στὴν ἀγάπη του γιὰ τὰ βιβλία.

Ὁ Ὀτλὲ γεννήθηκε τὸ 1868 καὶ δὲν πῆγε σχολεῖο παρὰ μόνο στὰ δώδεκά του χρόνια. Ἡ μητέρα του πέθανε ὅταν ἦταν τριῶν ἐτῶν. Ὁ πατέρας του ἦταν πετυχημένος ἐπιχειρηματίας, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε τὸν γιὸ του ἐκτὸς σχολείου, πεπεισμένος ὅτι οἱ σχολικὲς αἴθουσες παραμορφώνουν τὶς ἔμφυτες ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου. Κλεισμένος στὸ σπίτι μὲ τοὺς ἐκπαιδευτὲς καὶ τοὺς λίγους φίλους του, ὁ νεαρὸς Ὀτλὲτ ζοῦσε σὰν μοναχικὸς βιβλιοφάγος.

Βιβλιοφάγος

Ὅταν, ἐν τέλει, πῆγε στὸ γυμνάσιο, ἀναζήτησε καταφύγιο στὴ βιβλιοθήκη. «Κλειδωνόμουν καὶ ἔψαχνα τὸν κατάλογο τῶν βιβλίων ποὺ θεωροῦσα ἕνα μικρὸ θαῦμα», θὰ ἔγραφε ἀργότερα. Σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, μετὰ τὴν ἐγγραφή του στὸ σχολεῖο, ἀνέλαβε καθήκοντα βιβλιοθηκάριου.

Στὰ ἑπόμενα χρόνια, ὁ Ὀτλὲ ποτέ, στὴν πραγματικότητα, δὲν ἐγκατέλειψε τὴ βιβλιοθήκη. Ἂν καὶ ὁ πατέρας του τὸν ὤθησε στὴ Νομικὴ Σχολή, σύντομα ἐγκατέλειψε τὴ δικηγορία γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὴν πρώτη του ἀγάπη, τὰ βιβλία. Τὸ 1895 γνώρισε τὸν Ἀνρὶ Λὰ Φοντέν, ὁ ὁποῖος πολλὰ χρόνια ἀργότερα βραβεύθηκε μὲ Νομπέλ, καὶ μαζὶ προσπάθησαν νὰ καταγράψουν τὸ σύνολο τῆς παγκόσμιας βιβλιογραφίας.

Ἀκόμη καὶ τὸ 1895, ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα ἔμοιαζε μὲ διανοητικὴ ὕβρη κολοσσιαίων διαστάσεων. Οἱ δύο ἄνδρες συνέλεγαν στοιχεῖα ἀπὸ κάθε βιβλίο ποὺ ἐκδόθηκε ποτέ, ἄρθρα περιοδικῶν καὶ ἐφημερίδων, φωτογραφίες, πόστερ καὶ φυλλάδια καὶ τὰ κατέγραφαν σὲ κάρτες ἀποδελτίωσης, τὸ πιὸ σύγχρονο γιὰ τὴν ἐποχὴ μέσο ἀποθήκευσης δεδομένων δημιουργώντας μία τεράστια τράπεζα δεδομένων μὲ 12 ἑκατομμύρια ἀναφορές.

Ἐν τέλει, ὁ Λαφοντὲν καὶ ὁ Ὀτλὲ κατάφεραν νὰ πείσουν τὴ βελγικὴ κυβέρνηση νὰ στηρίξει τὸ ἐγχείρημά τους, προτείνοντάς της νὰ χτίσει μία «πόλη τῆς γνώσης», ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ ἐνισχύσει τὴ διεκδίκηση τοῦ Βελγίου νὰ στεγάσει τὴν ἕδρα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Ἡ κυβέρνηση τοὺς ἔδωσε, τελικά, χῶρο σὲ ἕνα κυβερνητικὸ κτίριο, ὅπου ὁ Ὀτλὲ ἄρχισε νὰ ξεδιπλώνει τὴν προσπάθειά του. Προσέλαβε προσωπικὸ καὶ δημιούργησε ὑπηρεσία ἔρευνας (ἔναντι ἀμοιβῆς) ποὺ ἐπέτρεπε στοὺς πολίτες, σὲ ὁποιοδήποτε γωνιὰ τοῦ κόσμου, νὰ ὑποβάλλουν μέσω ταχυδρομείου ἢ τηλεγραφήματος κάποιο ἐρώτημα.

Ἦταν ἕνα εἶδος σύγχρονης μηχανῆς ἀναζήτησης, τύπου Google ἢ Yahoo, στὸ Διαδίκτυο. Σύντομα, ἄρχισαν νὰ κατακλύζονται μὲ ἔρευνες γιὰ τὰ πιὸ ἀπίθανα ζητήματα, ἀπὸ τὰ μπούμερανγκ μέχρι τὰ οἰκονομικά της Βουλγαρίας – περισσότερες ἀπὸ 1.500 παρόμοιες ἔρευνες ἔγιναν μέσα σὲ ἕνα χρόνο.

Ἠλεκτρονικὴ μνήμη

Καθὼς δὲν ὑπῆρχε σύστημα ἀποθηκεύσης ἠλεκτρονικῶν δεδομένων τὴ δεκαετία τοῦ 1920, ὁ Ὀτλὲ προσπάθησε νὰ τὸ ἐφεύρει. Ἄρχισε νὰ γράφει ἐκτενῶς γιὰ τὴν προοπτικὴ ἠλεκτρονικῆς μνήμης, μία διανοητικὴ προσπάθεια ποὺ κλιμακώθηκε μὲ τὸ βιβλίο του, «Monde», τὸ 1934. Ἐκεῖ ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὸ ὅραμα τοῦ «μηχανικοῦ, συλλογικοῦ ἐγκεφάλου» ποὺ θὰ περιλάμβανε ὅλες τὶς ὑπάρχουσες πληροφορίες, ἐνῶ ἡ πρόσβαση σὲ αὐτὸν θὰ γινόταν διαμέσου ἑνὸς παγκόσμιου δικτύου τηλεπικοινωνιῶν.

Ἡ τραγικὴ εἰρωνεία εἶναι ὅτι, καθὼς ἄρχισε νὰ ἀποκρυσταλλώνεται τὸ ὅραμά του, τὸ Mundaneum εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ σβήνει. Ἡ βελγικὴ κυβέρνηση ἔχασε τὸ ἐνδιαφέρον της γιὰ τὴν ἕδρα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν ὅταν ἄρχισε νὰ ἀντιμετωπίζει οἰκονομικὰ προβλήματα. Τὸ 1940, ὅταν μπῆκαν οἱ ναζὶ στὸ Βέλγιο, ἦλθε ἡ χαριστικὴ βολή, καθὼς καταστράφηκαν ἑκατομμύρια κάρτες ἀποδελτίωσης. Ὁ Ὀτλὲ πέθανε, ἀποτυχημένος καὶ ἀπογητευμένος, τὸ 1944 καὶ πολὺ γρήγορα ἔσβησε ἀπὸ τὴ συλλογικὴ μνήμη τῆς ἀνθρωπότητας.

Ὁ πρόδρομος τοῦ Web 2.0 καὶ οἱ «ἔξυπνοι σύνδεσμοι»

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ὀτλέ, ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ πρόγραμμα τοῦ Mundaneum ἀφέθηκε ξεχασμένο, στὸ παλιὸ ἐργαστήριο Ἀνατομίας τοῦ Ἐλεύθερου Πανεπιστημίου στὸ πάρκο Λεοπόλδου μέχρι τὸ 1968. Τότε, ὁ νεαρὸς φοιτητὴς Μπόιντ Ρεϊγουὰρντ διάβασε μέρος τῆς ἐργασίας τοῦ Ὀτλὲ καὶ ἀνακάλυψε τὰ ἀρχεῖα ποὺ εἶχαν ἀπομείνει, ἀφοῦ ταξίδεψε στὸ παλιό, ἐγκαταλελειμμένο γραφεῖο τοῦ Ὀτλέ, στὶς Βρυξέλλες. Στὴ συνέχεια, ὁ Ρέιγουαρντ συνέβαλε στὴν ἀναγέννηση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὴ δουλειὰ τοῦ Ὀτλέ, κάτι ποὺ τελικὰ ὁδήγησε στὸ πρόγραμμα γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ μουσείου Mundaneum.

Σύμφωνα μὲ τοὺς εἰδικούς, τὸ Διαδίκτυο ποὺ ὁραματίστηκε ὁ Ὀτλὲ θὰ ἦταν μᾶλλον καλύτερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ διαθέτουμε. Εἶχε ὁραματιστεῖ, μεταξὺ ἄλλων, τοὺς «ἔξυπνους συνδέσμους», ποὺ δὲν θὰ συνέδεαν μόνο κείμενα – ὅπως συμβαίνει σήμερα- ἀλλὰ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναγνωρίσουν κατὰ πόσο κάθε ἔγγραφο «συμφωνεῖ ἢ διαφωνεῖ» μὲ τὰ ὑπόλοιπα.

Ἐπίσης, προέβλεψε τὶς δυνατότητες τῶν κοινωνικῶν δικτύων ποὺ θὰ ἐπέτρεπαν στοὺς χρῆστες «νὰ συμμετέχουν, χειροκροτοῦν, ἐπικρίνουν καὶ τραγουδοῦν σὰν σύνολο».

Κάποιοι ἀκαδημαϊκοὶ πιστεύουν ὅτι ὁ Ὀτλὲ ὁραματίστηκε τὸ Web 2.0 (συνεργατικὸ διαδίκτυο), ἕνα πλαίσιο διαχείρισης δεδομένων, στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν συγκεκριμένα θέματα. Καὶ αὐτό, ὅπως καὶ τὸ Mundaneum, προσέβλεπε στὴ δημιουργία ἐννοιολογικῶν σχέσεων μεταξὺ γεγονότων καὶ ἰδεῶν. Οἱ ἐπικριτές του, βέβαια, ὑποστηρίζουν ὅτι ἀπαιτεῖ τὴν ἐργασία ἐξειδικευμένων προγραμματιστῶν γιὰ τὴ δημιουργία ἑνοτήτων (τυποποιημένων περιγραφῶν ἐννοιῶν καὶ σχέσεων) ποὺ θὰ ἐπιτρέψουν στοὺς ὑπολογιστὲς νὰ ἀνταλλάσσουν δεδομένα μεταξύ τους. Τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸ ὅραμα τοῦ Ὀτλὲ ποὺ ἀπαιτοῦσε ἐκπαιδευμένους ὑπαλλήλους γιὰ τὴν καταγραφὴ καὶ κατάταξη σὲ κατηγορίες τῆς γνώσης τοῦ κόσμου.

Σήμερα τὸ Μundaneum παλεύει νὰ ἐπιβιώσει. Ὀργανώνονται ἐκθέσεις φωτογραφιῶν καὶ σύγχρονης τέχνης, ἀλλὰ καὶ πάλι ἐλάχιστοι εἶναι οἱ τουρίστες ποὺ διαβαίνουν τὸ κατώφλι του. Ἡ Μόνς, ὡστόσο, ἴσως καταφέρει νὰ μπεῖ στὸν ἱστορικὸ χάρτη τῆς τεχνολογίας. Πέρυσι μία νέα ἐπιχείρηση ποὺ ἔφτασε στὴν πόλη ἀνακοίνωσε ὅτι σχεδιάζει τὴ δημιουργία κέντρου δεδομένων στὴν ἄκρη της: Τὸ ὄνομά της; Google.