Τίτλος: Τί εἶναι ὁ Χρόνος;
Συγγραφέας: Lee Smolin
Κατηγορία: Ἐπιστημονικά Θέματα
Θέμα: Ἐπιστήμη, Χρόνος,
Πηγή/Έκδοση: www.physics4u.gr
Χρ. Έκδοσης:
Εννόημα
  • !

    Τί εἶναι λοιπὸν ὁ χρόνος; Εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο; Ὄχι, τὸ μεγαλύτερο μυστήριο πρέπει νὰ εἶναι, ὅτι ὁ καθένας μας εἶναι ἐδῶ γιὰ ἕνα σύντομο χρονικὸ διάστημα, καὶ αὐτὸ ποὺ τὸ Σύμπαν μᾶς ἐπιτρέπει στὸ πλαίσιο τῆς ὕπαρξής μας εἶναι νὰ θέτουμε τέτοιες ἐρωτήσεις. Καὶ νὰ μεταβιβάζουμε ἀπὸ παιδικὴ ἡλικία σὲ παιδικὴ ἡλικία τὴ χαρὰ τῆς ἀναζήτησης, τῆς ἐρώτησης καὶ τῆς μεταβίβασης τῆς γνώσης γιὰ τὸ τί ξέρουμε καὶ τί δὲν ξέρουμε.

Τί εἶναι ὁ Χρόνος;

Κάθε παιδὶ ποὺ πάει σχολεῖο μαθαίνει τί εἶναι ὁ χρόνος. Ἀλλὰ ἐπίσης γιὰ κάθε παιδὶ φτάνει μία στιγμή, ποὺ βρίσκεται ἀντιμέτωπο μὲ τὰ παράδοξα ποὺ γεννάει ἡ καθημερινή μας ἀντίληψη γιὰ τὸν χρόνο. Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουν καὶ ὁ ἴδιος παιδί, πὼς ξαφνικά μοῦ καρφώθηκε στὸ μυαλὸ ἡ ἐρώτηση ἂν ὁ χρόνος θὰ μποροῦσε νὰ τελειώνει κάπου ἢ νὰ συνεχίζεται ἐπ’ ἄπειρον. Πρέπει νὰ τελειώνει κάποτε, γιατί πῶς νὰ συλλάβουμε τὴν ἄπειρη παρουσία του ποὺ θὰ ἐκτείνεται μπροστά μας, ἂν ὁ χρόνος δὲν ἔχει τέλος; Ἀλλὰ πάλι ἂν ἔχει τέλος τί συμβαίνει ὕστερα;

Μελετῶ τὴν ἐρώτηση τί εἶναι ὁ χρόνος, κατὰ τὸ μεγαλύτερο διάστημα τῆς ἐνήλικης ζωῆς μου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχτῶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅτι δὲν βρίσκομαι κοντύτερα στὴν ἀπάντηση ἀπ\’ ὅτι ὅταν ἤμουν παιδί. Πράγματι μετὰ ἀπὸ αὐτὴ ὅλη τὴ μελέτη, δὲν νομίζω ὅτι μποροῦμε ν\’ ἀπαντήσουμε οὔτε στὴν ἁπλὴ ἐρώτηση: Τί πράγμα εἶναι αὐτὸς ὁ χρόνος; Ἴσως τὸ καλύτερο πράγμα ποὺ μπορῶ νὰ πῶ γιὰ τὸν χρόνο εἶναι νὰ ἐξηγήσω πῶς βάθυνε γιὰ μένα τὸ μυστήριο τοῦ χρόνου καθὼς προσπαθῶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσω. Νὰ ἕνα ἀκόμη παράδοξό τοῦ χρόνου, ποὺ τὸ ἀνακάλυψα μόνο ὅταν μεγάλωσα. Ὅλοι μας ξέρουμε ὅτι τὰ ρολόγια μετρᾶνε τὸ χρόνο. Ἀλλὰ τὰ ρολόγια εἶναι σύνθετα φυσικὰ συστήματα καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑπόκεινται σὲ ἀτέλειες, φθορὲς καὶ ἐξάντληση τῆς πηγῆς ἐνέργειάς τους. Ἂν πάρω δύο πραγματικὰ ρολόγια, τὰ συγχρονίσω καὶ τὰ ἀφήσω νὰ λειτουργήσουν, μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ θὰ διαφωνοῦν ὡς πρὸς τὸν χρόνο ποὺ δείχνουν.

Ποιὸ ἀπὸ αὐτὰ λοιπὸν μετράει τὸν ἀληθινὸ χρόνο; Ὑπάρχει πράγματι μόνο ἕνας ἀπόλυτος χρόνος, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ μετρεῖται μὲ ἀτέλειες ἀπὸ τὰ πραγματικὰ ρολόγια, εἶναι ὁ ἀληθινὸς χρόνος τοῦ Κόσμου; Μοιάζει πὼς μᾶλλον ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι, ἀλλιῶς τί νόημα ἔχει νὰ λέμε ὅτι ἕνα ρολόι πάει μπροστὰ ἢ πίσω; Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ πάλι, τί νόημα ἔχει νὰ λέμε ὅτι ὑπάρχει ἕνας ἀπόλυτος χρόνος, ἂν κανένας ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν μετρήσει μὲ ἀκρίβεια;

Ἡ πίστη σ\’ ἕναν ἀπόλυτο χρόνο γεννᾶ ἄλλα παράδοξα. Θὰ ὑπῆρχε ροὴ τοῦ χρόνου ἂν δὲν ὑπῆρχε τίποτα στὸ Σύμπαν; Ἂν κάθε τί σταματοῦσε, ἂν τίποτα δὲν ἐξελισσόταν, θὰ συνέχιζε νὰ ρέει ὁ χρόνος;

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἴσως δὲν ὑπάρχει ἕνας μοναδικὸς ἀπόλυτος χρόνος. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ χρόνος εἶναι μόνο ὅ,τι μετρᾶνε τὰ ρολόγια, καὶ καθὼς ὑπάρχουν πολλὰ ρολόγια τὰ ὁποῖα τελικὰ διαφωνοῦν, ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ χρόνοι. Χωρὶς ἕναν ἀπόλυτο χρόνο, μποροῦμε μόνο νὰ ποῦμε, ὅτι ὁ χρόνος ὁρίζεται σχετικὰ μὲ κάποιο ρολόι ποὺ ἐπιλέγουμε νὰ χρησιμοποιοῦμε.

Αὐτὸ σὰν ἰδέα φαίνεται ἑλκυστικό, διότι δὲν ἀπαιτεῖται νὰ πιστέψουμε σὲ κάποια ἀπόλυτη ροὴ τοῦ χρόνου τὴν ὁποία δὲν παρατηροῦμε. Μᾶς ὁδηγεῖ ὅμως σὲ κάποιο πρόβλημα ἂν γνωρίζουμε ἔστω καὶ λίγα ἀπὸ φυσική.

Ἕνα ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα ποὺ περιγράφει ἡ φυσικὴ εἶναι ἡ κίνηση, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τὴν ἔννοια τῆς κίνησης χωρὶς τὸ χρόνο. Ἔτσι ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου εἶναι βασικὴ γιὰ τὴ φυσική. Ἂς θεωρήσουμε τὸν πιὸ ἁπλὸ νόμο κίνησης ποὺ ἀνακαλύφθηκε ἀπὸ τὸν Γαλιλαῖο καὶ τὸν Καρτέσιο καὶ τυποποιήθηκε ἀπὸ τὸν Νεύτωνα. Ἕνα σῶμα στὸ ὁποῖο δὲν δρᾶ καμιὰ δύναμη, κινεῖται σὲ εὐθεία γραμμὴ μὲ σταθερὴ ταχύτητα. Ἂς μὴν ἀπασχοληθοῦμε ἐδῶ μὲ τὸ τί εἶναι ἡ εὐθεία γραμμή, (αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα τοῦ χώρου, τὸ ὁποῖο εἶναι τελείως ἀνάλογο μὲ τὸ πρόβλημα τοῦ χρόνου, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ θίξω ἐδῶ.) Γιὰ νὰ καταλάβουμε τί λέει αὐτὸς ὁ νόμος, χρειάζεται νὰ ξέρουμε τί σημαίνει νὰ κινεῖσαι μὲ σταθερὴ ταχύτητα. Ἡ ἔννοια αὐτὴ ἀπαιτεῖ τὴν ἔννοια τοῦ χρόνου, καθὼς κάτι κινεῖται μὲ σταθερὴ ταχύτητα ὅταν διανύει ἴσα διαστήματα σὲ ἴσους χρόνους.

Μποροῦμε τότε ν\’ ἀναρωτηθοῦμε: Ὡς πρὸς ποιὸ χρόνο εἶναι ἡ κίνηση σταθερή; Πρόκειται γιὰ τὸν χρόνο κάποιου ἰδιαίτερου ρολογιοῦ; Ἂν ναὶ, πὼς θὰ ξέρουμε ποιὸ ρολόι νὰ διαλέξουμε, ἀφοῦ ὅπως παρατηρήσαμε λίγο πρίν, ὅλα τὰ πραγματικὰ ρολόγια βαθμιαῖα θὰ ἀποσυγχρονιστοῦν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο. Ἢ μήπως ὁ νόμος ἀναφέρεται σὲ ἕναν ἰδανικὸ ἀπόλυτο χρόνο;

Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι υἱοθετοῦμε τὴν ἄποψη πὼς ὁ νόμος ἀναφέρεται σ\’ ἕναν ἰδανικὸ ἀπόλυτο χρόνο. Αὐτὸ λύνει τὸ πρόβλημα τῆς ἐπιλογῆς ρολογιοῦ, ἀλλὰ θέτει ἄλλο πρόβλημα ἀφοῦ κανένα ρολόι δὲν μετράει αὐτὸν τὸν φανταστικό, ἰδεατὸ χρόνο. Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε στ\’ ἀλήθεια σίγουροι ὅτι ἡ διατύπωση τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶναι σωστή, ἂν δὲν ἔχουμε πρόσβαση σ\’ αὐτὸν τὸν ἀπόλυτο ἰδεατὸ χρόνο; Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ διακρίνουμε ἂν κάποια φαινομενικὴ ἐπιτάχυνση ἢ ἐπιβράδυνση ἑνὸς σώματος ὀφείλεται στὴν ἀποτυχία τοῦ νόμου, ἡ ἁπλῶς στὴν ἀτέλεια τοῦ ρολογιοῦ ποὺ χρησιμοποιοῦμε;

Ὁ Νεύτωνας ὅταν διατύπωσε τοὺς νόμους τῆς κίνησης, διάλεξε νὰ λύσει τὸ πρόβλημα τῆς ἐπιλογῆς ρολογιοῦ, δεχόμενος τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἀπόλυτου χρόνου. Κάνοντας κάτι τέτοιο βρέθηκε ἀντίθετος μὲ τὴν ἄποψη ἄλλων συγχρόνων του, ὅπως ὁ Descartes καὶ ὁ Gottfried Leibniz, οἱ ὁποῖοι πρέσβευαν ὅτι ὁ χρόνος εἶναι μόνο μία ὄψη τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν πραγματικῶν ἀντικειμένων καὶ τῶν πραγματικῶν διαδικασιῶν στὸν Κόσμο. Ἴσως ἡ δική τους νὰ εἶναι ἡ καλύτερη φιλοσοφία, ἀλλὰ καθὼς ὁ Νεύτωνας ἦταν ἡ αὐθεντία τοῦ καιροῦ του, ἐπικράτησε ἡ ἄποψή του. Ὁ Albert Einstein, ὁ ὁποῖος κατέρριψε τὴν ἄποψη τοῦ Νεύτωνα γιὰ τὸν χρόνο, ἐπαινοῦσε τὸ θάρρος καὶ τὴν κρίση τοῦ Νεύτωνα νὰ πάει κόντρα σ\’ αὐτὸ ποὺ ἦταν ξεκάθαρα ἡ καλύτερη φιλοσοφικὴ ἐπιλογή, καὶ ἔκανε τὶς συγκεκριμένες ὑποθέσεις γιὰ νὰ ἐπινοήσει μία φυσικὴ ποὺ εἶχε νόημα.

Αὐτὴ ἡ διαμάχη, μεταξύ τῆς ἄποψης τοῦ χρόνου ὡς ἀπόλυτου καὶ προϋπάρχοντος, καὶ τοῦ χρόνου ὡς μίας ἀντανάκλασης τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν πραγμάτων, μπορεῖ νὰ δοθεῖ γλαφυρὰ μὲ τὸν παρακάτω τρόπο. Φαντασθεῖτε ὅτι τὸ Σύμπαν εἶναι μία σκηνὴ ὅπου ἕνα κουαρτέτο ἐγχόρδων ἤ ἕνα γκροὺπ τῆς τζὰζ πρόκειται νὰ παίξει. Ἡ σκηνὴ καὶ ἡ αἴθουσα εἶναι πρὸς τὸ παρὸν ἄδεια, ἀλλὰ ἐμεῖς ἀκοῦμε ἕνα τὶκ-τάκ, σὰν κάποιος νὰ ἔχει ξεχάσει μετὰ τὴν τελευταία δοκιμή, νὰ κλείσει ἕνα μετρονόμο, ποὺ βρίσκεται σὲ μία γωνιὰ τοῦ κοίλου τῆς ὀρχήστρας. Ὁ μετρονόμος ποὺ χτυπάει στὴν ἄδεια αἴθουσα εἶναι τὸ ἀντίστοιχό τοῦ φανταστικοῦ ἀπόλυτου χρόνου τοῦ Νεύτωνα, ὁ ὁποῖος προχωράει αἰώνια μὲ σταθερὸ ρυθμό, πρὶν καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ καθετὶ ποὺ ὑπάρχει πραγματικὰ ἤ συμβαίνει στὸ Σύμπαν. Οἱ μουσικοὶ εἰσέρχονται, τὸ Σύμπαν ξαφνικὰ δὲν εἶναι ἄδειο ἀλλὰ μπαίνει σὲ κίνηση, καὶ ἀρχίζουν νὰ παίζουν ὑφαίνοντας ὁ καθένας τὴ δική του ρυθμικὴ τέχνη. Τώρα ὁ χρόνος ποὺ εἰσέρχεται στὴ μουσική τους δὲν εἶναι ὁ ἀπόλυτος προϋπάρχων χρόνος τοῦ μετρονόμου. Εἶναι ἕνας σχετικὸς χρόνος βασισμένος στὴν ἀνάπτυξη πραγματικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν μουσικῶν φράσεων. Τὸ ξέρουμε ὅτι εἶναι ἔτσι ἐπειδὴ οἱ μουσικοὶ δὲν ἀκοῦνε τὸ μετρονόμο. Ἀκοῦνε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, καὶ ἀνάμεσα στὶς μουσικὲς ἐναλλαγές τους, παράγουν ἕνα χρόνο στὴ συγκεκριμένη θέση καὶ στὴν παροῦσα στιγμὴ μέσα στὸ Σύμπαν.

Ὅμως πάντα ὁ μετρονόμος βρίσκεται στὴ γωνιά του καὶ χτυπάει χωρὶς ν\’ ἀκούγεται ἀπὸ τοὺς μουσικούς. Γιὰ τὸν Νεύτωνα ὁ χρόνος τῶν μουσικῶν, ὁ σχετικὸς χρόνος δὲν εἶναι παρὰ μία σκιὰ τοῦ πραγματικοῦ, ἀπόλυτου χρόνου τοῦ μετρονόμου. Κάθε ρυθμὸς ποὺ ἀκούγεται, ὅπως καὶ ὁ χτύπος κάθε πραγματικοῦ φυσικοῦ ρολογιοῦ, ἀκολουθεῖ ἀτελῶς τὸν πραγματικό, ἀπόλυτο χρόνο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, γιὰ τὸν Leibniz καὶ ἄλλους φιλοσόφους, ὁ μετρονόμος εἶναι μία φαντασία ποὺ μᾶς τυφλώνει μπροστὰ σ\’ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει πραγματικά. Ὁ μόνος χρόνος εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑφαίνουν οἱ μουσικοὶ μὲ τὴν μουσική τους.

Ἡ διαμάχη μεταξὺ ἀπόλυτου καὶ σχετικοῦ χρόνου ἀντανακλᾶ τὴν ἱστορία τῆς φυσικῆς καὶ φιλοσοφίας καὶ ὀρθώνεται μπροστὰ μας στὶς μέρες μας, καθὼς προσπαθοῦμε νὰ καταλάβουμε ποιὰ ἔννοια τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου πρόκειται ν\’ ἀντικαταστήσει αὐτὴν τοῦ Νεύτωνα. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτος χρόνος, τότε οἱ νόμοι τῆς κίνησης τοῦ Νεύτωνα δὲν ἔχουν νόημα. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ τοὺς ἀντικαταστήσει πρέπει νὰ εἶναι ἕνα διαφορετικὸ εἶδος χρόνου ποὺ νὰ ἔχει νόημα ὅταν κανεὶς μετράει τὸν χρόνο μὲ ὁποιοδήποτε ρολόι. Αὐτὸ ποὺ μᾶς χρειάζεται εἶναι ἕνας \”δημοκρατικὸς\” μᾶλλον χρόνος, παρὰ ἕνας \”ἀριστοκρατικὸς\” χρόνος, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἔνδειξη ὁποιουδήποτε ρολογιοῦ ὅσο ἀτελὴς καὶ ἂν εἶναι, εἶναι ἰσότιμη μὲ ὁποιουδήποτε ἄλλου.

Ὁ Leibniz βέβαια δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ ἐπινοήσει ἕνα τέτοιο νόμο. Ὁ Einstein ὅμως μπόρεσε καὶ πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς μεγάλες ἐπιτυχίες τῆς Γενικῆς Θεωρίας τῆς Σχετικότητας, ὅτι βρέθηκε ἕνας τρόπος νὰ ἐκφράσουμε τοὺς νόμους κίνησης κατὰ τρόπο ὥστε νὰ ἔχουν νόημα ὁποιοδήποτε ρολόι καὶ ἂν χρησιμοποιήσει κανείς. Κατὰ παράδοξο τρόπο αὐτὸ γίνεται μὲ τὴν ἀπαλοιφὴ κάθε ἀναφορᾶς στὸ χρόνο μέσα στὶς βασικὲς ἐξισώσεις τῆς θεωρίας. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸν χρόνο γενικὰ καὶ ἀφηρημένα. Μποροῦμε μόνο νὰ περιγράφουμε πῶς ἀλλάζει τὸ Σύμπαν μὲ τὸν χρόνο ἂν ὅμως ποῦμε πρῶτα στὴ θεωρία, ἀκριβῶς ποιὲς πραγματικὲς φυσικὲς διαδικασίες θὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς ρολόγια γιὰ νὰ μετροῦν τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου.

Ἂν εἶναι ἔτσι λοιπὸν τὰ πράγματα, γιατί λέω πὼς δὲν γνωρίζω τί εἶναι πραγματικὰ ὁ χρόνος; Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι ἡ Γενικὴ Σχετικότητα εἶναι μόνο ἡ μισὴ ἐπανάσταση τῆς φυσικῆς του 20ου αἰώνα, γιατί ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἡ κβαντικὴ θεωρία. Καὶ ἡ κβαντικὴ θεωρία ποὺ ἀναπτύχθηκε ἀρχικὰ γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὶς ἰδιότητες τῶν ἀτόμων καὶ τῶν μορίων, χρησιμοποιεῖ τὴν σύμβαση τοῦ Νεύτωνα γιὰ ἕναν ἀπόλυτο χρόνο.

Ἔτσι στὴ θεωρητικὴ φυσικὴ ἔχουμε ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὄχι μία ἀλλὰ δύο θεωρίες. Τὴν Σχετικότητα καὶ τὴν Κβαντομηχανική, καὶ αὐτὲς βασίζονται σὲ διαφορετικὲς συμβάσεις γιὰ τὸν χρόνο.

Τὸ κεντρικὸ πρόβλημα τῆς θεωρητικῆς φυσικῆς ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι νὰ συνδυάσει τὴν Γενικὴ Σχετικότητα καὶ τὴν Κβαντομηχανικὴ σὲ μία ἑνιαία θεωρία τῆς φυσικῆς, ἡ ὁποία νὰ μπορεῖ τελικὰ ν\’ ἀντικαταστήσει τὴ Νευτώνεια θεωρία ποὺ ξεπεράστηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰώνα. Καὶ πράγματι τὸ ἐμπόδιο κλειδὶ γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε αὐτὸ εἶναι ὅτι οἱ δύο θεωρίες περιγράφουν τὸν Κόσμο μὲ διαφορετικὲς σημασίες τοῦ χρόνου. Ἂν κάποιος δὲν θέλει νὰ πάει πίσω καὶ νὰ στηρίξει αὐτὴ τὴν ἐνοποίηση στὴν παλιὰ Νευτώνεια σημασία τοῦ χρόνου, εἶναι καθαρὸ ὅτι πρέπει νὰ φέρουμε τὴν ἀντίληψη τοῦ Leibniz γιὰ τὸν χρόνο μέσα στὴν κβαντικὴ θεωρία. Κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ἀτυχῶς καὶ τόσο εὔκολο.

Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι ἡ κβαντικὴ μηχανικὴ ἐπιτρέπει πολλὲς διαφορετικὲς καὶ φαινομενικὰ ἀντιφατικὲς καταστάσεις νὰ ὑπάρχουν συγχρόνως, ὅσο αὐτὲς ὑπάρχουν σ\’ ἕνα εἶδος \”σκιᾶς\” δηλαδὴ \”δυνάμει πραγματικότητας\”. (Γιὰ νὰ τὸ ἐξηγήσω αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ γράψω ἄλλη μία πραγματεία μεγέθους ὅπως ἡ παροῦσα πάνω στὴν κβαντικὴ θεωρία). Αὐτὸ ἐφαρμόζεται ἐπίσης καὶ στὰ ρολόγια, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ γνωστὴ γάτα τοῦ Schrodinger τῆς κβαντικῆς θεωρίας, μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ μία κατάσταση ὥστε νὰ εἶναι συγχρόνως δυνάμει νεκρὴ καὶ δυνάμει ζωντανή. Παρόμοια ἕνα ρολόι μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ μία κατάσταση στὴν ὁποία αὐτὸ δουλεύει μὲ τὸν συνηθισμένο τρόπο ἀλλὰ συγχρόνως τρέχει καὶ πρὸς τὰ πίσω. Ἔτσι ἂν ὑπῆρχε μία κβαντικὴ θεωρία τοῦ χρόνου θὰ εἶχε νὰ κάνει ὄχι μόνο μὲ τὴν ἐλευθερία ἐπιλογῆς διαφορετικῶν φυσικῶν ρολογιῶν γιὰ νὰ μετροῦν τὸ χρόνο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ σύγχρονη παρουσία, τουλάχιστον δυνητικά, πολλῶν διαφορετικῶν ρολογιῶν. Τὸ πρῶτο, τὸ μάθαμε ἀπὸ τὸν Einstein πῶς νὰ τὸ κάνουμε. Τὸ δεύτερο ἔχει μέχρι τώρα ἀποδειχθεῖ ὅτι βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὴ φαντασία μας.

Ἔτσι τὸ πρόβλημα τί εἶναι ὁ χρόνος παραμένει ἄλυτο. Ἀλλὰ πρόκειται γιὰ κάτι ἀκόμα χειρότερο, ἀφοῦ ἡ σχετικότητα φαίνεται νὰ ἀπαιτεῖ ἄλλες μεταβολὲς στὴ σύλληψη τοῦ χρόνου. Μία ἀπὸ αὐτὲς ἀφορᾶ τὴν εἰσαγωγική μου ἐρώτηση, ἂν ὁ χρόνος μπορεῖ ν\’ ἀρχίζει ἢ νὰ τελειώνει ἢ ἂν ρέει αἰώνια. Ἡ Σχετικότητα πάντως εἶναι μία θεωρία στὴν ὁποία ὁ χρόνος μπορεῖ ν\’ ἀρχίζει καὶ νὰ σταματάει. Μία περίσταση στὴν ὁποία συμβαίνει κάτι τέτοιο εἶναι στὸ ἐσωτερικὸ μίας μαύρης τρύπας. Μία μαύρη τρύπα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κατάρρευσης ἑνὸς ἄστρου μεγάλης μάζας, ὅταν πιὰ ἔχουν τελειώσει ὅλα τὰ πυρηνικὰ καύσιμά του καὶ παύει νὰ παράγει ἐνέργεια ὡς ἄστρο. Ἅπαξ καὶ δὲν παράγει πιὰ θερμότητα, τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ συγκρατήσει ἕνα ἄστρο μεγάλης μάζας ἀπὸ τὴν κατάρρευση ποὺ προκαλεῖ ἡ ἴδια ἡ βαρυτικὴ ἕλξη τοῦ ἄστρου. Αὐτὴ ἡ διαδικασία αὐτοτροφοδοτεῖται, διότι ὅσο πιὸ μικρὸ γίνεται τὸ ἄστρο τόσο πιὸ ἰσχυρὴ εἶναι ἡ δύναμη μὲ τὴν ὁποία ἕλκονται μεταξύ τους τὰ μέρη του. Μία συνέπεια αὐτοῦ εἶναι ὅτι φθάνει σ\’ ἕνα σημεῖο στὸ ὁποῖο γιὰ νὰ διαφύγει κάτι ἀπὸ τὴ βαρυτικὴ ἕλξη τοῦ ἄστρου πρέπει νὰ κινεῖται ταχύτερα ἀπὸ τὸ φῶς. Ἐπειδὴ λοιπὸν τίποτα δὲν κινεῖται ταχύτερα ἀπὸ τὸ φῶς, τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ διαφύγει. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ τὸ ἀποκαλοῦμε μαύρη τρύπα, γιατί οὔτε ἀκόμα καὶ τὸ φῶς δὲν μπορεῖ νὰ διαφύγει ἀπ\’ αὐτό.

Παρόλα αὐτά, ἂς ἀφήσουμε αὐτὸ τὸ θέμα καὶ ἂς δοῦμε τί συμβαίνει στὸ ἴδιο τὸ ἄστρο. Μόλις γίνει ἀόρατο σέ μᾶς, χρειάζεται ἀκόμα λίγο χρόνο γιὰ νὰ συμπιεστεῖ τὸ ἄστρο στὸ σημεῖο ὅπου ἀπειρίζεται ἡ πυκνότητά του καὶ ἀπειρίζεται ἐπίσης καὶ τὸ βαρυτικό του πεδίο. Τὸ πρόβλημα εἶναι, τί συμβαίνει στὴ συνέχεια; Ἀλλὰ τί σημαίνει στ\’ ἀλήθεια ἡ φράση: \”στὴ συνέχεια\”; Ἂν ὁ χρόνος ἀποκτᾶ σημασία μόνο μὲ τὴν κίνηση τῶν φυσικῶν ρολογιῶν, τότε πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι ὁ χρόνος σταματάει στὸ ἐσωτερικὸ μίας μαύρης τρύπας. Διότι ὅταν τὸ ἄστρο φτάσει τὴν κατάσταση τῆς ἄπειρης πυκνότητας καὶ ἄπειρου βαρυτικοῦ πεδίου, καμιὰ περαιτέρω μεταβολὴ δὲν μπορεῖ νὰ συμβεῖ, καὶ καμιὰ φυσικὴ διεργασία δὲν μπορεῖ νὰ συνεχιστεῖ, ποὺ νὰ δίνει νόημα στὸν χρόνο. Ἔτσι ἡ θεωρία ἁπλὰ ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ χρόνος σταματάει.

Τὸ πρόβλημα εἶναι στὴν πραγματικότητα χειρότερο ἀπ\’ αὐτό, διότι ἡ Γενικὴ Σχετικότητα ἐπιτρέπει σὲ ὁλόκληρο τὸ Σύμπαν νὰ καταρρεύσει σὰν μαύρη τρύπα. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ χρόνος σταματάει παντοῦ. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἐπιτρέψει στὸν χρόνο νὰ ξεκινήσει. Στὴν πραγματικότητα ἔτσι ἐννοοῦμε τὸ Big Bang, τὴν πιὸ δημοφιλῆ σημερινὴ θεωρία γιὰ τὴν προέλευση τοῦ Σύμπαντος.

Ἴσως τὸ κεντρικὸ πρόβλημα ποὺ ἀντιμετωπίζουμε ὅλοι ἐμεῖς ποὺ προσπαθοῦμε νὰ συνδυάσουμε τὴν Σχετικότητα μὲ τὴν Κβαντομηχανικὴ νὰ εἶναι: τί συμβαίνει στὸ ἐσωτερικὸ μίας μαύρης τρύπας; Ἂν ὁ χρόνος πραγματικὰ σταματάει ἐκεῖ, τότε πραγματικὰ πρέπει νὰ σκεφτοῦμε ὅτι ὁ χρόνος σταματάει παντοῦ στὸ Σύμπαν ὅταν αὐτὸ καταρρεύσει. Ἀπεναντίας ἂν δὲν σταματάει, τότε πρέπει νὰ σκεφτοῦμε ἕναν ὁλόκληρο ἀέναο κόσμο, στὸ ἐσωτερικὸ μίας μαύρης τρύπας, ὁ ὁποῖος βρίσκεται γιὰ πάντα ἔξω ἀπὸ τὴν ὅρασή μας. Ἐπιπλέον αὐτὸ δὲν εἶναι ἕνα θεωρητικὸ πρόβλημα, διότι μία μαύρη τρύπα σχηματίζεται κάθε φορὰ ποὺ ἕνα ἀστέρι μεγάλης μάζας φτάνει στὸ τέλος τῆς ζωῆς του καὶ καταρρέει. Τὸ μυστήριο αὐτὸ λοιπὸν συμβαίνει κάπου στὸ ἀχανὲς Σύμπαν ποὺ παρατηροῦμε, ἴσως καὶ 100 φορὲς τὸ δευτερόλεπτο.

Τί εἶναι λοιπὸν ὁ χρόνος; Εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο; Ὄχι, τὸ μεγαλύτερο μυστήριο πρέπει νὰ εἶναι, ὅτι ὁ καθένας μας εἶναι ἐδῶ γιὰ ἕνα σύντομο χρονικὸ διάστημα, καὶ αὐτὸ ποὺ τὸ Σύμπαν μᾶς ἐπιτρέπει στὸ πλαίσιο τῆς ὕπαρξής μας εἶναι νὰ θέτουμε τέτοιες ἐρωτήσεις. Καὶ νὰ μεταβιβάζουμε ἀπὸ παιδικὴ ἡλικία σὲ παιδικὴ ἡλικία τὴ χαρὰ τῆς ἀναζήτησης, τῆς ἐρώτησης καὶ τῆς μεταβίβασης τῆς γνώσης γιὰ τὸ τί ξέρουμε καὶ τί δὲν ξέρουμε.