ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Παράνοια ἐξοπλιστικῆς ὑπεροχῆς, τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ


«Φεύγα, φεύγα, φεύγα είπε το πουλί. Το ανθρώπινο είδος δεν αντέχει πάρα πολλή πραγματικότητα» (Go, go, go said the bird, the human Kind cannot bear very much reality). Τα χρόνια φεύγουν και ο στίχος του T. S. Eliot, δημοσιευμένος το 1936, δεν χάνει τη φρεσκάδα – ενάργεια της ζωτικής αλήθειας, απορίας και πόθου.

Το ανθρώπινο είδος δεν αντέχει τον ρεαλισμό του αρρήτου, προτιμάει α-νόητες ψυχολογικές παραδοχές, διατηρεί επιφάσεις βεβαιοτήτων που θέλουν να τιθασεύσουν τον πανικό της άγνοιας. Η αδιέξοδη άγνοια είναι βασανιστική, όταν με τη χρηστική σκοπιμότητα της γλώσσας θέλουμε να σημάνουμε προσδοκίες ή ελπίδες ελευθερίας από τον θάνατο.

Στην ελληνική Ανατολή, τουλάχιστον στον λόγο (λογική και Τέχνη), σώζονται, ίσως, κάποιες σημαντικές (σήμανσης) δυνατότητες γνώσης της ύπαρξης ελεύθερης από τη νομοτέλεια χρόνου, χώρου, φθοράς και θανάτου. Αυτή η ελευθερία είναι αδύνατο να σημανθεί – κοινωνηθεί με τους όρους της χρηστικής συνεννόησης. Η γνώση μεταγγίζεται με τη χαρά της Γιορτής, το άσμα, τη δραματουργία, τη μουσική, την εικαστική γλώσσα. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ενδεικτικά, ότι η αλογία των πολέμων, της αδικίας και πλεονεξίας, της αυθαιρεσίας των αρχόντων και του βασανισμού των αδύναμων, οφείλεται (εμφανέστερα έστω) στον πλεονασμό του ρασιοναλισμού στη μεταφυσική και του νομικισμού στην ηθική.

Στη σημερινή Ελλάδα, η θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, η κατάλυση της αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας και η ολοκληρωτική εκχώρηση της εξουσίας στα κομματικά συμφέροντα, είναι όλα εμφανή συμπτώματα του κηρυγματικού ηθικισμού και της συνακόλουθης ατομοκρατίας. Η παγιωμένη πολιτική υπανάπτυξη, η κραυγαλέα αναξιοκρατία, η γάγγραινα της δημοσιοϋπαλληλικής ραστώνης, κραυγάζουν το κενό (απουσία) μιας οντολογίας της σχέσης. Να αφορά στην ύπαρξη η σχέση, όχι απλώς στη συμπεριφορά.

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και η οργανική του προέκταση στον κόσμο της ελληνορωμαϊκής Οικουμένης όριζε (και γνώριζε, όχι απλώς κατανοούσε) τη συνύπαρξη ως άθλημα ελευθερίας από το εγώ, ως αυταξία σχέσεων κοινωνίας. Και όταν πραγματική ύπαρξη είναι η ελευθερία των αγαπητικών σχέσεων, η ατομική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά, τότε το άσμα που βεβαιώνει ότι «ο θάνατος πατείται θανάτω» συνοψίζει τον θρίαμβο της αγάπης ως υπαρκτικής πληρότητας, ελευθερίας από κάθε υπαρκτικό περιορισμό.

Στο πεδίο της ύπαρξης η πρόκληση της ετερότητας – μοναδικότητας δεν πιστοποιείται ως αντι-κείμενο «έναντι», ενεργείται πάντοτε ως σχέση. Καταφανέστατη η περίπτωση του καλλιτέχνη: Το δημιουργικό υποκείμενο (ο μουσουργός, ο ζωγράφος, ο γλύπτης, ο ποιητής, ο αρχιτέκτονας) δεν μπορεί να οριστεί με κάποιο ονοματεπώνυμο, περιγραφές και μετρήσεις της φυσικής του παρουσίας – αυτά τα δεδομένα (data), όσο πληθωρικά κι αν είναι, παραπέμπουν σε περισσότερα του ενός άτομα, η μοναδικότητα δεν αντικειμενοποιείται στατικά.

Η αλήθεια της μοναδικότητας δεν κατανοείται, δεν αναπαράγεται, δεν ορίζεται με κοινά αναγνωρίσιμες «σταθερές». Η αλήθεια της μοναδικότητας βιώνεται μόνο ως σχέση, και η γνωστική (γνωστοποιός) σχέση φανερώνει τη γιγνόμενη (ενεργούμενη) μοναδικότητα του δεύτερου όρου της σχέσης. Η «γνησιότητα» της σχέσης είναι κατόρθωμα ελευθερίας από αναγκαιότητες ατομικής βουλιμίας, ιδιοτέλειας, απρόσωπων ενορμήσεων, κατακτητικού πόθου, κυριαρχικής επιβολής.

Ολες αυτές οι εγκεφαλικές αναλύσεις πρέπει να ήταν μάλλον περιττές σε κοινωνίες που λειτουργούσαν με αυτονόητη την προτεραιότητα της αλληλέγγυας συνύπαρξης – προείχε, αυτονόητα, η χαρά και το καύχημα της κοινότητας, η προτεραιότητα του κοινωνείν, όχι της θωράκισης ατομικών δικαιωμάτων. Δεν είναι μόνο πολιτικές οι δυνατότητες αναστροφής του ρεύματος, ανάσχεσης θεσμικής του ολοκληρωτικού ατομοκεντρισμού, έμπρακτης άρνησης της δυναστείας του cogito.

Οταν ωριμάσει ο απελπισμός μας, η κοινωνία θα γεννήσει αντιστάσεις στα κατεστημένα αδιέξοδα – η ζωή προχωράει όχι όταν αλλάζουν οι ιδέες, αλλά όταν μεταβάλλονται οι ανάγκες και, κυρίως, η ιεράρχηση των αναγκών. Τυραννία είναι το σύμπτωμα των ιδεολογικών συνταγών που θωρακίζουν την απληστία των συμφερόντων. Ολοι το βλέπουμε και το λέμε, αλλά μοιάζει η ιδιοτέλεια να είναι ακόρεστη, χάνει το μέτρο και της ανάγκης και της πλησμονής.

Το ελληνικό όνομα συμβατικά επιβιώνει. Το ελληνικό ήθος δεν μοιάζει να σώζεται, ικανό να ποδηγετήσει, να αντιταχθεί στην ιλιγγιώδη μέθη των εξοπλισμών, στην υστερία του βιομηχανοποιημένου θανάτου.

Πηγή: Ἐφημερίδα Καθημερινή, 1/5/2022

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.