Τίτλος: Θεοδικία
Συγγραφέας:
Κατηγορία: Κύρια κατηγορία
Θέμα:
Πηγή/Έκδοση: Ἐκ τῆς Θ.Η.Ε. τόμ.10, σελ.252-254
Χρ. Έκδοσης:
Εννόημα

Θεοδικία

Κάποτε ἦλθον εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Παχωμίου μερικοὶ Ἀσκηταὶ αἱρετικοὶ καὶ παρεκάλεσαν τοὺς Μοναχοὺς τοῦ θυρωρείου νὰ διαβιβάσουν εἰς τὸν Παχώμιον τὰς ἑξῆς:

Εἴμεθα ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὸν ἰδικόν μας Πατέρα πρὸς τὸν Γέροντα Παχώμιον νὰ τοῦ εἴπωμεν, ἐὰν πράγματι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔχει πεποίθησιν ὅτι τὸν ἀκούει ὁ Θεὸς ἂς ἔλθῃ μαζὶ μας διὰ νὰ περάσωμεν ἔτσι ὅπως εἴμεθα τὸν ποταμόν αὐτόν, βαδίζοντες ἐπάνω εἰς τὰ ὕδατά του, ὥστε νὰ ἀντιληφθοῦν ὅλοι ἐκ τοῦ θαύματος αὐτοῦ ποῖος ἔχει μεγαλυτέραν παρρησίαν πρὸς τὸν Θεόν.

Οἱ ἀδελφοὶ ἔσπευσαν καὶ ἀνέφεραν αὐτὰ εἰς τὸν Ὅσιον Παχώμιον ὅστις μὲ ἀγανάκτησιν τοὺς εἶπεν:

Θεωρήσατε σοβαρὰ αὐτὰ τὰ πράγματα, ὥστε νὰ καταδεχθῆτε νὰ τὰ προσέξετε; δὲν ἐμάθατε ἀκόμη ὅτι αὐτὰ δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν Θεόν, καὶ εἶναι ξένα πρὸς τὸν Μοναχισμὸν καὶ τὸν Χριστιανισμόν;

Κατόπιν οἱ ἀδελφοὶ ὑπέβαλαν τὴν κατωτέρω ἀπορίαν πρὸς τὸν ἅγιον Παχώμιον.

Πῶς λοιπὸν εἶχον τὴν τόλμην ἐνῷ εἶναι αἱρετικοὶ καὶ ξένοι ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, νὰ σὲ προσκαλέσουν εἰς τόσον ὑψηλὴν δοκιμασίαν, τὴν θαυματουργίαν αὐτήν;

Ναί, ἀκριβῶς· τὸ πρόβλημα αὐτό, τὸ νὰ ἴδωμεν δηλαδὴ ποῖος θὰ θαυματουργήσῃ καὶ νὰ συμπεράνωμεν ἐξ αὐτοῦ τὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ εἶναι φρόνημα αἱρετικόν. Αὐτοὶ κατὰ παραχώρησιν ἴσως Θεοῦ, θὰ ἠδύναντο νὰ διέλθουν τὸν ποταμόν ὡς διὰ ξηρᾶς. διότι θὰ τοὺς ἐβοήθει ὁ διάβολος· καὶ θὰ τοὺς ἐβοήθει διὰ νὰ «δικαιώσῃ» τὴν πλάνην τῆς ἀσεβείας των ἐνώπιον ἐκείνων, ποὺ στηρίζονται εἰς τοιαῦτα ἐξωτερικὰ κριτήρια. Μὲ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ τοιούτου θαύματος θὰ ἐνισχύετο ἡ πίστις πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς μερικῶν ποὺ ἔχουν ἀπατηθῇ ἀπὸ τὸν διάβολον. Εἰς ἐμένα ὅμως δὲν εἶναι ἀναγκαῖον τὸ θαῦμα διὰ νὰ πιστεύσω τὴν ἀλήθειαν.

Πηγαίνετε λοιπὸν νὰ εἴπητε εἰς τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς τὰ ἑξῆς:

Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Παχώμιος εἰς τὴν πρότασίν σας ἀπαντᾷ· ὁ ἀγών μου δὲν εἶναι πῶς νὰ περάσω τὸν ποταμόν χωρὶς νὰ βραχῶ, ἀλλὰ πῶς θὰ κατανοήσω τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς, μὲ τὴν βοήθειάν Του νὰ ἀποφύγω τὰς μεθόδους τοῦ πολυμηχάνου διαβόλου.


ΘΕΟΔΙΚΙΑ

Κρίσις τοῦ Θεοῦ περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθῳότητος τοῦ κατηγορουμένου, δι᾿ ὑπερφυσικῶν σημείων ἐκδηλουμένη, ἐν χρῆσει παρὰ τοῖς πρωτογόνοις λαοῖς

Ἐκτὸς τῶν ἐσωτερικῶν πειρασμῶν (ροπὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, κακαὶ ἕξεις, συνήθειαι πονηραὶ κλπ.), τῶν ἐξωτερικῶν πειρασμῶν (κακὸν παράδειγμα, κακαὶ συμβουλαί) καὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐπαγομένων ἢ ἐπιτρεπομένων πρὸς ἀνάδειξιν τῆς ἀρετῆς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουν καὶ ἄλλου τινὸς εἴδους περιασμοί, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἀπαγορεύει ἡ ἐντολὴ «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» (Δευτερ. στ´ 16). Ἐκπειράζειν τὸν Θεόν σημαίνει τὸ νὰ ὑποβάλλῃ τις τὸν Θεόν εἰς δοκιμασίαν, προκαλῶν αὐτόν νὰ φανερώσῃ μίαν ἢ περισσοτέρας τῶν ὑπερφυῶν αὐτοῦ ἰδιοτήτων κατὰ τρόπον ὑποκείμενον εἰς τὴν πεῖραν αὐτοῦ. Τοιοῦτος πειρασμὸς π.χ. εἶναι ἡ πρόκλησις τοῦ Θεοῦ, ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ἐνεργήσῃ θαῦμα τι, ἢ καταστροφὴν ὡς ἀπόδειξιν τῆς ὑπάρξεώς του. Ἐπίσης ἐκπειράζει τις τὸν Θεόν ὅταν ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου ἐκθέτῃ εἰς προφανῆ κίνδυνον τὴν ἰδίαν ζωὴν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σώσῃ αὐτόν θαυματουργικῶς (πρβλ. Ματθ. δ´ 6,7). Πᾶς τρόπος, δι᾿ οὗ πειρᾶται τις νὰ ὑποβάλῃ εἰς δοκιμασίαν τὸν Θεόν, δύναται νὰ ἐκφράζεται διὰ λόγου ἢ προσευχῆς ἢ προκλήσεως, μὲ τὴν σαφῆ πρόθεσιν νὰ βεβαιωθῇ ἐμπειρικῶς περὶ τῆς παντοδυναμίας ἢ περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ.

Τὸ ἐκπειράζειν τὸν Θεόν ἀποτελεῖ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν θανάσιμον ἁμάρτημα, ὡς σαφῶς διδάσκει ἡ Ἁγ. Γραφὴ (Ἔξ. ιζ´ 7, Δευτερ. στ´ 16, Ματθ. δ´ 7, Κορ. ι´ 9). Εἶναι ἀπόδειξις ἐλλείψεως σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεόν, διότι εἰς τὴν πραγματικότητα τὸ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὸν Θεόν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν πεῖραν ἡμῶν ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἀσέβειαν εἰς τὸν ὑπερθετικόν βαθμόν. Τὸ ὑποβάλλειν εἰς δοκιμασίαν τὸν Θεόν εἶναι προσέτι ἔκφρασις ἐλαττωματικῆς πίστεως, ἀσταθοῦς ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν θεῖον λόγον καὶ εἰς πλείστας περιπτώσεις νοσηρᾶς φιλοπεριεργείας. Ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, τὸ ἐκπειράζειν τὸν Θεόν εἶναι ταυτόσημον πρὸς θρασύτητα, ἀσέβειαν, βλασφημίαν καὶ τοῦτ᾿ αὐτὸ πρὸς αἵρεσιν, διότι ὁ θέλων νὰ ὑποβιβάσῃ τὸν Θεόν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων ἡ πειραματικὴ γνῶσις ἀποτελεῖ ἱκανοποίησιν τῆς περιεργείας αὐτοῦ, σημαίνει ὅτι ἔχει αἱρετικὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς οὐσίας καὶ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἐκπειράζειν τὸν Θεόν κατεδίκασεν αὐτὸς ὁ Χριστὸς ὡς ἁμαρτίαν θανάσιμον, ὅταν ἐπετίμησε τὸν Σατανᾶν προτείνοντα εἰς αὐτόν νὰ βάλῃ ἑαυτὸν κάτω ἐκ τοῦ πτερυγίου τοῦ ναοῦ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ὁ Θεὸς θὰ διατάξῃ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ νὰ ἄρουν αὐτόν εἰς τὰς χεῖρας των, ἵνα μὴ προσκόψῃ πρὸς λίθον τὸν πόδα του, εἰπὼν εἰς αὐτόν· «γέγραπται· οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» (Ματθ. δ´ 6-7).

Ἀλλ᾿ ἡ παράκλησις πρὸς τὸν Θεόν ὅπως ἐπιδείξῃ θαυμαστῶς τὴν εὔνοιαν του πρὸς τὸν παρακαλοῦντα εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις δὲν συνιστᾷ ἀναγκαίως πειρασμόν τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τὸν Θεόν ἐν πάσῃ ταπεινοφροσύνῃ θαυμαστόν τι σημεῖον ἐν ἐπειγούσῃ ἢ ἐξαιρετικῇ ἀνάγκῃ, ἔχοντες ἐν νῷ μόνον τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν σωτηρίαν ψυχῶν, οὐδόλως σημαίνει ὅτι ἐκπειράζομεν τὸν Θεόν. Τοῦτο εἶναι μᾶλλον πρᾶξις μαρτυροῦσα μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἀγαθότητα καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως, ὅταν τις παρακαλῃ τὸν Θεόν νὰ θεραπεύσῃ θαυματουργικῶς σοβαρὰν τινα νόσον, ἀπορρίπτῃ δὲ ἐντελῶς τὴν ἐκ τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης βοήθειαν, ὡς καὶ πᾶσαν ἐκ μέρους ἀνθρώπων δυνατὴν θεραπείαν, ἐκπειράζει τὸν Θεόν. Τέλος, ἡ παραμέλησις τῶν συνήθων μέσων καὶ τῶν ἀπαιτουμένων ἐνεργειῶν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος ἡμῶν νὰ προάγωμεν τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν ὡς χριστιανῶν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι θαυματουργικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Θεοῦ, συμφώνως πρὸς ἀφελῆ ἐμπιστοσύνην εἴς τινα ἀποκάλυψιν ἢ προσωπικὴν ἔμπνευσιν, δὲν ἀποτελεῖ τόσον πειρασμόν τοῦ Θεοῦ ὅσον ἀσύγνωστον ἔνοχον δεισιδαίμονα πίστιν καὶ παραμέλησιν τοῦ καθήκοντος.

Παραβάσεις βαρύταται τῆς ἐντολῆς «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» ἦσαν αἱ καλούμεναι θεοδικίαι κατὰ τὸν Μεσαίωνα, αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ τῆς ἀφελοῦς πεποιθήσεως ὅτι ὁ Θεὸς ὤφειλεν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ἐπεμβαίνει θαυματουργικῶς διὰ νὰ προστατεύῃ τὸν ἀθῶον, ἀποκαλύπτων τὴν ἀθωότητα αὐτοῦ, ἐὰν οἱ ἄνθρωποι ἐζήτουν τοῦτο. Κατὰ τὰς θεοδικίας ταύτας ὁ κατηγορούμενος ὑπεβάλλετο ὑπὸ τῶν δικαστῶν εἰς δοκιμασίαν τινά, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ εἶναι μονομαχία μετὰ τοῦ ἀντιδίκου, ἢ ἄρσις πεπυρακτωμένου σιδήρου διὰ γυμνῶν χειρῶν, ἢ βάδισις μὲ γυμνοὺς τοὺς πόδας ἐπὶ ἀνημμένων ἀνθράκων, ἢ ἡ βύθισις τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἐντὸς ζέοντος ὕδατος. Ἡ ἀθωότης αὐτοῦ ὑπετίθετο ὡς ἀποδειχθεῖσα ἐὰν οὗτος ἀπεδεικνύετο νικητής κατὰ τὴν μονομαχίαν, ἢ ἔμενεν ἀβλαβὴς κατὰ τὴν διὰ πυρὸς ἢ ὕδατος δοκιμασίαν.

Εἰ καὶ δύναταί τις νὰ κρίνῃ συγκαταβατικῶς πολλοὺς ἐπιβαλόντας τοιαύτας βαρβάρους δοκιμασίας ὡς πάσχοντας παχυλὴν ἄγνοιαν λόγῳ τῶν ἐπικρατουσῶν ἐσφαλμένων θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ἀντικειμενικῶς καὶ καθ᾿ ἑαυτὰς κρινόμεναι αἱ βασανιστικαὶ αὗται δοκιμασίαι συνίστων βαρυτάτας παραβάσεις τῆς ἐντολῆς ὅπως μὴ ἐκπειράζωμεν τὸν Θεόν. Ἐπίσης αἱ κατηγορίαι ἐναντίον ἀνθρώπων δι᾿ ἐγκλήματα χωρὶς σκιᾶς τινος ἀποδείξεως περὶ τῆς ἐνοχῆς των, μεθ᾿ ὧν συνεδέοντο αἱ θεοδικίαι ἐκεῖναι, ἦσαν ἀσύγγνωστοι ἁμαρτίαι κατὰ τῆς ἀνθρωπίνης καὶ τῆς θείας δικαιοσύνης. Ἐπὶ πλέον δὲ ἡ ὑποβολὴ εἰς βασανιστήρια, δι᾿ ὧν ἐτίθετο εἰς σοβαρόν κίνδυνον ἡ σωματικὴ ἀκεραιότης καὶ ἡ ζωὴ τῶν κατηγορουμένων, ἵνα διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀποδειχθῇ ἡ ἀθωότης ἢ ἐνοχὴ αὐτῶν, ἦτο διπλῆ ἀδικία. Παρὰ ταῦτα, λόγῳ τῆς παχυλῆς ἀγνοίας καὶ τῶν ἐν πολλοῖς πεπλανημένων περὶ θείου ἀντιλήψεων τῶν χρόνων ἐκείνων, αἱ θεοδικίαι διετηρήθησαν ἐπὶ μακρότατον χρόνον καὶ μόνον βαθμηδόν καὶ μετὰ πολλῆς δυσκολίας ἠδυνήθη ἡ Ἐκκλησία νὰ καταστείλῃ τὰς βαρβάρους ταύτας μεθόδους, αἵτινες ἀπετέλουν καθαρὰν διαστοφὴν τοῦ πνεύματος τῆς ἀληθοῦς θρησκείας καὶ τῶν ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης.