Εννόημα
  • !

    «Ἔτσι θὰ τοὺς βρεῖς καὶ δῶ».

Πῶς βλέπουμε τοῦ ἄλλους

Κάποτε στὴν ἄκρη ἑνὸς χωριοῦ ζοῦσε ἕνας γέρος. Μία μέρα ἕνας ταξιδιώτης ποὺ ἔφτασε στὸ χωριὸ ἀπὸ ἕνα μακρινὸ τόπο, πλησίασε τὸν γέρο καὶ ρώτησε: «Πῶς εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ»;

Ὁ γέροντας τὸν κοίταξε καὶ τὸν ρώτησε:

– «Πῶς βρίσκεις τοὺς ἀνθρώπους στὸ δικό σου τόπο;»

Ὁ ταξιδιώτης σάστισε λίγο καὶ μετὰ ἀπάντησε πὼς τὸ χωριὸ του ἦταν γεμάτο ἔγκλημα, βία κι ἐπιθετικότητα καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦταν ἐντελῶς ἀναξιόπιστοι.

Τότε ὁ γέροντας μουρμούρισε λυπημένα:

– «Νομίζω πὼς κι ἐδῶ τὰ ἴδια θὰ βρεῖς»

Πέρασε λίγος καιρὸς κι ἕνας ἑπόμενος ταξιδώτης σταμάτησε καὶ ρώτησε τὸν γέρο:

– «Πῶς εἶναι οἱ ἄνθρωποι στὸ χωριὸ αὐτό»;

Ἐκεῖνος ἀνταπάντησε πάλι:

– «Πῶς τοὺς βρίσκεις στὸ δικό σου τόπο»;

Ὁ ταξιδιώτης χαμογέλασε καὶ ξεκίνησε νὰ λέει στὸν γέρο πόσο φιλικοί, καλοσυνάτοι καὶ συμπονετικοὶ ἦταν οἱ κάτοικοι στὸ χωριό του.

Ὁ γέροντας τὸν κοίταξε, τοῦ χαμογέλασε πίσω καὶ τοῦ εἶπε:

– «Ἔτσι θὰ τοὺς βρεῖς καὶ δῶ».