Εννόημα
  • !

    Ἕνα ἄλλο ρῆμα ὡστόσο ποὺ δὲν ἀκούστηκε διόλου καὶ ποὺ θὰ ἀκούγεται στὸ ἑξῆς ὅλο καὶ λιγότερο, ἀνήκει σχεδὸν στὶς ἀπαγορευμένες λέξεις, εἶναι τὸ ρῆμα «διδάσκω». Ὅταν ὅμως μιὰ κοινωνία ἀφουγκράζεται τὰ παιδιὰ μὰ δὲν τὰ διδάσκει, σημαίνει ἁπλούστατα καὶ τραγικότατα ὅτι δὲν ἔχει τίποτε νὰ τοὺς πεῖ, δὲν ἔχει κάτι νὰ τοὺς παραδώσει.

  • !

    Στὴ σχολικὴ γλώσσα ἡ διδασκαλία λέγεται σοφὰ καὶ παράδοση, τὸ «παραδίδω» εἶναι συνώνυμο τοῦ «διδάσκω». Αὐτὸ ἀκριβῶς ἄλλωστε σημαίνει διδάσκω: παραδίδω στοὺς μαθητὲς γνώσεις, ἀλήθειες, ἀξίες καί, κυρίως, τοὺς παραδίδω ἕναν κόσμο ὁλόκληρο, τὸν κόσμο ποὺ παρέλαβα ἀπὸ τοὺς πατέρες. Ἡ ἐκπαίδευση ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἴμαστε θνητοὶ καὶ πρέπει κάπου νὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο μας, πρέπει σὲ κάποιους νὰ τὸν παραδώσουμε καὶ νὰ τοὺς ἑτοιμάσουμε νὰ τὸν παραλάβουν.

  • !

    Ὁ Τζαὶμ Σεμπροὺν (Jaime Semprun) στὸ βιβλίο του L’Abime se repeuple (1997) γράφει τὸ ἑξῆς: Ὅταν ὁ οἰκολόγος πολίτης ἰσχυρίζεται ὅτι θέτει τὸ πιὸ ἐνοχλητικὸ ἐρώτημα «ποιόν κόσμο θὰ ἀφήσουμε στὰ παιδιά μας;» ἀποφεύγει νὰ θέσει ἕνα ἄλλο πραγματικὰ ἀνησυχητικὸ ἐρώτημα: «Σὲ τί εἴδους παιδιὰ θὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο;». Ὁ Jean-Claude Michea, στὸν ὁποῖο διαβάζω τὸ παράθεμα, θεωρεῖ πὼς «αὐτὸ εἶναι στὸ ἑξῆς τὸ ἐκπληκτικὸ ἐρώτημα».

  • !

    Ἂν πάντως οἱ τρυφεροὶ ἀφουγκραστὲς εἶχαν πράγματι τὴν ἱκανότητα νὰ ἀφουγκραστοῦν, τότε ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἄκουγαν εἶναι πὼς τὰ παιδιὰ δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ βροῦν στὸ πρόσωπο τοῦ δασκάλου (καὶ τοῦ ἐνηλίκου ἐν γένει) τὸν ὅμοιο καὶ τὸν ἀδελφό τους -τὸν ὑποκριτὴ δηλαδή, κατὰ τὸν ἀκροτελεύτιο προλογικὸ στίχο τοῦ Μπωντλαίρ ἀλλὰ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τὰ διδάξει μὲ γνώση καὶ κύρος, ἕναν ἄνθρωπο μὲ ὑπόσταση καὶ ὄχι ἀέρα, κάποιον δηλαδὴ μὲ τὸν ὁποῖο νὰ ἀξίζει τὸν κόπο καὶ νὰ συγκρουστοῦν.

  • !

    Εἰπώθηκε κατὰ κόρον ὅτι τὸ σχολεῖο εἶναι βαρετὸ καὶ πληκτικό. Πολλὰ τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀναφύονται ἀπὸ αὐτὴ τὴ μομφή. Κατ’ ἀρχὰς τί ἀκριβῶς εἶναι πληκτικό, τὸ μάθημα, τὸ βιβλίο, ὁ δάσκαλος; Ἀποκλείεται νὰ εἶναι ὁ μαθητὴς βαριεστημένος καὶ ἀδιάφορος; Ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ διδασκαλία, αἴφνης, τῆς Γραμματικῆς τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει συναρπαστική; Εἶναι δυνατὸν κάθε μάθηση νὰ γίνει εὐχάριστη, σὰν παιχνίδι;

  • !

    Δὲν ἔχω ἀσφαλῶς τίποτε ὑπὲρ τῆς πλήξεως, ἀλλὰ τὸ σχολεῖο λούνα-πὰρκ ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι στὸ μυαλό τους δὲν εἶναι σχολεῖο. Δὲν μπορεῖ ὅλα σὲ τούτη τὴ ζωὴ νὰ θέλουμε νὰ γίνουν ἕνα παιδικὸ πάρτι γενεθλίων. Τὸ σχολεῖο ἔχει παιδεμό.

Σημειώσεις γιὰ τὸ σχολεῖο

Ἕνα ρῆμα ποὺ εἶχε, ἀπροσδόκητα, πολὺ ὑψηλὰ ποσοστὰ χρήσης τὶς μέρες τῆς κρίσης τοῦ Δεκεμβρίου 2008 ἦταν τὸ ρῆμα «ἀφουγκράζομαι» καὶ ἡ προτρεπτικὴ ὑποτακτικὴ «νὰ ἀφουγκραστοῦμε τὰ παιδιά». Νὰ σημαίνει κάτι ἄραγε τούτη ἡ λεξιλογικὴ καὶ συντακτικὴ ἐπιλογή; Νομίζω πὼς ὅσοι τὴν ἔκαναν ἐννοοῦσαν ἢ ὑπονοοῦσαν ὅτι τὰ παιδιὰ ἔχουν μέσα τους τὴν ἀλήθεια, εἴτε τὴν ἐκφράζουν καθαρὰ εἴτε τὴν ψελλίζουν ἀδέξια, καὶ ἂν στήσουμε προσεκτικὰ τὸ αὐτί μας θὰ τὴν ἀκούσουμε, θὰ τὴ συλλάβουμε.

Τὰ παιδιὰ τὰ ξέρουν ὅλα, ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὅπως ἔλεγε καὶ ἐκεῖνο τὸ δημοφιλὲς τραγουδάκι, καὶ δὲν ἀπομένει σέ μᾶς τοὺς ἐνήλικους παρὰ νὰ τὰ ἀκούσουμε μὲ προσοχή, δηλαδὴ νὰ τὰ ἀφουγκραστοῦμε. Ἐντέλει, τὰ παιδιὰ εἶναι ἀθῶα, τίμια, εἰλικρινῆ, σοφά. Ἂς ἐνωτισθοῦμε τὴ μυστικὴ φωνή τους.

Ἕνα ἄλλο ρῆμα ὡστόσο ποὺ δὲν ἀκούστηκε διόλου καὶ ποὺ θὰ ἀκούγεται στὸ ἑξῆς ὅλο καὶ λιγότερο, ἀνήκει σχεδὸν στὶς ἀπαγορευμένες λέξεις, εἶναι τὸ ρῆμα «διδάσκω». Ὅταν ὅμως μιὰ κοινωνία ἀφουγκράζεται τὰ παιδιὰ μὰ δὲν τὰ διδάσκει, σημαίνει ἁπλούστατα καὶ τραγικότατα ὅτι δὲν ἔχει τίποτε νὰ τοὺς πεῖ, δὲν ἔχει κάτι νὰ τοὺς παραδώσει.

Στὴ σχολικὴ γλώσσα ἡ διδασκαλία λέγεται σοφὰ καὶ παράδοση, τὸ «παραδίδω» εἶναι συνώνυμο τοῦ «διδάσκω». Αὐτὸ ἀκριβῶς ἄλλωστε σημαίνει διδάσκω: παραδίδω στοὺς μαθητὲς γνώσεις, ἀλήθειες, ἀξίες καί, κυρίως, τοὺς παραδίδω ἕναν κόσμο ὁλόκληρο, τὸν κόσμο ποὺ παρέλαβα ἀπὸ τοὺς πατέρες. Ἡ ἐκπαίδευση ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἴμαστε θνητοὶ καὶ πρέπει κάπου νὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο μας, πρέπει σὲ κάποιους νὰ τὸν παραδώσουμε καὶ νὰ τοὺς ἑτοιμάσουμε νὰ τὸν παραλάβουν.

Ὁ Τζαὶμ Σεμπροὺν (Jaime Semprun) στὸ βιβλίο του L’Abime se repeuple (1997) γράφει τὸ ἑξῆς: Ὅταν ὁ οἰκολόγος πολίτης ἰσχυρίζεται ὅτι θέτει τὸ πιὸ ἐνοχλητικὸ ἐρώτημα «ποιόν κόσμο θὰ ἀφήσουμε στὰ παιδιά μας;» ἀποφεύγει νὰ θέσει ἕνα ἄλλο πραγματικὰ ἀνησυχητικὸ ἐρώτημα: «Σὲ τί εἴδους παιδιὰ θὰ ἀφήσουμε τὸν κόσμο;». Ὁ Jean-Claude Michea, στὸν ὁποῖο διαβάζω τὸ παράθεμα, θεωρεῖ πὼς «αὐτὸ εἶναι στὸ ἑξῆς τὸ ἐκπληκτικὸ ἐρώτημα».

Ὅσο θὰ λιγοστεύουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀναλαμβάνουν τὴν εὐθύνη τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς παράδοσης, καὶ θὰ πληθαίνουν οἱ ἀφουγκραστές, τόσο τὸ παραπάνω ἐρώτημα θὰ γίνεται ἐκπληκτικότερο καὶ ἡ ὑπονοούμενη ἀπάντηση θὰ ἔρχεται ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὴν πραγμάτωση.

Ἂν πάντως οἱ τρυφεροὶ ἀφουγκραστὲς εἶχαν πράγματι τὴν ἱκανότητα νὰ ἀφουγκραστοῦν, τότε ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἄκουγαν εἶναι πὼς τὰ παιδιὰ δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ βροῦν στὸ πρόσωπο τοῦ δασκάλου (καὶ τοῦ ἐνηλίκου ἐν γένει) τὸν ὅμοιο καὶ τὸν ἀδελφό τους -τὸν ὑποκριτὴ δηλαδή, κατὰ τὸν ἀκροτελεύτιο προλογικὸ στίχο τοῦ Μπωντλαίρ ἀλλὰ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τὰ διδάξει μὲ γνώση καὶ κύρος, ἕναν ἄνθρωπο μὲ ὑπόσταση καὶ ὄχι ἀέρα, κάποιον δηλαδὴ μὲ τὸν ὁποῖο νὰ ἀξίζει τὸν κόπο καὶ νὰ συγκρουστοῦν.

Εἰπώθηκε κατὰ κόρον ὅτι τὸ σχολεῖο εἶναι βαρετὸ καὶ πληκτικό. Πολλὰ τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀναφύονται ἀπὸ αὐτὴ τὴ μομφή. Κατ’ ἀρχὰς τί ἀκριβῶς εἶναι πληκτικό, τὸ μάθημα, τὸ βιβλίο, ὁ δάσκαλος; Ἀποκλείεται νὰ εἶναι ὁ μαθητὴς βαριεστημένος καὶ ἀδιάφορος; Ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ διδασκαλία, αἴφνης, τῆς Γραμματικῆς τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει συναρπαστική; Εἶναι δυνατὸν κάθε μάθηση νὰ γίνει εὐχάριστη, σὰν παιχνίδι;

Ἔχω λοιπὸν τὴν ἐντύπωση, γιὰ νὰ μὴν πολλαπλασιάζω ἄσκοπα τὰ ἐρωτήματα, ὅτι ὅσοι προσάπτουν στὸ σχολεῖο τὴ μομφὴ αὐτὴ ἔχουν στὸ μυαλό τους κάτι πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὸ ὑπάρχον: ἕνα σχολεῖο χωρὶς προσπάθεια, χωρὶς μόχθο, μία παιδεία χωρὶς παιδεμό. Ἁπλούστατα, δὲν γίνεται.

Θὰ ὑπάρχει πάντα ἕνα μεγάλο ποσοστὸ ὄχι ἁπλῶς κόπου ἀλλὰ καὶ ἀπωθητικῆς ἀγγαρείας κατὰ τὴ μάθηση. Δὲν μπορεῖ κάθε μάθηση νὰ εἶναι σὲ ὅλες τὶς στιγμές της συναρπαστική. Οἱ μαθητὲς (καὶ οἱ γονεῖς τους) ἄλλωστε τὸ ξέρουν πολὺ καλὰ αὐτὸ καὶ τὸ ἀποδέχονται, ὅταν πρόκειται γιὰ τὶς ξένες γλῶσσες, τὴ μουσικὴ ἢ τὸν χορὸ ποὺ μαθαίνουν ἐκτός τοῦ ὑποχρεωτικοῦ δημόσιου σχολείου. Ἔμαθε ποτὲ κανεὶς μιά ξένη γλώσσα χωρὶς κοπιαστικὴ ἀγγαρεία; Ἂν δὲν τὸ ἀποδέχονται ὅταν πρόκειται γιὰ τὸ ὑποχρεωτικὸ σχολικὸ πρόγραμμα, αὐτὸ ὀφείλεται στὴν κρίση τῆς κοινωνικῆς λειτουργίας τοῦ σχολείου, οἱ ρίζες καὶ ἡ λύση τῆς ὁποίας ὅμως βρίσκονται ἔξω ἀπὸ αὐτό.

Δὲν ἔχω ἀσφαλῶς τίποτε ὑπὲρ τῆς πλήξεως, ἀλλὰ τὸ σχολεῖο λούνα-πὰρκ ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλοι στὸ μυαλό τους δὲν εἶναι σχολεῖο. Δὲν μπορεῖ ὅλα σὲ τούτη τὴ ζωὴ νὰ θέλουμε νὰ γίνουν ἕνα παιδικὸ πάρτι γενεθλίων. Τὸ σχολεῖο ἔχει παιδεμό.