Τίτλος: Στιγμές τοῦ μέσου Βυζαντίου μέσα ἀπό πηγές
Συγγραφέας:
Κατηγορία: Βυζαντινή Ἱστορία
Θέμα:
Πηγή/Έκδοση: ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
Χρ. Έκδοσης:
Εννόημα

Στιγμές τοῦ μέσου Βυζαντίου μέσα ἀπό πηγές

Ἡ κατάληψη τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Πέρσες (614) μέσα ἀπὸ τὴ διήγηση ἑνὸς βυζαντινοῦ μοναχοῦ

     "(Οἱ Πέρσες) ἀγωνίστηκαν εἴκοσι μέρες. Καὶ χτυποῦσαν τόσο βίαια μὲ τὶς βαλλίστρες τους ποὺ τὴν εἰκοστὴ πρώτη μέρα γκρέμισαν τὰ τείχη τῆς πόλης. Στὴ συνέχεια οἱ κακοὶ ἐχθροὶ μπῆκαν στὴν πόλη μὲ μεγάλη μανία, σὰν ἐξαγριωμένα ἄγρια ζῶα καὶ ἐρεθισμένα φίδια[…] Σὰν λυσσασμένα σκυλιὰ ξέσκιζαν μὲ τὰ δόντια τους τὴ σάρκα τῶν πιστῶν, καὶ δὲ σέβονταν κανένα, οὔτε ἄνδρα οὔτε γυναίκα, οὔτε νέο οὔτε γέρο, οὔτε παιδὶ οὔτε μωρό, οὔτε ἱερέα οὔτε μοναχό, οὔτε παρθένα οὔτε χήρα…"
 
F., Conybeare, "Antiochus Strategos Account of the Sack ofJerusalem (614)", English Historical Review 25 (1910) σ. 506-7.
 
 
Ὁ Μιχαὴλ Ψελλὸς γιὰ τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο Β’ (976-1025)
 
     "Στοὺς περισσότερους ἀνθρώπους τῆς γενιᾶς μας, ποὺ γνώρισαν τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο, ὁ βασιλιὰς αὐτὸς ἔδινε τὴν ἐντύπωση ἑνὸς στρυφνοῦ καὶ ἄξεστου στὴ συμπεριφορὰ ἀνθρώπου, ὀξύθυμου, ἐπίπονου, λιτοδίαιτου, ποὺ ἀποστρεφόταν κάθε εἴδους μαλθακότητα. Ὅπως ὅμως ἐγὼ ὁ ἴδιο συμπέρανα ἀπὸ τοὺς ἱστορικοὺς ποὺ ἔγραψαν γι’ αὐτόν, δὲν ἦταν καθόλου τέτοιος κατ’ ἀρχάς, ἀλλὰ ἀπὸ μία ζωὴ φιλήδονη καὶ τρυφηλή, μεταβλήθηκε σὲ ἄνθρωπο ἐνεργητικότατο, σὰν νὰ ἐστύφισαν τὸν χαρακτήρα του οἱ περιστάσεις, ἀφοῦ τόνωσαν τὴ δύναμή του καὶ ἀποδυνάμωσαν τὴ χαυνότητα, μεταμορφώνοντας ὅλη του τὴ ζωή."

"Χρονογραφία", κέφ.4 μετάφραση Β. Καραλής, ἔκδ. Ἄγρωστις Ἀθήνα 1992, σ. 45-6
 
 
Ἡ καταδίκη τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Βογομίλων Βασιλείου ἀπὸ τὸν Ἀλέξιο A’Κομνηνο (1081-1118)
 
     "Τὸν Βασίλειο ὅμως, ποὺ ἦταν ὄντως ὁ ἀρχηγὸς τῆς αἱρέσεως καὶ ὁλωσδιόλου ἀμετανόητος, ὅλα τὰ διακεκριμένα μέλη τῆς ἱερᾶς συνόδου καὶ οἱ ἐπιφανεῖς μοναχοὶ κι ὁ ἴδιος ὁ τότε πατριάρχης Νικόλαος τὸν ἔκριναν ἄξιο τῆς πυρᾶς. Μ’ αὐτοὺς συμφώνησε κι ὁ αὐτοκράτορας γιατί πολλὲς φορὲς εἶχε συζητήσει μαζί του κι εἶχε διαγνώσει πόσο ἐπικίνδυνος ἄνθρωπος ἦταν καὶ πόσο ἦταν προσηλωμένος στὴν αἵρεση. Πρόσταξε λοιπὸν ν’ ἀνάψουν στὸν ἱππόδρομο μία τεράστια φωτιά…Κι ἡ φλόγα, σὰν νὰ ἦταν ὀργισμένη ἐναντίον του, τόσο γρήγορα προχώρησε τρώγοντας τὶς σάρκες τοῦ ἀσεβοῦς, ὥστε οὔτε κνίσσα βγῆκε καθόλου οὔτε ἄλλαξε μορφὴ ὁ καπνὸς καὶ μόνο μία λεπτὴ γραμμὴ καπνοῦ φάνηκε ἀνάμεσα στὶς φλόγες". 

Ἄννα Κομνηνή, Ἀλεξιάς, τ. Β’, Ἀθήνα 1994(μετάφραση Ἀλόη Σιδέρη).
 
 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ συνθήκη εἰρήνης τῆς Δεαβόλεως (1108), ὅπως τὴν παραδίδει ἡ Ἄννα Κομνηνὴ 
 
(Ὁ Ροβέρτος Γϋισκάρδος πρὸς τὸν Ἀλέξιο)
     "Τώρα ὅμως, ποὺ ἔρχομαι σὲ σένα τρόπον τινα μετανοημένος σὰν ψαρὰς ποὺ τὸν χτύπησε τὸ ψάρι κι ἔβαλε μυαλό, ἀφοῦ μόνο μὲ τὸ δόρυ σου ἔχω συνετιστεῖ, κι ἐπίσης μὲ τὴν ἀνάμνηση τῶν μαχῶν ἐκείνου τοῦ καιροῦ καὶ τῆς ἥττας ποὺ ἔχω ὑποστεῖ, ἀποφασίζω νὰ κλείσω νέα συμφωνία μὲ σένα τὸν αὐτοκράτορα, βάσει τῆς ὁποίας γίνομαι ὑποτελής τῆς μεγαλειότητάς σου καί, γιὰ νὰ ἐξηγηθῶ σαφέστερα καὶ λεπτομερέστερα, οἰκέτης καὶ ὑποχείριος, ἐπειδὴ καὶ σὺ εἶσαι πρόθυμος νὰ μοῦ παράσχεις τὴν προστασία σου καὶ ἐπιθυμεῖς νὰ μὲ κάνεις ὑποτελῆ σου".

Ἄννα Κομνηνή, Ἀλεξιάς, τ. Β’, Ἀθήνα1994 (μετάφραση Ἀλόη Σιδέρη).
 

Ὁ Κωνσταντῖνος Θ’ Μονομάχος (1042-1055) ἱδρύει τὸ ναὸ τοῦ ἉγίουΓεωργιου τῶν Μαγγάνων
 
     "Ἡ ὑπόθεση τῆς κατασκευῆς του δὲν ἄρχισε μὲ φιλόδοξα σχέδια καὶ γιὰ τοῦτο δὲν χρειάζεται νὰ ἀναφέρω τίποτα. Στὴν ἀρχή, ἔμοιαζε μὲ ἐκκλησία ποὺ δὲν θὰ ἔπαιρνε μεγάλες διαστάσεις, ἀφοῦ οἱ θεμέλιοι λίθοι του ἦταν μετρίου μεγέθους, τὸ ἐπιστηριζόμενο κτίριο ἀνάλογο καὶ τὸ ὕψος ὄχι ἰδαίτερα ὑψηλό. Μόλις πέρασε ὅμως λίγος καιρός, φιλοδοξίες μεγάλες τὸν πυρπόλησαν νὰ συναγωνισθεῖ ὅλες τὶς προγενέστερες οἰκοδομὲς καὶ ἐπιπλέον νὰ τὶς ὑπερκεράσει ὅλες κατὰ πολύ. Ἔτσι, ὅλο καὶ μεγαλύτερος περίβολος ἄρχισε νὰ κυκλώνει τὸ ναὸ καὶ τὰ παλαιὰ θεμέλια εἴτε ἀνεσκάπτοντο καὶ ἐνισχύονταν εἴτε πάλι χώνονταν ἀκόμα βαθύτερα. Πάνω τους στήνονταν κίονες μεγαλύτεροι καὶ πλήρεις διακοσμήσεων καὶ ὅλα ἐκτελοῦνταν μὲ περισσότερη χλιδή: ἡ ὀροφὴ ἐπαλειφόταν μὲ χρυσό, λίθοι μὲ πράσινο χρῶμα ἀστραφτερὸ πότε στρώνονταν στὸ δάπεδο καὶ πότε ἁρμόζονταν στοὺς τοίχους, ἐνῶ σειρὲς καινούργιες ἔλαμπαν ἡ μία πάνω στὴν ἄλλη, τοῦ ἴδιου χρώματος ἤ καὶ διαφορετικοῦ γιὰ νὰ προκαλεῖ ἀντίθεση. Ὅσο τέλος γιὰ τὸ χρυσάφι, αὐτὸ ἔτρεχε ἀπὸ τὸ δημόσιο ταμεῖο σὰν ρυάκι κελαρυστὸ ἀπὸ ἀστείρευτες πηγές.
     […] Ἂν κάποιος ἤθελε νὰ ψέξει τὸ μέγεθος τῆς ἐκκλησίας, σταματοῦσε ἀμέσως ζαλισμένος ἀπὸ τὴν ἀνυπέρβλητη ὀμορφιά της: γιατί τὸ κάλλος της διαφαινόταν σὲ κάθε μέρος τῆς μεγάλης ἐκείνης κατασκευῆς, ὥστε ἡ ὀμορφιὰ νὰ διαχέεται καὶ στὸν ὑπόλοιπο χῶρο. Κανένας, τέλος δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπισκοπήσει ὅλους τους ἐσωτερικοὺς κήπους οὔτε μὲ τὸ βλέμμα οὔτε κἄν μὲ τὴ φαντασία του".

Μιχαὴλ Ψελλός, Χρονογραφία, ἔκδ. Κανάκη, Ἀθήνα 1996, κέφ. 185-186, σέλ. 149-153(μετάφραση Βρ. Καραλής).
 
 
Συμβουλὲς ποὺ φανερώνουν ὅτι ὑπῆρχε πρόβλημα ἐπαναστατικῶν κινήσεων στὸ Βυζάντιο τὴν περίοδο 1025-1081
 
     "Ἂν κάποιος ἐπαναστατήσει καὶ ἀναγορεύει τὸν ἑαυτὸ του αὐτοκράτορα, νὰ μὴ συνταχθεῖς μαζί του, ἀλλὰ νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ αὐτόν. Κι ἂν μπορεῖς νὰ τὸν πολεμήσεις καὶ νὰ τὸν καταβάλεις, πολέμησε ὑπὲρ τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τῆς γενικῆς εἰρήνης· ἂν ἀντίθετα δὲ μπορεῖς νὰ τὸν πολεμήσεις, νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ αὐτόν, ὅπως εἶπα, κι ἀφοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους σου γίνεις κύριος κάποιου ὀχυροῦ, νὰ γράψεις στὸν αὐτοκράτορα καὶ νὰ ἀγωνίζεσαι ὅσο μπορεῖς νὰ τοῦ προσφέρεις ὑπηρεσία, γιὰ νὰ τιμηθεῖς κι ἐσὺ καὶ τὰ παιδιά σου καὶ οἱ ἄνθρωποί σου. Ἂν πάλι δὲ διαθέτεις ἀνθρώπους γιὰ νὰ καταλάβεις κάποιο ὀχυρό, νὰ ἐγκαταλείψεις τὰ πάντα καὶ νὰ καταφύγεις στὸ βασιλιά".
 
Κεκαυμένος, Στρατηγικόν,Εἰσαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Δήμ. Τσουγκαράκης, Ἀθήνα 1993, 212.
 
 
Συμβουλὲς γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν στρατιωτῶν καὶ ἐνδείξεις γιά τά προβλήματα ποὺ δημιουργοῦσαν οἱ μισθοφόροι (11oς αἰώνας)

     "Τοὺς στρατιῶτες σου νὰ τοὺς φροντίζεις πολύ. Νὰ μὴν τοὺς περικόπτεις τὸ μισθό τους, γιατί ὁ στρατιώτης ποὺ πληρώνεται ἀπὸ σένα σοῦ πουλάει τὸ αἷμα του. Νὰ τοὺς δίνεις ἀξιώματα, ὄχι βέβαια σὲ ὅλους, ἀλλὰ στοὺς δραστήριους. Οἱ ξένοι καὶ οἱ Ρωμαῖοι ποὺ ὑπηρετοῦν στὴν αὐτοκρατορικὴ φρουρά, νὰ μὴ στεροῦνται τίποτε, ἀλλὰ νὰ λαμβάνουν τὰ σιτηρέσιά τους ἀνελλιπῶς κάθε μήνα καὶ τὶς ζωοτροφές τους καὶ τοὺς μισθοὺς τους ὁλόκληρους. Νὰ τοὺς ἀμοίβεις καὶ δὲν πρόκειται νὰ σὲ ἐπιβουλευτοῦν. Ἀν ὅμως στεροῦνται, σίγουρα θὰ θελήσουν νὰ πᾶνε ἐκεῖ ὅπου θὰ μπορέσουν νὰ χορτάσουν, κι ἂν πᾶνε, θὰ γίνουν ἄσπονδοι ἐχθροί σου".
 
Κεκαυμένος, Στρατηγικόν, Εἰσαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Δημ.Τσουγκαράκης, Ἀθήνα 1996, σελ. 248.
 
 
Περιγραφὴ γεγονότων, ἐνδεικτικῶν τοῦ κλίματος ποὺ ἐπικρατοῦσε στη διοίκηση τῆς αὐτοκρατορίας (11oς αἰώνας)
 
     "Στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχεις στὴν ὑπηρεσία σου, νὰ παραγγέλλεις νὰ μὴν ἀδικοῦν τοὺς ἄλλους οὔτε νὰ προστατεύουν ἀνθρώπους πονηροὺς καὶ ἐχθρούς τῆς ἀλήθειας […].Τέτοιος ἦταν λοιπὸν ὁ μακαρίτης αὐτοκράτορας Μιχαήλ: ἦταν κοσμημένος μὲ μεγάλες ἀρετές, ἀλλὰ εἶχε καὶ στενοὺς συγγενεῖς πολλοὺς καὶ φτωχούς, τοὺς ὁποίους φρόντιζε ὁ Ὀρφανοτρόφος. Αὐτὸς ἦταν ἀδελφὸς τοῦ αὐτοκράτορα καὶ διοικοῦσε τὸ παλάτι. Θέλοντας λοιπὸν νὰ τοὺς κάνει πλούσιους, τοὺς ἔδωσε τὸ ἐλεύθερο νὰ διαρπάζουν τὶς ξένες περιουσίες, χωρὶς ὁ αὐτοκράτορας νὰ ξέρει τίποτα γιὰ αὐτὸ […]. Ἔτσι ἐξαιτίας τους ἔγινε μισητὸς στοὺς περισσότερους ἐκεῖνος ὁ θαυμάσιος ἄνθρωπος, ὁλοφάνερα ἀπὸ τὶς ἀδικίες τῶν συγγενῶν του, καὶ ὅλοι τὸν καταριοῦνταν νὰ σβήσει ἡ γενιά του. Πρᾶγμα ποὺ δὲν ἄργησε νὰ συμβεῖ. Διότι ὅταν ἐκεῖνος πέθανε εἰρηνικὰ καὶ ἐν μετανοίᾳ, ἀνέβηκε στὸ θρόνο ὁ ἀνεψιός του. Ἐναντίον του ὅμως ξεσηκώθηκε ὅλη ἡ πόλη κι ὅσοι ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες βρέθηκαν ἐκεῖ, βρίσκοντας πρόφαση ὅτι ἐξόρισε τὴ θεία του, τήν αὐτοκράτειρα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χαθεῖ καὶ ὁ ἴδιος καὶ τὸ σόι του μέσα σὲ μιά μέρα. Καὶ τὸν διαδέχτηκε στὸ θρόνο ὁ Μονομάχος, ποὺ κατέστρεψε καὶ ἐρήμωσε τὴ βασιλεία τῶν Ρωμαίων…"
 
Κεκαυμένος, Στρατηγικόν,Εἰσαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Δημ. Τσουγκαράκης, Ἀθήνα 1996, σελ.258-262.
 
  
 
Γεωργικὸς Νόμος
 
 
     "Ἂν ἕνας ἀγρότης μπεῖ σ’ ἕνα χωράφι χωρὶς τὴ γνώση τοῦ ἰδιοκτήτη καὶ ὀργώσει ἤ σπείρει, νὰ μὴν λάβει οὔτε τὴν ἀμοιβὴ γιὰ τὸ ὄργωμα ἤ οὔτε μέρος τῆς σοδειᾶς γιὰ τὴ σπορά-ὄχι, οὔτε τὸ σπόρο ποὺ ξόδεψε.
Ἂν δυὸ ἀγρότες συμφωνήσουν μεταξὺ τους μπροστὰ σὲ τρεῖς ἡ τέσσερις μάρτυρες νὰ ἀνταλλάξουν τὰ χωράφια τους καὶ συμφωνοῦσαν σὲ ὅλη τή διάρκεια τῆς συζήτησης, ἡ ἀποφασιστικότητα καὶ ἡ ἀνταλλαγή τους νὰ μείνουν σταθερὲς καὶ σίγουρες καὶ ἀπρόσβλητες.
      Ἂν δυὸ ἀγρότες, ὁ A καὶ ὁ B, συμφωνήσουν νὰ ἀνταλλάξουν τὰ χωράφια τους γιὰ τὴν περίοδο τῆς σπορᾶς καὶ ὁ A ἀναθεωρήσει, τότε, ἂν ὁ σπόρος ἔχει ριχθεῖ, δὲν μποροῦν νὰ ἀναθεωρήσουν. Ἀλλὰ ἂν ὁ σπόρος δὲν ἔχει πέσει μποροῦν νὰ ἀναθεωρήσουν. Ἀλλὰ ἂν ὁ Α΄ δὲν ἔχει ὀργώσει ἐνῶ ὁ Β ἔχει ὀργώσει, ὁ Α΄ θὰ ὀργώσει ἐπίσης".

W. Ashburner, "The Farmer’s Law", Journal of Hellenic Studies 32 (1912), 87-95
Ἀπό: D. Geanakoplos, Byzantium. Church, Society and Civilization Seen through Contemporary Eyes, Chicago 1986, 231 κ.ἐξ.
 
 
Γιὰ τὴν κατασκευὴ πιθαριῶν
 
     "Δὲν εἶναι ὅλα τὰ χώματα κατάλληλα γιὰ τὴν κατασκευὴ κεραμεικῶν, ἀλλὰ κάποιοι θεωροῦν καλύτερο τὸν κόκκινο πηλό, ἄλλοι τὸν λευκό, καὶ ἄλλοι ἀναμειγνύουν καὶ τοὺς δυὸ […]. Κάποιοι ἀρκοῦνται,  ὅταν δοκιμάζουν ἂν τὸ πιθάρι ἔχει ψηθεῖ καλά, στὸ νὰ τὸ χτυπήσουν καὶ νὰ δοῦν ἂν ἀποδίδει ὀξὺ καὶ δυνατὸ ἦχο.  Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετὸ ἀλλὰ πρέπει ὁ κατασκευαστὴς νὰ προνοεῖ καὶ νὰ κατεργάζεται
καλὰ τὸν πηλὸ καὶ νὰ μὴν τὸ νἀφήνει νὰ ἀνέλθει στὸν τροχὸ πρὶν αὐτὴ τὴν καλὴ κατεργασία…"
 
Γεωπονικά,
H., Beckh, Geoponica sive Cassiani Bassi scholastici De re rustica eclogae, Leipzig 1895, 3.
 
 
Γιὰ τὴν ἀποθήκευση τοῦ κρασιοῦ καὶ τὸ στήσιμο τῶν πιθαριῶν

     "Τὰ (ἀποθηκευτικά) πιθάρια πρέπει στὸ σπίτι νὰ τοποθετοῦνται σὲ ξηρὰ μέρη καὶ ἔτσι ὥστε, ἂν τὸ ντόπιο κρασὶ (ποὺ ἔχουν μέσα) εἶναι ἀσθενὲς καὶ λεπτὸ καὶ ἐλαφρύ, τὰ πιθάρια νὰ βρίσκονται καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρὲς τους μέσα στὸ ἔδαφος, ἐνῶ ἂν τὸ κρασὶ εἶναι δυνατὸ καὶ παχύ, νὰ βρίσκονται μέσα στὸ ἔδαφος μόνο κατὰ τὸ ἥμισυ. Καὶ κάτω ἀπὸ κάθε πιθάρι πρέπει νὰ μπαίνει ἄμμος χοντρὴ καὶ ξηρή…"

Γεωπονικά,
H., Beckh, Geoponica sive Cassiani Bassi scholastici De re rustica eclogae, Leipzig 1895, 2.
 
 
Βυζαντινὸ κτηματολόγιο,  ἀπὸ τὸ πρακτικὸ ποὺ παραχωρεῖ στὸ μέγα δομέστικο Δούκα ἕνα κτῆμα στὴν περιοχὴ τῶν Ἀλωπεκῶν (1073)
 
     "Ἄλλο περιβόλι μὲ τὸ χωράφι τὸ λεγόμενο Ἀριβάλη, ποὺ εἶναι δρυμὸς τοῦ κτήματος Ὀλύνθου. Λιβάδι τοῦ κτήματος (ἐκτάσεως) περίπου 40 μοδίων (ὁ μόδιος ἰσοδυναμοῦσε μὲ 889 ὡς 1280 τ.μ.). Σπόρος γιὰ σπορὰ ποὺ βρέθηκε στὸ κτῆμα: σιτάρι 260 μόδιοι (ἐδῶ ὁ μόδιος εἶναι μέτρο ὄγκου, ποὺ τυπικὰ δεχόμαστε ὅτι ἰσοδυναμεῖ μὲ 20 περίπου κιλά), κριθάρι 150 μόδιοι, φάβα 5 μόδιοι, λιναρόσπορος 5 μόδιοι […] Δυὸ ζευγάρια βουβάλια καὶ ἕνα ζευγάρι βόδια ποὺ βρέθηκαν καὶ παραδόθηκαν (στὸν Ἀνδρόνικο), δυὸ ἄροτρα μὲ ὅλο τους τὸν ἐξοπλισμὸ […] Ὅσο γιὰ τοὺς δούλους, κανείς, ἐπειδὴ ἔχουν πεθάνει […] Οἱ πάροικοι τοῦ κτήματος τῆς Βάρεως: Γεώργιος ὁ Τσικός, ἔχει γυναίκα Ἄννα, γιὸ Ἰωάννη, (χωράφι) ἑνὸς βοδιοῦ, ἀκτήμων (ἡ πτωχότερη κατηγορία χωρικοῦ τὸν 11ο αἰώνα), (πληρώνει φόρο) ἑνάμισυ (χρυσό) νόμισμα […] Ἄννα, χήρα τοῦ Χασάνη, ἔχει κόρη Μαρία, γαμπρὸ Λέοντα, ἕνα ζευγάρι (βόδια), μία φοράδα, (φόρο) τρία νομίσματα. Μιχαὴλ Χηνάριος, ἔχει γυναίκα Ἄννα, ἕνα ζευγάρι (βόδια), τρία ἀργὰ (βόδια δηλαδὴ ποὺ δὲν δουλεύουν), μία φοράδα, ἕνα γαϊδούρι, 14 χοίρους, (φόρο) τρία νομίσματα καὶ δέκα μιλιαρίσια (ἀργυρὸ νόμισμα ποὺ ἀκόμη ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν τὸ 1/12 τοῦ νομίσματος)".
 
Miklosich, F.-Mueller, J., Acta et diplomata graeca, 6:6 κ.ἔ., Βιέννη 1860-90 (μετάφραση Δημήτρης Τσουγκαράκης).
 
 
Στρατός: τὰ τάγματα καὶ οἱ ξένοι μισθοφόροι
 
     "Θὰ ἀπαλλάσσεται λοιπὸν καὶ ὅλο τὸ προαναφερόμενο νησὶ (Πάτμος) καὶ τὸ ἴδιο τὸ μοναστήρι μὲ ὅλα του τὰ κτήματα ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση νὰ στρατωνίζει ἀξιωματικοὺς τῶν ταγμάτων καὶ θεμάτων, τόσο Ρωμαίους ὅσο καὶ ξένων σωμάτων δηλαδὴ Ρώσους, Βαράγγους, Κουλπίγγους (αἰνιγματικὸ λαὸ ταυτιζόμενο μὲ τοὺς Κολμπιάγκι τοῦ Ρωσικοῦ Δικαίου), Ἰγγλίνους (‘Ἀγγλους), Φράγκους, Νεμίτσους (Γερμανούς), Βουλγάρους, Σαρακηνούς, Ἀλανούς, Ἀβασγοὺς (Ἀπχάζιους), Ἀθανάτους καὶ ὅλους τους ὑπόλοιπους Ρωμαίους καὶ ξένους"
.
Miklosich, F.-Mueller, J., Acta et diplomata graeca, 6:6 κ.ἔ., Βιέννη 1860-90
Ἀπό: Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein Α., ἈλλαγὲςστὸνΒυζαντινὸπολιτισμὸκατὰτὸν 11οκαὶ 12οαἰώνα, Ἀθήνα 1997, 447 (μετάφρασηΔημήτρηΤσουγκαράκη).
 
 
Ὁρισμὸς τοῦ ἀγρίδιου.
 
     "Ἕνας ἀγρὸς εἶναι ἕνα πρᾶγμα καὶ ἕνα ἀγρίδιον (μικρὸςἀγρός) ἕνα ἄλλο. Γιατί ὁ ἀγρὸς εἶναι ὅλη ἡ βελτιωμένη (καλλιεργούμενη) ἔκταση, ἐνῶ ἕνα ἀγρίδιο εἶναι ἕνα ξεχωριστὸ τμῆμα τῆς μεγάλης ἔκτασης γῆς τοῦ χωριοῦ, τὸ ὁποῖο (τμῆμα) ἔχει ἐπίσης καὶ ξεχωριστή καλλιέργεια (ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ἔκταση). Γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται "ἀγρίδιον" (μικρὸς ἀγρός) γιὰ εὐκολία, ὅπως λέμε "πόλη" καὶ "μικρὴ πόλη".
 
C. Brand, "Two Byzantine Treatises on Taxation", Traditio 25 (1969), 49-50.
Ἀπό: Geanakoplos, Byzantium. Church, Society and Civilization Seen through Contemporary Eyes, Chicago 1986, 234 κ.ἐξ.
 
 
Νομοθεσία Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνoυ (976-1025) ὑπὲρ τῶν πενήτων.
 
     "Δημοσιεύσαμε τὴν παροῦσα νομοθεσία, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴ μιά μεριὰ ἐπανορθώνει (τὶς ἀδικίες τῶν δυνατῶν πάνω στοὺς πένητες) ποὺ ἔχουν ἤδη γίνει ἀλλά, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐπίσης χαλιναγωγεῖ τοὺς σημερινοὺς δυνατοὺς καὶ τοὺς ἀπαγορεύει νὰ ἐπιχειρήσουν τέτοια πράγματα (ἐπιθέσεις στοὺς φτωχούς) στὸ μέλλον, ἐφόσον τώρα ἔχουν τὴ γνώση ὅτι αὐτοὶ (οἱ δυνατοί) δὲν θὰ βροῦν καμία βοήθεια ἀπὸ τὴν πηγὴ αὐτὴ (ἐμᾶς). Ὄχι μόνον οἱ ἴδιοι θὰ ἀπογυμνωθοῦν ἀπὸ τὴν περιουσία ποὺ ἀνήκει σὲ ἄλλους ἀλλὰ τὸ ἴδιο θὰ κάνουν καὶ τὰ παιδιά τους ἤ ὁποιοσδήποτε γίνει κληρονόμος τους".

Jus Graecoromanum,
I., Π. Ζέπου, Νεαραὶ καὶ Χρυσόβουλλα τῶν μετὰ τὸν Ἰουστινιανὸν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων, τ. 1, Ἀθῆναι 1931, 263-67.
 
 
 
 
Περιγραφὴ ἁρματοδρομίας ἀπὸ τὸν ἄραβα ἱστορικὸ τοῦ 11ου αἰώνα Marvazi
 
     "Ἀπὸ πρὶν ἑτοιμάζουν εὐκίνητα καὶ γυμνασμένα ἄλογα καὶ βγάζουν ἔξω ὀκτὼ ἄλογα. Ἔχουν ἐπίσης ἕτοιμα δυὸ μεγάλα ἅρματα στολισμένα μὲ χρυσάφι. Σὲ καθένα ἀπὸ αὐτὰ προσδένονται τέσσερα ἄλογα, καὶ πάνω τους παίρνουν θέση δυὸ ἄντρες ντυμένοι μὲ χρυσοΰφαντα ροῦχα. Ἔπειτα ἀφήνουν τὰ ἄλογα νὰ φύγουν, σπιρουνιάζοντάς τα μέχρι νὰ φτάσουν στις δύο πύλες. Ἔξω ἀπὸ αὐτὲς ὑπάρχει ἕνας χῶρος μὲ εἴδωλα καὶ ἀγάλματα καὶ οἱ ἡνίοχοι πρέπει νὰ περιστραφοῦν γύρω τους τρεῖς φορὲς ἀγωνιζόμενοι μεταξύ τους. Ὅποιος νικήσει φορτώνεται μὲ δῶρα. Ἂν νικήσει ἡ ὁμάδα τοῦ βασιλιᾶ, αὐτὸ εἶναι λόγος χαρᾶς καὶ καλὸς οἰωνός, καὶ λέγεται: " Ἡ νίκη θὰ εἶναι δική μας κατὰ τῶν Μουσουλμάνων". Ἄν ὡστόσο νικήσει ἡ ὁμάδα τῆς αὐτοκράτειρας, ὁ αὐτοκράτορας τὸ ἐκλαμβάνει ὡς κακὸ οἰωνὸ καὶ λέει, "Οἱ Μουσουλμάνοι θὰ μᾶς νικήσουν". Ἀποκαλοῦν αὐτὴ τὴν ἡμέρα "μέρα τοῦ ἱπποδρόμου".

V. Minorsky, "Marvazi on theByzantines", στὸ: Melanges H. Gregoire, Annuaire de l’ Institut dephilologie et d’ histoire orientales et slaves 10 (1950) σ. 462.
 
 
Περιγραφὴ θεατρικῆς παράστασης στὸ Βυζάντιο τὸ 1200
 
     "Τότε ὁ αὐτοκράτορας […] σχεδίασε παράσταση στὸ παλάτι τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου διέταξε νὰ μεταφερθοῦν οἱ ἱππικοὶ ἀγῶνες. Ἔτσι λοιπόν, οἱ φυσοῦνες στήθηκαν στὴν αὐλὴ σὰν κορύνες, κι ἕνας εὐνοῦχος μασκαρεύτηκε σὲ ἔπαρχο πόλης […] Αὐτὸς λοιπὸν ἀφοῦ ζώστηκε διαμπερῶς ἕνα πλέγμα ἀπό λυγαριές, ποὺ στὴν καθομιλουμένη λέγεται ξύλινο γαϊδούρι, σκεπασμένο μὲ ἕνα σκέπασμα χρυσοστολισμένο, μπῆκε στὸ αὐτοσχέδιο θέατρο […] Ὕστερα ἀπὸ λίγο πάλι, ὅπως παλιὰ οἱ ἠθοποιοὶ τῶν δραμάτων, ἔβγαλε τὴ στολή τοῦ καβαλάρη ἐπάρχου καὶ ἄρχισε νὰ παριστάνει τὸν μαππάριο (τὸν ἀφέτητου ἀγώνα). Κι αὐτοὶ ποὺ παρίσταναν τοὺς δρομεῖς δὲν ἦταν τίποτε ἀγοραῖοι ἤ τοῦ δρόμου, ἀλλὰ νεαροὶ ἀριστοκράτες, ποὺ μόλις ἔβγαζαν γένια. Παρακολουθοῦσαν λοιπὸν αὐτὰ τὰ θεατρικὰ καὶ ἀστεῖα παιχνίδια ὁ αὐτοκράτορας καὶ ἡ αὐτοκράτειρα, οἱ ἐπίσημοι συγγενεῖς τους καὶ οἱ στενοί τους ἀκόλουθοι, ἐνῶ σὲ ὅλους τούς ἄλλους εἶχε ἀπαγορευτεῖ ἡ εἴσοδος. Καθὼς ἔφτανε ἡ ὥρα ποὺ θὰ ἔτρεχαν αὐτοὶ ποὺ θὰ ἔπαιρναν μέρος στὸν ἀγώνα, ὁ εὐνοῦχος ποὺ παρίστανε τὸν μαππάριο ἦρθε στη μέση, γύμνωσε τὰ μπράτσα του, ἔβαλε στὸ κεφάλι του μιάν ἀσημένια κούπα καὶ κάλεσε τρεῖς φορὲς τοὺς νεαροὺς νὰ ἀγωνιστοῦν. Ἕνας νεαρὸς εὐγενής, ποὺ κατεῖχε σπουδαῖο τίτλο, στεκόταν πίσω του καὶ τὸν χτυποῦσε πλαταγιαστὰ μὲ τὴν πατούσα στὸν πισινὸ καὶ τὰ μεριά του, κάθε ποὺ ἐκεῖνος ἔσκυβε γιὰ νὰ δώσει τὸ σύνθημα τῆς ἐκκίνησης".
 
Νικήτας Χωνιάτης, Χρονικὴ Διήγησις,
Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein, Α., Ἀλλαγὲς στὸν Βυζαντινὸ πολιτισμὸ κατὰ τὸν 11ο καὶ 12οαιωνα, Ἀθήνα 1997, σ. 417-418 (μετάφραση Δ. Τσουγκαράκης).
 
 
Ὁ Μιχαὴλ Ψελλὸς γιὰ τὴν αὐτοκράτειρα Ζωὴ (1042): μία ἀρωματοποιὸς τοῦ Βυζαντίου.
 
     "Τὶς γυναικεῖες δουλειὲς ἡ Ζωὴ τὶς ἀπέφευγε συστηματικά: οὔτε τὸ ἀδράχτι ἔπιασε ποτὲ στὰ χέρια της, οὔτε βέβαια κάθισε νὰ ὑφάνει, οὔτε κάποιο ἄλλο γυναικεῖο ἔργο. Ἀδιαφοροῦσε μάλιστα ἐντελῶς ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς καλλωπισμοὺς ποὺ ταιρίαζαν σὲ αὐτοκράτειρα-δὲν ξέρω ἂν τὸ ἔκανε αὐτὸ καὶ στὰ νιάτα της, πάντως στὰ γεράματά της ἀπέβαλε ἐντελῶς κάθε φιλαρέσκεια. Τὸ μόνο ποὺ τὴν ἐνδιέφερε καὶ τὸ μόνο γιὰ τὸ ὁποῖο ξόδευε ὅλη της τὴν ἐνεργητικότητα ἦταν πῶς νὰ μεταλλάξει τὶς φύσεις τῶν ἀρωμάτων, νὰ φτιάχνει ἀρώματα, νὰ τά ἐπινοεῖ, νὰ τὰ βελτιώνει καὶ νὰ τὰ ἐπεξεργάζεται. Ἔτσι ὁ ἰδιαίτερος κοιτώνας της δὲν εἶχε καλύτερη ἐμφάνιση ἀπὸ τὰ ἐργαστήρια τῆς ἀγορᾶς, ὅπου χειρώνακτες καὶ οἱ σιδεράδες δουλεύουν τὴ φωτιά, γιατί καὶ στὸ δωμάτιο της ἔκαιγαν γύρω γύρω πολλὰ μαγκάλια, καὶ ἀπὸ τὶς ὑπηρέτριες ἡ μία μετροῦσε τὶς ποσότητες τῶν ἀρωμάτων, ἡ ἄλλη τὰ ἀνακάτευε, καὶ ὅλες ἔκαναν κάτι σχετικό".

Μιχαὴλ Ψελλός, Χρονογραφία,

Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein, Α., Ἀλλαγὲς στὸν Βυζαντινὸ πολιτισμόκατα τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα, Ἀθήνα 1997, σ. 420-1 (μετάφραση Δ.Τσουγκαράκης).
 
 
Ἡ περιγραφὴ ἑνὸς τεμπέλη ἐμπόρου ἀπὸ τὸ Συμεὼν τὸ Νέο Θεολόγο(949-1022)
 
     "Ἂν ὅλοι οἱ ἔμποροι τρέχουν στὴν πανήγυρη γιὰ νὰ ἐμπορευτοῦν καὶ νὰ κερδίσουν ἀπὸ τὴν πραγμάτεια τους, αὐτὸς μόνο […]κάθεται μπροστὰ στὸ σπίτι του καὶ τοὺς κοιτάζει νὰ περνοῦν καὶ νὰ σπεύδουν πρὸς τὴν πανήγυρη, ἐνῶ ὁ ἴδιος διακατέχεται ἀπὸ τεμπελιά, ραθυμία καὶ μέθη. Ἀσχολεῖται μὲ τὴν καλοπέραση καὶ τὴν ἐπιθυμία του γιὰ γυναῖκες πόρνες καὶ δὲν πηγαίνει νὰ ἐμπορευτεῖ, ἀλλὰ τὸ ἀναβάλλει ἀπὸ μέρα σὲ μέρα… Κι ἂν ἔρθει στὴν πανήγυρη φέρνοντας χρήματα, ἀντὶ νὰ ἀρχίσει νὰ συναλλάσσεται μὲ σοβαρότητα, τριγυρνάει στὶς σκηνὲς τῶν ταβερνιάρηδων καὶ τῶν μαγείρων κι αὐτῶν ποὺ πουλᾶνε τὰ διάφορα φαγώσιμα καὶ τρώει καὶ πίνει πότε ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ πότε ἀπὸ τὸν ἄλλο, κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καταξοδεύει τὸ χρυσάφι του στὰ μεθύσια καὶ στὶς γυναῖκες…"

Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein, Α., Ἀλλαγὲς στὸν Βυζαντινὸ πολιτισμὸ κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα, Ἀθήνα 1997, σ.411-2 (μετάφραση Δ. Τσουγκαράκης).
 
 
Περιγραφὴ τῆς πανήγυρης τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 12ο αἰώνα
 
     "Συρρέουν ἐκεῖ ὄχι μόνο ὅλοι οἱ αὐτόχθονες καὶ ὁ ντόπιος πληθυσμός, ἀλλὰ κάθε εἴδους ἄνθρωποι ἀπὸ παντοῦ […] τόσο μεγάλη εἶναι ἡ δόξα του σὲ ὁλόκληρη τὴν Εὐρώπη.
     […] Εἶχαν στηθεῖ σκηνὲς τῶν ἐμπόρων σὲ δυὸ παράλληλες γραμμὲς ἀντικριστά, οἱ γραμμὲς τραβοῦσαν μακριά, ἀφήνοντας ἀνάμεσά τους νὰ ἀνοίγεται ἕνας πλατὺς διάδρομος, ὥστε νὰ ὑπάρχει δίοδος γιὰ τὸ ὁρμητικὸ πλῆθος […] ὑπῆρχαν κάθε εἶδος ροῦχα, «ἐν ὑφάσμασι καὶ νήμασι ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν», ἀπὸ τὴ Βοιωτία καὶ τὴν Πελοπόννησο, καὶ ὅσα φέρνουν τὰ ἐμπορικὰ καράβια ἀπὸ τὴν Ἰταλία στοὺς Ἕλληνες. Ἀλλὰ καὶ ἡ Φοινίκη στέλνει πολλὰ καὶ ἡ Αἴγυπτος, ὅπως καὶ ἡ Ἱσπανία καὶ οἱ Ἡράκλειες Στῆλες, ποὺ φτιάχνουν τὰ ὡραιότερα ἔπιπλα.[…] Ἀλλὰ καὶ ὁ Εὔξεινος Πόντος στέλνει τὰ δικά του πρὸς τὸ Βυζάντιο".
 
Ψευδο-Λουκιανός, Τιμαρίων,
Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein, Α., Ἀλλαγὲς στὸν Βυζαντινὸ πολιτισμὸ κατὰ τὸν 11ο καὶ 12οαιωνα, Ἀθήνα 1997, σ. 410-411 (μετάφραση Δ. Τσουγκαράκης
 
 
 
Ὁ Ἀλέξιος Α’ Κομνηνὸς (1081-1118) ἀποφασίζει τὴν ἐκποίηση ἐκκλησιαστικῶν θησαυρῶν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς οἰκονομικῆς κρίσης.
 
     "Ὁ βασιλιάς, χωρὶς ἐλπίδα πλέον στὴν καλὴ θέληση τῶν Ρωμαίων (δήλ. τῶν ὑπηκόων του), ἔστελνε καὶ ἄλλα μηνύματα ζητώντας χρήματα. Ἐκεῖνοι δὲν ἤξεραν πιὰ τί νὰ κάμουν. Ἀφοῦ τὸ συλλογίστηκαν πολύ, καθένας μοναχός του καὶ ἀπὸ κοινοῦ, καὶ ἐπειδὴ εἶχαν μάθει ὅτι ὁ Ρομπέρτος ἑτοίμαζε νέα ἐπίθεση, μὴν ἔχοντας ἄλλη λύση, κατέφυγαν στοὺς παλιοὺς νόμους καὶ τοὺς κανόνες περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἱερῶν σκευῶν. Ἀνακαλύπτοντας μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἐκποιοῦνται τὰ ἱερὰ σκεύη τῶν ἁγίων του Θεοῦ ἐκκλησιῶν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση αἰχμαλώτων […] σκέφτηκαν νὰ χρησιμοποιήσουν κάποια ἱερὰ σκεύη, ἀχρηστευμένα ἀπὸ καιρὸ καὶ κατεστραμμένα, ποὺ κανεὶς δὲν τὰ μεταχειριζόταν πιὰ καὶ συνάμα ἔδιναν σὲ πολλοὺς ἀφορμὴ γιὰ ἀσέβεια καὶ ἱεροσυλία, ὡς ὑλικὸ γιὰ τὴν κατασκευὴ νομισμάτων, μὲ τὰ ὁποία θὰ πληρώνονταν οἱ μισθοὶ τῶν στρατιωτῶν καὶ οἱ σύμμαχοι".
 
Ἄννα Κομνηνή, Ἀλεξιάς, τ. Α’, Ἄγρα, σ. 186 (μετάφραση Α. Σιδέρη).
 
 
Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Ἀντιφωνητῆ τῆς αὐτοκράτειρας Ζωῆς (1042)
 
     "Πράγματι, εἶχε κατασκευάσει (ἡ Ζωή) μὲ τὰ ἴδια της τὰ χέρια καὶ μὲ μεγάλη λεπτοτεχνία, ἕναν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ μιλήσω μᾶλλον μεταφορικά, ἐντελῶς προσωπικό. Τὸν εἶχε στολίσει μὲ λαμπρότατες διακοσμήσεις καὶ λίγο ἔλειψε νὰ πλάσει μία εἰκόνα ἔμψυχη. Ἡ εἰκόνα, μὲ χρώματα ποὺ μεταβάλλονταν, ἀπαντοῦσε στὶς παρακλήσεις της καὶ μὲ τὶς ἀποχρώσεις της ἀποκάλυπτε τὰ μελλοντικὰ γεγονότα. Γι’ αὐτὸ ἡ αὐτοκράτειρα μποροῦσε ἀκόμα καὶ νὰ προφητεύει τὸ μέλλον, παρατηρώντας αὐτὴ τὴν εἰκόνα. Ἔτσι ὁσάκις τῆς τύχαινε κάτι εὐχάριστο ἤ, ἀντιθέτως τὴν ἔβρισκε κάτι δυσάρεστο, ἔτρεχε ἀμέσως στὴν εἰκόνα, εὐχαριστώντας την γιὰ τὰ πρῶτα καὶ ζητώντας ἔλεος γιὰ τὰ δεύτερα. Ἐγὼ ὁ ἴδιος τὴν εἶχα δεῖ πολλὲς φορὲς σὲ δύσκολες περιστάσεις, νὰ ἀγκαλιάζει τὴν θεία εἰκόνα, νὰ τὴν κοιτᾶ μὲ εὐλάβεια νὰ τῆς μιλᾶ σὰν νὰ εἶναι ζωντανή, νὰ χρησιμοποιεῖ τὰ ὡραιότερα ὀνόματα, νὰ γονατίζει στὴ γῆ, νὰ ὑγραίνει τὸ δάπεδο μὲ τὰ δάκρυά της, νὰ χτυπᾶ μὲ τὰ χέρια της στὸ στῆθος. Καὶ ἂν ἔβλεπε πὼς ἡ εἰκόνα ἔχανε τὸ χρῶμα της ἀποχωροῦσε σὲ κατάσταση μεγάλης κατάθλιψης".

Μιχαὴλ Ψελλός, Χρονογραφία, ἔκδ. Ἄγρωστις, Ἀθήνα 1992, σ. 387 (μετάφραση Β. Καραλής).
 
 
Ὁ Ρωμανὸς Γ’ Ἀργυρὸς (1028-1034) κτίζει πολυτελῆ ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου
 
     "Αὐτὸς ὅμως παραμέλησε τὰ πάντα καὶ σκοπεύοντας νὰ κάνει τὸ ναὸ ὀμορφότερο ἀπὸ τοὺς προηγούμενους, καταρήμαξε ὁτιδήποτε ἄλλο. Δὲν πρέπει νὰ παραλείψω ἐπίσης καὶ τοῦτο: πὼς εἶχε τόσο παθιαστεῖ μὲ τὸ ἔργο, ποὺ ἤθελε νὰ τὸ ἐποπτεύει μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια. Ἔτσι ἔδωσε στὸν ναὸ τὴν ὄψη τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, φτιάγνοντας θρόνους στολισμένους μὲ σκῆπτρα καὶ κρεμώντας πορφυρὲς κουρτίνες ἐκεῖ μέσα περνοῦσε τὸν περισσότερο καιρό του, δοξάζοντας τὴν ὀμορφιὰ τῶν χτισμάτων καὶ ἀκτινοβολώντας ἀπὸ ἀγαλλίαση. Ἤθελε, μάλιστα, νὰ τιμήσει τὴ Θεομήτορα μὲ ἕνα ὄνομα ἐξαιρετικῆς ὀμορφιᾶς· τοῦ διέφυγε ὅμως πὼς ἔδωσε ἕνα πολὺ ἀνθρώπινο ἐπίθετο στὴν Παναγία: τὴν ἀποκάλεσε Περίβλεπτο, ὄνομα τὸ ὁποῖο μπορεῖ ἐπίσης νὰ σημαίνει καὶ τὴν περιβόητη".

Μιχαὴλ Ψελλός, Χρονογραφία, τ. Α’, ἔκδ. Ἄγρωστις, Ἀθήνα 1992, σ. 40-41 (μετάφραση Β. Καραλής).
 
 
Ὁ Κωνσταντῖνος Ε’ (741-775) διατάσσει νὰ μετατραπεῖ ἡ ἐκκλησία τῶν Βλαχερνῶν σὲ "λαχανόκηπο καὶ ὀρνιθώνα"
 
     "Καὶ οὕτως τὰ τοῦ Χριστοῦ ἅπαντα μυστικὰ ἐξάραντος, "ὀπωροφυλάκιον" καὶ ὀρνεοσκοπεῖον τὴν Ἐκκλησίαν ἐποίησεν. Δέντρα καὶ ὄρνεα παντοῖα, θηρία τε καὶ ἄλλα τινὰ ἐγκύκλια διὰ κισσόφυλων, γεράνων τε καὶ κορωνῶν, καὶ ταώνων τούτην περιμουσῶσας, ἱν’ εἴπω, ἀληθῶς ἄκοσμον ἔδειξεν".
 
Βίος Ἁγίου Στεφάνου, Migne Patrologia Graeca 100, στ. 1120
 
 
Εἰκονογραφικὰ θέματα τῆς ζωγραφικῆς τῆς εἰκονομαχικῆς περιόδου
 
     "Εἰ δὲ ἢν δέντρα, ἡ ὄρνεα, ἡ ζῶα ἄλογα, μάλιστα δέ τὰ Σατανικὰ ἱππηλάσια, κυνήγια, θέατρα καὶ ἱπποδρόμια ἀνιστορημένα, ταῦτα τιμητικῶς ἐναπομένειν καὶ ἐκλαμπρύνεσθαι".
 
Βίος Ἁγίου Στεφάνου, Migne Patrologia Graeca 100, στ. 1113.
 
 
Ἀρχὴ τῆς εἰκονομαχίας καὶ καταστροφὴ τῶν εἰκόνων
 
     "Ὁ τύραννος […] τὴν ἁγίαν καὶ δεσποτικὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἡμῶν, τὴν ἱδρυμένην ὕπερθεν τῶν βασιλικῶν πυλῶν, ἐν οἶσπερ διὰ τὸν χαρακτήρα ἡ ἁγία Χάλκη λέγεται, κατένεγκαι καὶ πυρὶ παραδοῦναι, ὅ καὶ πεποίηκεν".

Βίος Ἁγίου Στεφάνου τοῦ Νέου, Migne Patrologia Graeca 100, στ. 1085.
 
 
"Καρκίνοι" Λέοντα Στ’ (886-912)
 
"’Ὢ γένος ἐμόν, ἐν ὧ μέσον ἐγώ"
"Νοσῶ, σῶτερ, ὑπὸ πυρετῶ, σῶσον"

Hunger, H., Βυζαντινὴ Λογοτεχνία, τ. Β’ (Die hochsprachliche profane Literatur der Byzantiner,) Ἀθήνα 1992 (μετάφραση Τ. Κόλιας, Κ. Συνέλλη, Γ. Μακρής, Ι. Βάσσης).
 
 
Νεαρὰ Ρωμανοὺ Α’ (922) ὑπὲρ τῶν μικρῶν καλλιεργητῶν
 
     "ἀπαγορεύουμε τοὺς δυνατοὺς νὰ ἀποκτήσουν ὁτιδήποτε ἀνήκει στοὺς εὐτελέστερους, εἴτε μὲ υἱοθεσία ἡ ἁπλὴ δωρεά, εἴτε λόγω θανάτου ἡ μὲ διαθήκη, ἤ διὰ μέσου χρησικτησίας ἤ προστασίας, ἤ φιλικῆς παραχώρησης, ἐκτὸς ἂν πρόκειται γιὰ συγγενεῖς… Ἂν κάποιος δυνατὸς ἐπιχειρήσει νὰ πραγματοποιήσει (μία παράνομη συναλλαγή) θὰ δημευθεῖ ἡ περιουσία του καὶ θὰ δώσει στὸ δημόσιο ταμεῖο τὸ ποσὸ τῆς τιμῆς".

Jus Graecoromanum,
I., Π. Ζέπου, Νεαραὶ καὶ Χρυσόβουλλα τῶν μετὰ τὸν Ἰουστινιανὸν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων, τ. 1, Ἀθῆναι 1931
 
 
Νεαρὰ Λέοντα Στ'(886-912) ποὺ περιορίζει τὸ δικαίωμα τῆς προτίμησης
 
     "…εἶναι ἄδικο ἕνας πένητας, ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ πουλήσει τὸ κτῆμα του, νὰ πρέπει νὰ ἐμποδιστεῖ ἀπὸ τὴν τακτικὴ καθυστέρησης τῶν ἄσχημα διατεθειμένων ἀπέναντί του γειτόνων. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ τὸ πουλήσει σὲ ὅποιον ἐπιθυμεῖ, ἐνῶ οἱ γείτονες ἔχουν τὸ δικαίωμα μέσα στοὺς ἕξι πρώτους μῆνες νὰ διαμαρτυρηθοῦν γι’ αὐτὸ καὶ ἀποζημιώνοντας τὸν ἀγοραστή, νὰ γίνουν κύριοι τοῦ κτήματος".

Jus Graecoromanum,
I., Π. Ζέπου, Νεαραὶ καὶ Χρυσόβουλλα τῶν μετὰ τὸν Ἰουστινιανὸν Βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων, τ. 1, Ἀθῆναι 1931
 
 
Συγγραφὴ τῆς "Δογματικῆς πανοπλίας"
 
     "Ὁ αὐτοκράτορας (Ἀλέξιος Α’ [1081-1118]) εἶχε τότε καλέσει ἕναν μοναχὸ ὀνόματι Ζυγαβηνό, γνωστὸ στὴ δέσποινα καὶ πρὸς μητρὸς μάμμη μου καὶ σ’ ὅλους τους ἀνώτερους κληρικούς, ποὺ εἶχε φτάσει στὶς κορυφὲς τῆς φιλολογίας χωρὶς νὰ παραμελήσει καὶ τὴ ρητορικὴ κι ἐπίσης κατεῖχε ὅσο κανεὶς ἄλλος τὰ δογματικὰ ζητήματα, καὶ τὸν πρόσταξε νὰ ἐκθέσει ὅλες τὶς αἱρέσεις, καθεμιὰ χωριστά, παραθέτοντας σὲ καθεμιὰ τὶς ἀνασκευὲς τῶν ἁγίων πατέρων καὶ βέβαια νὰ ἐκθέσει καὶ τῶν Βογομίλων τὴν αἵρεση, ὅπως τὴν εἰσηγήθηκε ὁ ἀσεβὴς ἐκεῖνος Βασίλειος. Τὸ ἔργο αὐτὸ ὁ αὐτοκράτορας τὸ ὀνόμασε "Δογματικὴ Πανοπλία" κι ἔτσι τιτλοφορεῖται ὥς τώρα τὸ βιβλίο".
 
Ἄννα Κομνηνή, Ἀλεξιάς, τ. Β’, Ἀθήνα 1994 (μετάφραση Ἀλόη Σιδέρη).
 
 
Ὅσα πρέπει νὰ παρατηρήσουμε σχετικὰ μὲ τὴν προαγωγὴ ἑνὸς ἐπάρχου
 
     "Ὁ αὐτοκράτορας προσκαλεῖ αὐτὸν ποὺ θέλει νὰ προαγάγει σὲ ἔπαρχο (τῆς πόλεως Κωνσταντινούπολης). Προσκαλεῖ καὶ τὸν πραιπόσιτον καὶ τοῦ λέει: "Φύγε καὶ παράδωσε αὐτὸν στὴν Πόλη ὡς ἔπαρχο". Ὁ πραιπόσιτος τὸν παίρνει καὶ τὸν ντύνει μὲ τὸ πορφυρὸ σαγίον καὶ ἀμέσως στέλνει ἕναν σιλεντιάριο γιὰ νὰ προσκαλέσει ὅλη τὴν διοίκηση τῆς πόλης στὸ Κονσιστώριο καὶ στὴ συνέχεια ὁ πραιπόσιτος φεύγει μαζὶ μὲ τὸν ἔπαρχο ἀπὸ τὸν Λαυσιακὸ καὶ τὶς σκάλες, βγαίνει ἀπὸ τὸν Μονόθυρο ποὺ βρίσκεται στὸ Εἰδικὸν καί, ἀπὸ κεῖ […] περνώντας μέσα ἀπὸ τὰ […] καὶ τὴν Ἁψίδα, μπαίνει στὸ Αὐγουσταῖον καὶ κάθονται καὶ οἱ δυὸ ἐκεῖ ὥσπου νὰ καταφθάσει ὅλη ἡ διοίκηση τῆς πόλης".

Κωνσταντῖνος Πορφυρογέννητος, De cerimoniis, II,
Constantine VII Porphyrogenete, Le Livre de Ceremonies, II, Texte etabli et traduit par Vogt, A., Paris 1939, 1-15.
 
 
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ "Βιβλιοθήκη"
 
     "Διαβάστηκε καὶ ἡ Ἱστορία τοῦ Ἡροδότου ποὺ ἔχει ἐννέα βιβλία ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὸν ἀριθμὸ τῶν Μουςῶν καὶ φέρουν τὰ ὀνόματά τους. Αὐτὸς ὁ συγγραφέας μπορεῖ νὰ ληφθεῖ ὡς ὑπόδειγμα γιά τὴν ἰωνικὴ διάλεκτο, ὅπως ὁ Θουκυδίδης γιὰ τὴν ἀττική. Ἔχει χρησιμοποιήσει μύθους καὶ πολλὲς παρεκβάσεις, ποὺ διατρέχονται ἀπὸ τὴ γλυκύτητα τῆς σκέψης του…"

Φώτιος, Βιβλιοθήκη,
Photius, Bibliotheque, I, Texte etabli et traduit par Rene Henry, Paris 1959, 16-20.
 
 
Ὁ Νικήτας Χωνιάτης (περίπου 1150-1213) γιὰ τοὺς αὐτοκράτορες
 
     "Κάθε ἡγεμόνας εἶναι περιδεὴς καὶ καχύποπτος, καὶ χαίρεται νὰ διαπράττει ὅσα ὁ Θάνατος, τὸ Χάος καὶ τὸ Ἔρεβος, νὰ κλαδεύει τοὺς εὐπατρίδες, νὰ ἐξοβελίζει ὅσους εἶναι ὑψηλοὶ καὶ ἐπιφανεῖς, νὰ πετάει τὸν καλὸ σύμβουλο καὶ νὰ θερίζει τὸν γενναῖο καὶ ἀνδρεῖο στρατηγὸ […]. Κι ἂν κανεὶς εἶναι ὡραῖος σὰν ἄγαλμα ἤ ἡ γλώσσα του εἶναι σὰν τοῦ καλλικέλαδου πουλιοῦ ἤ ἔχει εὐχάριστο χαρακτήρα, αὐτὰ δὲν ἀφήνουν τὸν ἡγεμόνα οὔτε νὰ κοιμηθεῖ οὔτε νὰ ἠρεμήσει, ἀλλὰ γίνονται αἰτία νὰ χάνει τὸν ὕπνο του, νὰ μὴν ἀπολαμβάνει τὴν καλοπέραση, νὰ τοῦ ἀφαιρεῖται ἡ χαρὰ καὶ νὰ ἔχει ἀφορμὴ γιὰ σκοτοῦρες".
 
Νικήτας Χωνιάτης, Χρονικὴ Διήγησις,
Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein Α., Ἀλλαγὲς στὸν Βυζαντινὸ πολιτισμὸ κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα, Ἀθήνα 1997 (μετάφραση Δημήτρη Τσουγκαράκη).
 
 
Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννου Τζέτζη (1110-περίπου 1180) στὸν Μητροπολίτη Δρίστρας (Ρωσία)
 
     "Ἔλαβα, ἅγιε δέσποτα, τὴ σεβαστὴ ἐπιστολὴ πού μοῦ ἔστειλε ἡ ἁγιότητά σου, μαζὶ μὲ πλούσια δῶρα, δηλαδὴ καὶ τὸν νεαρὸ δοῦλο, ποὺ ἀπὸ Σεβλάδος τώρα μετονομάστηκε Θεόδωρος, καὶ τὸ "ταυροσκάλιστο" ἤ, ἂν θέλεις, "ρωσοσκάλιστο" ἐκεῖνο κουτάκι-μελανοδοχεῖο, στὸ ὁποῖο, πάνω σὲ κόκαλο ψαριοῦ, ἔχει σκαλιστεῖ σχέδιο ἄφαντης ὀμορφιᾶς, ποὺ ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ τὰ θρυλούμενα χειροτεχνήματα τοῦ Δαιδάλου".

Τζέτζης, Ἐπιστολές,
Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein Α., Ἀλλαγὲς στὸν Βυζαντινὸ πολιτισμὸ κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα, Ἀθήνα 1997, 450 (μετάφραση Δημήτρη Τσουγκαράκη).
 
 
Περιγραφὴ τοῦ Ἰωάννη Ἰταλοῦ (περίπου 1025-1082) ἀπὸ τὴν Ἄννα Κομνηνὴ
 
     "Ὁ Ἰταλὸς δὲν ἀνεχόταν καθόλου νὰ ἔχει δασκάλους οὔτε κατὰ τὴ διαδικασία τῆς μάθησης, καὶ ὅπως ἦταν γεμάτος θράσος καὶ βαρβαρικὴ οἴηση καὶ νόμιζε ὅτι τοὺς ξεπερνάει ὅλους ἀκόμη καὶ πρὶν μάθει κάτι, ἦρθε σὲ σύγκρουση ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν Ψελλό. Ἔχοντας ἐμβαθύνει στὴ διαλεκτική, δημιουργοῦσε καθημερινῶς ἐπεισόδια σὲ δημόσιες συγκεντρώσεις ἀραδιάζοντας σοφιστικὲς φλυαρίες, καὶ προσθέτοντας κι ἄλλα τέτοια καὶ γυρνώντας κατόπιν τὰ λόγια του πάλι σὲ αὐτά.
     […] Ἂν τώρα κανεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ μάθει γιὰ τὴν ἐμφάνισή του, τὸ κεφάλι του ἦταν μεγάλο, τὸ μέτωπο προτεταμένο, ἡ μύτη του ἀνέπνεε τὸν ἀέρα ἐλεύθερα καὶ ἄνετα, τὸ γένι του ἦταν στρογγυλεμμένο, τὸ στέρνο εὐρύ, τὰ μέλη τοῦ σώματος καλοφτιαγμένα, τὸ ἀνάστημά του ὑπολειπόταν μόνο ἀπὸ τοὺς πολὺ ψηλούς. Ἡ ὁμιλία του ἦταν ὅπως θὰ περίμενε κανεὶς ἀπὸ κάποιον ποὺ ἦλθε στὴ χώρα μας νέος ἀπὸ τοὺς Λατίνους καὶ σπούδασε μὲν τὰ ἑλληνικά, ἀλλὰ δὲν εἶχε τελειοποιήσει τὴν προφορά του, καὶ μάλιστα πότε-πότε ἔτρωγε τὶς συλλαβές. Ἡ κακή του προφορὰ καὶ ἡ συγκοπὴ τῶν λέξεων δὲν περνοῦσαν ἀπαρατήρητες ἀπὸ τοὺς περισσότερους, καὶ οἱ πιὸ μορφωμένοι τὸν θεωροῦσαν ἀγροῖκο. Ἔτσι τὰ συγγράμματά του ἦταν μὲν παντοῦ γεμάτα ἀπὸ διαλεκτικοὺς "τόπους", ὡστόσο καθόλου δὲν ἀπέφευγαν τὰ σποραδικὰ λάθη ἀσυνταξίας καὶ σολοικισμῶν".
 
Ἄννα Κομνηνή, Ἀλεξιάς,
Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein Α., Ἀλλαγὲς στὸν Βυζαντινὸ πολιτισμὸ κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα, Ἀθήνα 1997 (μετάφραση Δημήτρη Τσουγκαράκη).
 
 
Γεγονότα τοῦ ἔτους 726
 
     "Τὴ χρονιὰ αὐτή, ἔνατη ἰνδικτιώνα, τὸ καλοκαίρι, ἀτμὸς σὰν (νὰ ἐρχόταν) ἀπὸ καμίνι μὲ φωτιὰ ἀνέβρασε ἀπὸ τὸ βυθὸ (στὸ θαλάσσιο χῶρο) ἀνάμεσα στὰ νησιὰ Θήρα καὶ Θηρασία γιὰ μερικὲς ἡμέρες, ὁ ὁποῖος σὲ λίγο χρόνο ἔπηζε καὶ πέτρωνε […] Λόγω τῆς πήξης τῆς γαιώδους αὐτῆς οὐσίας (ὁ ἀτμὸς σχημάτισε καί) ἔστειλε στὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας μερικοὺς βράχους ἀπὸ ἐλαφρόπετρα, μεγάλους σὰν λόφους, στὴ Μικρὰ Ἀσία, τὴ Λέσβο, τὴν ‘Αβυδο καὶ τὴν παράλια Μακεδονία, ὥστε ὅλη ἡ ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας στοὺς τόπους αὐτοὺς γέμισε ἀπὸ ἐλαφρόπετρες ποὺ ἐπέπλεαν. Στὴ μέση λοιπὸν ὅλης αὐτῆς τῆς φωτιᾶς ἀναδύθηκε νησὶ ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὴν ὀνομαζόμενη Ἱερὴ Νῆσο, καὶ ποὺ δὲν ὑπῆρχε πρὶν ἀλλά, ὅπως ἐκβράστηκαν κάποτε οἱ προαναφερθεῖσες νῆσοι Θήρα καὶ Θηρασία, ἔτσι (ἐκβράστηκε) κι αὐτὸ τώρα στὰ χρόνια του θεομάχου (δηλαδὴ εἰκονομάχου αὐτοκράτορα) Λέοντα".

Θεοφάνους Ὁμολογητή, Χρονογραφία,
C. Mango-R. Scott, The cronicle of Theophanes Confessor, Oxford 1997, 559.
 
 
Διαιτητικὲς συνταγὲς ἀπὸ τὸ Συμεὼν Σὴθ (11ος) αἰώνας
 
Γιὰ τὸ βούτυρο
 
     "Τὸ βούτυρο εἶναι ἁρμονικὰ θερμὸ καὶ θρεπτικό. Ὠφελεῖ τοὺς πνεύμονες καὶ τὸ στῆθος καὶ βοηθεῖ στὴν ἀποβολὴ τοῦ σιέλου. Κάνει καλὸ στὸ βήχα ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὴν ξηρασία […]. Ὅσο πιὸ παλιὸ εἶναι τόσο πιὸ θερμὸ γίνεται καὶ εἶναι πιὸ θρεπτικὸ ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἐλαιόλαδο. Βοηθεῖ τὴν πέψη καὶ τὴν ἐφίδρωση, ἰδιαίτερα σὲ ἀσθενικὰ σώματα. Ὡς ἐκ τούτου θεραπεύει τοὺς πρησμένους ἀδένες καὶ τὰ οἰδήματα, ἂν τὸ ἀλείψουμε πάνω σ’ αὐτά, καὶ ἀνακουφίζει τοὺς πόνους τῶν παιδιῶν κατὰ τὴν ὀδοντοφυία. Ἂν χρησιμοποιηθεῖ καθ’ ὑπερβολήν, καμιὰ φορά φέρνει ναυτία καὶ ἀνορεξία".

ΣυμεὼνΣήθ, Syntagma de alimentorum facultlatibus,
Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein, A., Ἀλλαγὲς στὸν Βυζαντινὸ πολιτισμὸ κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα, Ἀθήνα 1997, σ. 439-440 (μετάφραση Δ. Τσουγκαράκης).
 
 
Ἡ θεολογικὴ ἔριδα ποὺ ὁδήγησε στὸ Σχίσμα τοῦ 1054
 
     "Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ κάνουν (οἱ Λατίνοι) κατὰ μίμηση τῶν Ἰουδαίων εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κατηγορία γιὰ τὰ ἄζυμα ποὺ ἐπικρέμεται ἐναντίον τους, εἶναι ἐπιπλέον ὅτι τρῶνε πνιγμένα ζῶα, ὅτι ξυρίζονται […] ὅτι τρῶνε μιαρὰ φαγητὰ […] ὅτι τρῶνε κρέας τὴν πρώτη ἑβδομάδα τῶν νηστειῶν καὶ τὴν ἀποκριὰ καὶ τὴν τυρηνή, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν Τετάρτη, ὅτι τὴν Παρασκευὴ τρῶνε τυρὶ καὶ αὐγά, ἐνῶ τὸ Σάββατο νηστεύουν ὅλην τη μέρα. Ἄλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ παρακάτω: Στὸ ἅγιο σύμβολο (τῆς Πίστεως) κάνουν μία κακόφρονη καὶ ἐπικίνδυνη προσθήκη […]. Ἐπιπλέον ἀπαγορεύουν τὸ γάμο τῶν ἱερέων […]. Καὶ (ἐπιτρέπουν) σὲ δυὸ ἀδελφὲς νὰ παντρεύονται δυὸ (ἀδελφούς) […]. Ἐπιπλέον πηγαίνουν στὸν πόλεμο καὶ βάφουν τὰ χέρια τους μὲ αἷμα, ἀλλὰ καὶ τὶς ψυχὲς τους φονεύοντας καὶ φονευόμενοι…"

C. Will, Acta et scripta quae de controversiis ecclesiae Graecae et Latinae saeculo undecimo composita extant, Λειψία-Marbourg 1861, 180-182.
Ἀπό: Kazhdan, A.P.-Wharton Epstein, A., Ἀλλαγὲς στὸν Βυζαντινὸ πολιτισμὸ κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα, Ἀθήνα 1997, σ. 451-452 (μετάφραση Δ. Τσουγκαράκης)