Εννόημα
  • !

    Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀσημένιο δαχτυλίδι κι αὐτὸ τὸ γρόσι. Αὐτὰ τὰ τιποτένια προσφέρω στὸ μαρτυρικὸ Μεσολόγγι», εἶπε περήφανα ἡ γριὰ πλύστρα Χατζηκώσταινα καὶ τὰ ἄφησε πάνω στὸ τραπέζι ποὺ εἶχε στήσει στὴν πλατεία τοῦ Ναυπλίου ἡ ἐρανικὴ ἐπιτροπή, ἐκείνη τὴν Κυριακή του 1826.

  • !

    Ὅταν ἔφτασε ὁ Καποδίστριας στὴν Ἑλλάδα, τὴ συμμάζεψε κι ὅταν ἵδρυσε τὸ ὀρφανοτροφεῖο, ἡ Πανωραία, ποὺ τώρα ἔγινε γνωστὴ μὲ τὸ παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε νὰ πλένει τὰ ροῦχα τῶν ὀρφανῶν χωρὶς καμιὰ πληρωμή…

Ποιά ἦταν ἡ Ψωροκώσταινα;

 
\"\"

Στὴν ἐποχὴ ποὺ κυβερνοῦσε τὴν Ἑλλάδα ὁ Καποδίστριας ζοῦσε στὸ Ναύπλιο μιὰ ζητιάνα, ποὺ τὴ φώναζαν «Ψωροκώσταινα».

Σὲ μία λοιπὸν συνεδρίαση τῆς Συνέλευσης, κάποιος θέλοντας νὰ πεῖ γιὰ τὴ φτώχεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τὸ παρομοίασε μὲ τὴν πασίγνωστη ζητιάνα.

Ἀπὸ τότε ἡ λέξη ἐπαναλήφθηκε στὶς συζητήσεις καὶ τελικὰ ἐπικράτησε. Μόνο πού, ὅταν λέγεται τώρα δὲν ἐννοεῖ τὸ Ἑλληνικὸ Δημόσιο, ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴ χώρα…

Ἡ ὅλη ἱστορία τῆς Ψωροκώσταινας (Εὐ. Δαδιώτης, «Αἰγαιοπελαγίτικα» τεῦχος 13) εἶναι ἡ ἑξῆς: «Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀσημένιο δαχτυλίδι κι αὐτὸ τὸ γρόσι. Αὐτὰ τὰ τιποτένια προσφέρω στὸ μαρτυρικὸ Μεσολόγγι», εἶπε περήφανα ἡ γριὰ πλύστρα Χατζηκώσταινα καὶ τὰ ἄφησε πάνω στὸ τραπέζι ποὺ εἶχε στήσει στὴν πλατεία τοῦ Ναυπλίου ἡ ἐρανικὴ ἐπιτροπή, ἐκείνη τὴν Κυριακή του 1826.

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπρόσμενη χειρονομία, κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος φώναξε: «Γιὰ δεῖτε, ἡ πλύστρα ἡ Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τὸν ὀβολό της.»

Κι ἀμέσως τὸ φιλότιμο πῆρε καὶ ἔδωσε. Βροχὴ πέφταν πάνω στὸ τραπέζι λίρες, γρόσια καὶ ἀσημικά. Αὐτὴ ἦταν ἡ συνέχεια τῆς φτωχῆς προσφορᾶς τῆς πλύστρας Χατζηκώσταινας, ποὺ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀπαθανατίστηκε μὲ τὸ παρατσούκλι «Ψωροκώσταινα». Καὶ τὸ παρανόμι αὐτὸ κόλλησε ἔπειτα στὴν Ἑλλάδα.

Ἀλλά, ποιὰ ἦταν αὐτὴ ἡ «Ψωροκώσταινα»;

Ἦταν ἡ κάποτε ἀρχόντισσα τῶν Κυδωνιῶν, τοῦ Ἀϊβαλιοῦ, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Ἀϊβαλιώτη ἐμπόρου, ποὺ φημιζότανε ὄχι μόνο γιὰ τὰ πλούτη τοῦ ἄνδρα της, μὰ καὶ γιὰ τὰ πολλὰ δικά της κι ἀκόμα γιὰ τὴν ὀμορφιά της.

Ὅταν ἀργότερα οἱ Τοῦρκοι πυρπόλησαν τὴν πολιτεία τοῦ Ἀϊβαλί, καὶ ἔσφαξαν ἄνδρες καὶ γυναικόπαιδα, ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς ποὺ σώθηκαν ἦταν καὶ ἡ ἀρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, ποὺ εἶδε νὰ σφάζουν οἱ Τοῦρκοι τὸν ἄνδρα της καὶ τὰ παιδιά της. Κατὰ καλή της τύχη ἕνας ναύτης τὴν βοήθησε καὶ μαζὶ μὲ ἄλλους τὴν ἀνέβασε σὲ ἕνα καράβι ποὺ ξεμπάρκαρε στὰ Ψαρά.

Ἐκεῖ ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ τὸν ὁμοιοπαθῆ της Βενιαμὶν τὸν Λέσβιο, τὴν προστάτεψε καὶ τὸν ἀκολούθησε στὴν Πελοπόννησο. Στὸ Ναύπλιο, ὁ Βενιαμὶν παρέδιδε μαθήματα γιὰ νὰ ζήσει καὶ ἡ Πανωραία, γιὰ νὰ ζήσει, ἄρχισε νὰ ξενοπλένει καὶ ἀργότερα, μὲ σαλεμένα σχεδὸν τὰ λογικά της, ζητιάνευε στοὺς δρόμους τοῦ Ναυπλίου.

Ἔπειτα ἀπὸ τὸ περιστατικὸ τοῦ ἐράνου στὸ Ναύπλιο, ὅταν ἔφτασε ὁ Καποδίστριας στὴν Ἑλλάδα, τὴ συμμάζεψε κι ὅταν ἵδρυσε τὸ ὀρφανοτροφεῖο, ἡ Πανωραία, ποὺ τώρα ἔγινε γνωστὴ μὲ τὸ παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε νὰ πλένει τὰ ροῦχα τῶν ὀρφανῶν χωρὶς καμιὰ πληρωμή…