Εννόημα
  • !

    Ἡ κενοδοξία ὅμως, μὲ τὸ νὰ εἶναι πολύμορφη ὅπως εἴπαμε, δύσκολα νικιέται. Γιατί φανερώνεται σὲ κάθε πράξη καὶ σὲ φωνὴ καὶ σὲ λόγο καὶ σὲ σιωπὴ καὶ σὲ ἔργο καὶ σὲ ἀγρυπνία καὶ σὲ νηστεία καὶ σὲ προσευχὴ καὶ σὲ πνευματικὲς ἀναγνώσεις καὶ σὲ ἡσυχία καὶ σὲ μακροθυμία. Μὲ ὅλα αὐτὰ προσπαθεῖ νὰ προσβάλλει τὸ στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ

  • !

    Ὅποιον δὲν μπόρεσε νὰ ἀπατήσει στὴν κενοδοξία μὲ τὴν πολυτέλεια τῶν ρούχων, δοκιμάζει νὰ τὸν πειράξει μὲ τὸ φτωχικὸ ροῦχο. Ὅποιον δὲν μπόρεσε νὰ πολεμήσει μὲ τὴν τιμή, τὸν πολεμᾶ μὲ τὸ νὰ νομίζει ὅτι ὑπομένει τὴν ἀτιμία. Καὶ ὅποιον δὲ μπόρεσε νὰ καταφέρει στὴν κενοδοξία μὲ τὴ γνώση τῶν λόγων, τὸν δελεάζει μὲ τὴν σιωπή, νὰ κενοδοξεῖ δῆθεν ὡς ἥσυχος. Καὶ ὅποιον δὲ μπόρεσε νὰ φέρει σὲ χαλαρότητα μὲ τὴν πολυτέλεια τῶν τροφῶν, τὸν κάνει νὰ ἐπιζητεῖ τὸν ἔπαινο μὲ τὴ νηστεία. Καὶ γενικὰ κάθε ἔργο, κάθε ἀπασχόληση δίνει ἀφορμὴ στὸν πονηρὸ αὐτὸ δαίμονα.

  • !

    Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ πολεμήσει τέλεια καὶ νὰ στεφανωθεῖ μὲ τὸ στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πρέπει μὲ κάθε τρόπο νὰ φροντίσει νὰ νικήσει τὸ πολύμορφο αὐτὸ θηρίο, ἔχοντας πάντοτε μπροστὰ στὰ μάτια του τὸ ρητό του Δαβίδ: «Ὁ Κύριος διασκόρπισε τὰ κόκκαλα τῶν ἀνθρωπαρέσκων». Καὶ νὰ μὴν κάνει τίποτε ἐπιδιώκοντας τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο, ἀλλὰ νὰ ἐπιζητεῖ τὴν ἀμοιβὴ μόνο ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ ἀποβάλλοντας πάντοτε τοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔρχονται στὴν καρδιά του καὶ τὸν ἐπαινοῦν, νὰ ἐξουθενώνει τὸν ἑαυτὸ του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Περὶ τῶν 8 λογισμῶν, Περὶ τῆς κενοδοξίας

Ἕβδομος εἶναι ὁ ἀγώνας κατὰ τῆς κενοδοξίας. Αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι πολύμορφο καὶ πολὺ λεπτὸ καὶ δὲν τὸ ἐννοεῖ γρήγορα οὔτε ἐκεῖνος ποὺ πειράζεται ἀπὸ αὐτό. Ἐπειδὴ οἱ προσβολὲς τῶν ἄλλων παθῶν εἶναι πιὸ φανερὲς καὶ εὐκολότερα καταπολεμοῦνται, καθὼς ἡ ψυχὴ ἀναγνωρίζει τὸν ἐχθρὸ καὶ μὲ τὴν ἀντίρρηση στὶς προσβολές του καὶ τὴν προσευχή, ἀμέσως τὸν ἀνατρέπει. Ἡ κενοδοξία ὅμως, μὲ τὸ νὰ εἶναι πολύμορφη ὅπως εἴπαμε, δύσκολα νικιέται. Γιατί φανερώνεται σὲ κάθε πράξη καὶ σὲ φωνὴ καὶ σὲ λόγο καὶ σὲ σιωπὴ καὶ σὲ ἔργο καὶ σὲ ἀγρυπνία καὶ σὲ νηστεία καὶ σὲ προσευχὴ καὶ σὲ πνευματικὲς ἀναγνώσεις καὶ σὲ ἡσυχία καὶ σὲ μακροθυμία. Μὲ ὅλα αὐτὰ προσπαθεῖ νὰ προσβάλλει τὸ στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ.

Ὅποιον δὲν μπόρεσε νὰ ἀπατήσει στὴν κενοδοξία μὲ τὴν πολυτέλεια τῶν ρούχων, δοκιμάζει νὰ τὸν πειράξει μὲ τὸ φτωχικὸ ροῦχο. Ὅποιον δὲν μπόρεσε νὰ πολεμήσει μὲ τὴν τιμή, τὸν πολεμᾶ μὲ τὸ νὰ νομίζει ὅτι ὑπομένει τὴν ἀτιμία. Καὶ ὅποιον δὲ μπόρεσε νὰ καταφέρει στὴν κενοδοξία μὲ τὴ γνώση τῶν λόγων, τὸν δελεάζει μὲ τὴν σιωπή, νὰ κενοδοξεῖ δῆθεν ὡς ἥσυχος. Καὶ ὅποιον δὲ μπόρεσε νὰ φέρει σὲ χαλαρότητα μὲ τὴν πολυτέλεια τῶν τροφῶν, τὸν κάνει νὰ ἐπιζητεῖ τὸν ἔπαινο μὲ τὴ νηστεία. Καὶ γενικὰ κάθε ἔργο, κάθε ἀπασχόληση δίνει ἀφορμὴ στὸν πονηρὸ αὐτὸ δαίμονα.

Ἀκόμη αὐτὸς ὑποβάλλει ἐπιθυμία γιὰ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης. Θυμᾶμαι κάποιον γέροντα, ὅταν ἤμουν στὴ σκήτη, ποὺ πῆγε στὸ κελὶ ἑνὸς ἀδελφοῦ γιὰ ἐπίσκεψη, καὶ ἀφοῦ πλησίασε τὴν πόρτα, τὸν ἄκουσε νὰ μιλάει ἀπὸ μέσα. Ὁ γέροντας νόμισε ὅτι μελετᾶ κάτι ἀπὸ τὴν Γραφὴ καὶ στάθηκε γιὰ νὰ ἀκούσει. Κατάλαβε τότε ὅτι ὁ ἀδελφὸς εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὰ λογικά του ἀπὸ τὴν κενοδοξία καὶ χειροτονοῦσε τὸν ἑαυτὸ του διάκονο καὶ ἔκανε ἀπόλυση τῶν κατηχουμένων. Ὅταν λοιπὸν ὁ γέροντας τὰ ἄκουσε αὐτά, ἔσπρωξε τὴν πόρτα καὶ μπῆκε. Ὁ ἀδελφὸς ἀφοῦ τὸν ὑποδέχτηκε, τὸν προσκύνησε κατὰ τὴν συνήθεια καὶ τὸν ἐρώτησε νὰ μάθει ἂν στεκόταν πολλὴ ὥρα ἐμπρὸς στὴν πόρτα. Ὁ γέροντας μὲ χαριτωμένο τρόπο τοῦ εἶπε: «Τώρα ἦρθα, ὅταν ἔκανες τὴν ἀπόλυση τῶν κατηχουμένων». Ὁ ἀδελφὸς μόλις τὸ ἄκουσε, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ γέροντα καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ προσευχηθεῖ γι\’ αὐτόν, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν πλάνη. Αὐτὸ τὸ θυμήθηκα γιὰ νὰ δείξω σὲ πόση ἀναισθησία φέρνει τὸν ἄνθρωπο αὐτὸς ὁ δαίμονας.

Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ πολεμήσει τέλεια καὶ νὰ στεφανωθεῖ μὲ τὸ στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πρέπει μὲ κάθε τρόπο νὰ φροντίσει νὰ νικήσει τὸ πολύμορφο αὐτὸ θηρίο, ἔχοντας πάντοτε μπροστὰ στὰ μάτια του τὸ ρητό του Δαβίδ: «Ὁ Κύριος διασκόρπισε τὰ κόκκαλα τῶν ἀνθρωπαρέσκων» (Ψαλμ. 52, 6). Καὶ νὰ μὴν κάνει τίποτε ἐπιδιώκοντας τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο, ἀλλὰ νὰ ἐπιζητεῖ τὴν ἀμοιβὴ μόνο ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ ἀποβάλλοντας πάντοτε τοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔρχονται στὴν καρδιά του καὶ τὸν ἐπαινοῦν, νὰ ἐξουθενώνει τὸν ἑαυτὸ του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι θὰ μπορέσει μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς κενοδοξίας.