Εννόημα
  • !

    Ἡ θεία ἀνάσταση εἶναι µαζὶ καὶ ἱστορικὸ γεγονὸς καὶ ἀνερµήνευτο θαῦµα. Ὅταν λέµε ἱστορικὸ γεγονός, ἐννοοῦµε ὅτι συνέβη κάποτε στὴν ἱστορία, πιστοποιήθηκε καὶ βεβαιώθηκε ἀπό τούς ἀνθρώπους, µνηµονεύεται δὲ καὶ µαρτυρεῖται καθὼς ὁποιοδήποτε ἄλλο Ἱστορικὸ γεγονός. Κι ὅταν λέµε θαῦµα, ἐννοοῦµε ὅτι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὶς συνθῆκες τοῦ κόσµου, δηλαδὴ τὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο καὶ τὴ νοητικὴ ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀκριβῶς θαῦµα, δηλαδὴ ἕνα γεγονὸς ποὺ σέ µᾶς µένει ἀνερµήνευτο καὶ ἄρρητο. Ἀνερµήνευτο θὰ πῆ πὼς τὸ µυαλὸ δὲν µπορεῖ νὰ τὸ ἐξήγηση, καὶ ἄρρητο θὰ πῆ ἡ γλώσσα δὲν ἔχει τρόπο νὰ τὸ ἐκφράση. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, καθὼς καὶ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἑρµηνεύεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ κηρύσσεται καὶ δὲν ἐρευνᾶται ἀπὸ τοὺς πιστούς, ἀλλὰ προσκυνεῖται.

  • !

    Ἡ ἀνάσταση λοιπόν, ἐνῶ ἀποδεικνύεται σὰν ἱστορικὸ γεγονός, ἀλλά δὲν ἑρµηνεύεται σὰν θαῦµα. Σὰν ἱστορικὸ γεγονὸς ἡ ἀνάσταση εἶναι ἡ βάση τοῦ κηρύγµατος καὶ τὸ θεµέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία µαρτυρεῖ καὶ ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως, γιατί ἱστορικὰ εἶναι ἀδύνατη ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς τὴν ἀνάσταση, ἐπάνω στὴν ὁποία οἱ Ἀπόστολοι µὲ ἕναν τρόπο πολὺ ἁπλὸ καὶ φυσικό, στήριξαν τὴν ἀξιοπιστία τοῦ κηρύγµατος.

  • !

    Τὸ κήρυγµα λοιπὸν τῶν Ἀποστόλων δὲν ὑπῆρξε καὶ δὲν ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι στὴν Ἐκκλησία «σεσοφισµένος µῦθος», ἕνα δηλαδὴ καλοφτιαγµένο παραµύθι, οὔτε καὶ κάποια φιλοσοφικὴ θεωρία ἡ ἰδεολογία, ἄλλα ἕνα συγκεκριµένο ἱστορικὸ γεγονός, ἡ ἀνάσταση δηλαδὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιὰ νὰ τὸ ποῦµε ἀκόµα πιὸ σωστὰ καὶ µὲ περισσότερη ἀκρίβεια, ἕνα πρόσωπο καὶ ἕνα γεγονός, ὁ Ἰησοῦς καὶ ἡ ἀνάσταση, τὰ δυὸ αὐτὰ στὰ ὁποῖα ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἦλθε στάς Ἀθήνας, συνώψιζε τὸ κήρυγµά του. Γι’ αὐτὸ καὶ κατηγορήθηκε καὶ τὸν εἶπαν σπερµολόγο καὶ ὅτι ἔφερνε στοὺς Ἀθηναίους παράξενες θρησκευτικὲς διδασκαλίες, «ὅτι τὸν Ἰησοῦν καὶ τὴν ἀνάστασιν εὐηγγελίζετο αὐτοῖς».

  • !

    Ὁ λόγος τώρα γιὰ τὴν ἀνάσταση δὲν εἶναι ἱστορία, ἀλλά µαρτυρία, δὲν εἶναι µνήµη, ἀλλά δύναµη· δὲν εἶναι γνώση, ἀλλά ζωή. Ὄχι πὼς ἡ ἀνάσταση εἶναι τὸ γεγονὸς τοῦ κόσµου, ποὺ ἁπλώθηκε κι ἔγινε τὸ θαῦµα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ ἀνάσταση εἶναι τὸ θαῦµα τοῦ Θεοῦ, ποὺ χαµήλωσε κι ἔγινε τὸ γεγονὸς τοῦ κόσµου. Ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ Πατέρα ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωὴ προβαίνει στὸν κόσµο καὶ µπαίνει στὴν ἱστορία, νικᾶ τὸ θάνατο καὶ ἀνασταίνει τὸν ἄνθρωπο.

  • !

    Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βρίσκεται σὲ µία διαρκῆ στάση λατρείας καὶ σὲ µία συνεχῆ ὑµνωδία µπροστὰ στὴν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ «ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως» εἶναι ἡ µαρτυρία τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων καὶ τῶν Δικαίων, ἡ δικαίωση τοῦ ἀγώνα των καὶ ἡ καταξίωση τοῦ µαρτυρίου των, ποὺ εἶναι µαρτύριο αἵµατος καὶ µαρτύριο συνειδήσεως. Οἱ Ἀπόστολοι πρὸς τὸ βράδυ τῆς «µιᾶς σαββάτων» ἐβεβαίωναν ὅτι «ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως»· ὁ κόσµος πίστεψε στὸ θαῦµα καὶ πείσθηκε γιὰ τὸ γεγονός, καὶ µέσα στὴν πίστη καὶ τὴν πεποίθηση αὐτὴ ξαναγεννήθηκε. «Χριστὸς ἀνέστη!» ἀναβοᾶ ἡ Ἐκκλησία, καὶ οἱ αἰῶνες ἀντιβοοῦν «Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος!».