Εννόημα
  • !

    Νὰ λοιπόν, ἤρθαμε… μουρμούρισε ὁ Σωφρόνιος καὶ ξέσπασε σὲ λυγμούς. Γιὰ πολλὴ ὥρα στεκόταν μὲ κατεβασμένο τὸ κεφάλι καὶ κρεμασμένα τὰ χέρια. Εἶχε πέσει πιὰ ἡ νύχτα — ἡ κρύα ἀλλὰ ἥσυχη πασχαλιάτικη νύχτα. Ὁ Σωφρόνιος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σακοῦλι του ἕνα χοντρὸ κερί, τὸ ἄναψε, τὸ στερέωσε πάνω σὲ μιὰ μεγάλη πέτρα, ἐκεῖ, στὰ χαλάσματα… καὶ προσευχήθηκε γιὰ λίγο νοερά. Μετὰ ἔψαλε μὲ τὴ σπασμένη τοῦ φωνή: Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν… Ἀντάλλαξε μὲ τὸν ἐγγονό του τὸν ἀναστάσιμο ἀσπασμό. Ἀναστέναξε καὶ κάθισε σ᾿ ἕνα καμένο κούτσουρο.

  • !

    Ἑξήντα χρόνια ἐρχόμουν ἐδῶ, σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐκκλησία… μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου, ὅσο ζοῦσε, καὶ μετὰ μόνος… Νά, ἐδῶ ὑπῆρχε ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου… Στὸ ἕνα του χέρι ὁ ἅγιος Ἱεράρχης κρατοῦσε μία ἐκκλησούλα, καὶ στὸ ἄλλο ἕνα ξίφος… θαυματουργός! Ὅ,τι κι ἂν τοῦ ζητοῦσες, θὰ σοῦ τὸ ἔκανε!… Καλὸς ὁ Ἱεράρχης μας, γρήγορος στὴ βοήθεια, ταχὺς στὶς πρεσβεῖες!… Τώρα… τί νὰ πεῖ κανείς… Ἐδῶ, ἀγάπη μου, ἦταν ἡ ἁγία Τράπεζα… Ἔλα, γονάτισε καὶ προσκύνησε, καλό μου παιδί… Ἔτσι λοιπόν… Ἄχ, Πετράκη, Πετράκη μου!…

Τὸ Κερί

Ἦταν σούρουπο. Ὁ γερο-Σωφρόνιος κι ὁ ἐγγονός του, ὁ ὀκτάχρονος Πετράκης, προχωροῦσαν μέσα στὸ δάσος.

Ὁ παπποὺς εἶναι τυλιγμένος μὲ τὴ ζεστὴ κάπα του. Τὸν ἔχουν πάρει πιὰ τὰ χρόνια. Καμπούριασε. Τὰ γένια του γίνανε κάτασπρα — τοῦ τ᾿ ἀνακατώνει τώρα ὁ ἀνοιξιάτικος ἄνεμος.

Ὁ Πέτρος βαδίζει πίσω ἀπ᾿ τὸν παπποῦ. Φοράει κι αὐτὸς κάπα. Τὸ κεφαλάκι του εἶναι καλυμμένο μὲ τὸ γούνινο σκοῦφο τοῦ πατέρα του, ποὺ τοῦ πέφτει πολὺ μεγάλος καὶ τοῦ κρύβει σχεδὸν τὰ μάτια. Στὸ χέρι τοῦ κρατάει ἕνα κλαδὶ ἰτιᾶς, ποὺ εὐωδιάζει. Τὸ δάσος βουίζει παράξενα. Ὁ μικρὸς σταματάει κι ἀφουγκράζεται:

— Παππού!… Ἀκοῦς;… Χτυπᾶνε καμπάνες!…

— Ἔτσι κάνει τὸ δάσος, παιδί μου, τώρα τὴν ἄνοιξη, μὲ τὸν ἀέρα. Χτυπάει ἡ καμπάνα τοῦ Κυρίου…

— Στὴν ἐκκλησία πᾶμε, παππού;

— Στὴν ἐκκλησία, ἀγάπη μου, στὸν πασχαλινὸ ὄρθρο!

— Μὰ ἀφοῦ κάηκε, παππού! Δὲν τὴν κάψανε τὸ καλοκαῖρι; Μόνο τοῦβλα καὶ καμένα ξύλα ἀπομείνανε…

— Αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία! ἀποκρίθηκε σοβαρὰ-σοβαρὰ ὁ Σωφρόνιος.

— Ἄλλο καὶ τοῦτο!… μονολογεῖ ἀπορημένος ὁ μικρός. Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει, κι ἐμεῖς πᾶμε στὴν ἐκκλησία! Μήπως ἔπαθε τίποτα ὁ παππούς; Τσάμπα χαλᾶμε τὰ παπούτσια μας…

Ἡ μαυρισμένη καὶ ἐρειπωμένη ἐκκλησία φάνηκε ἀνάμεσα σὲ καμένες σημύδες. Παπποὺς κι ἐγγονὸς σταυροκοπήθηκαν.

— Νὰ λοιπόν, ἤρθαμε… μουρμούρισε ὁ Σωφρόνιος καὶ ξέσπασε σὲ λυγμούς. Γιὰ πολλὴ ὥρα στεκόταν μὲ κατεβασμένο τὸ κεφάλι καὶ κρεμασμένα τὰ χέρια. Εἶχε πέσει πιὰ ἡ νύχτα — ἡ κρύα ἀλλὰ ἥσυχη πασχαλιάτικη νύχτα. Ὁ Σωφρόνιος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σακοῦλι του ἕνα χοντρὸ κερί, τὸ ἄναψε, τὸ στερέωσε πάνω σὲ μιὰ μεγάλη πέτρα, ἐκεῖ, στὰ χαλάσματα… καὶ προσευχήθηκε γιὰ λίγο νοερά. Μετὰ ἔψαλε μὲ τὴ σπασμένη τοῦ φωνή:

— Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…

Ἀντάλλαξε μὲ τὸν ἐγγονό του τὸν ἀναστάσιμο ἀσπασμό. Ἀναστέναξε καὶ κάθισε σ᾿ ἕνα καμένο κούτσουρο.

— Ναί… Ἑξήντα χρόνια ἐρχόμουν ἐδῶ, σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐκκλησία… μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου, ὅσο ζοῦσε, καὶ μετὰ μόνος… Νά, ἐδῶ ὑπῆρχε ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου… Στὸ ἕνα του χέρι ὁ ἅγιος Ἱεράρχης κρατοῦσε μία ἐκκλησούλα, καὶ στὸ ἄλλο ἕνα ξίφος… θαυματουργός! Ὅ,τι κι ἂν τοῦ ζητοῦσες, θὰ σοῦ τὸ ἔκανε!… Καλὸς ὁ Ἱεράρχης μας, γρήγορος στὴ βοήθεια, ταχὺς στὶς πρεσβεῖες!… Τώρα… τί νὰ πεῖ κανείς… Ἐδῶ, ἀγάπη μου, ἦταν ἡ ἁγία Τράπεζα… Ἔλα, γονάτισε καὶ προσκύνησε, καλό μου παιδί… Ἔτσι λοιπόν… Ἄχ, Πετράκη, Πετράκη μου!…

Ἄρχισε πάλι νὰ κλαίει ὁ Σωφρόνιος. Δὲν εἶπε τίποτε ἄλλο. Ἔμεινε ἐκεῖ καθισμένος καὶ ἀμίλητος ὥς ἀργὰ — τόσο, ποὺ ὁ Πετράκης νύσταξε καὶ θέλησε νὰ κοιμηθεῖ. Κάθισε δίπλα στὸν παππού, ἔγειρε τὸ κεφαλάκι στὰ γεροντικά του γόνατα κι ἔκλεισε τὰ μάτια. Κι ὁ παπποὺς τράβηξε τὴν κάπα του καὶ τὸν σκέπασε…