Εννόημα
  • !

    Πάτερ μου, μακάριος εἶναι ὁ λόγος σου καὶ τὸ νόημα ποὺ ἀνέπτυξες. Μακάριοι εἶναι ἐπίσης κι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ καταφέρνουν νὰ καταλάβουν τὰ λεγόμενά σου. Πρέπει ὅμως καὶ ἐμεῖς μὲ τὰ ἀδύνατα μυαλὰ νὰ καταλάβουμε τὰ θεοχαρίτωτα διδάγματά σου. Ἐγὼ ἄφησα ὅλες τὶς δουλειές μου στὸ σπίτι καὶ ἔτρεξα σὰν διψασμένο ἐλάφι γιὰ νὰ ξεδιψάσω ἀπὸ τὰ λόγια σου, ποὺ κυλοῦν σὰν εὐχάριστος χείμαρρος, καὶ νὰ ἀκούσω τὰ νοήματα τῆς διδασκαλίας σου, ποὺ ξεπηδοῦν σὰν πλούσια νερά. Φεύγω, ἐπειδὴ δὲν κατάφερα νὰ πάρω σταγόνα ἀπ’ αὐτὰ γιὰ ζημιὰ τῆς ψυχικῆς μου δίψας καὶ ἀφοῦ ἄφησα τὸ νοικοκυριό μου καὶ ἔχασα τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς μέρας μου μὲ ἀνώφελες φροντίδες

  • !

    Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ «θεοφρων», μετέβαλε τὸν τρόπο διδασκαλίας του καὶ στὸ ἑξῆς ἔβαζε τὰ κατάλληλα φάρμακα στὶς πληγὲς τῶν τραυματιῶν.

Νοικοκυρὰ διδάσκει τὸν Χρυσόστομο νὰ κηρύττει

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος εἶναι σχεδὸν ὁ μόνος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸν ὁποῖο γράφτηκε ἀπὸ τοὺς συγχρόνους καὶ τοὺς μεταγενεστέρους του ἕνας σημαντικὸς ἀριθμὸς βιογραφιῶν. Μέχρι στιγμῆς οἱ (βυζαντινὲς) βιογραφίες ποὺ ἔχουμε ξεπερνοῦν τὶς ὀκτώ. Μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος διασκευῆς ἀπὸ κάποια προηγούμενη, χωρὶς βέβαια δουλικὴ μίμηση τοῦ προτύπου. Κάποτε μέσα στὰ σχετικὰ κείμενα συναντᾶμε στοιχεῖα ἐντελῶς καινούργια καὶ ἴσως ἐντυπωσιακά. Τὸ πόσο ὅμως τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἶναι ἔγκυρα ἐπαφίεται στὴν ἐπιστημονικὴ ἱστορικὴ ἔρευνα νὰ τὸ ἐξακριβώσει. Πιθανότατα μερικὰ δὲν πρόκειται νὰ ἐπαληθευτοῦν. Ἐξάλλου, μερικὰ ἄλλα δημιουργοῦν τὴν ὑπόνοια ὅτι καταχωρήθηκαν ἀπὸ τὸ βιογράφο πρωτογενῶς γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν μιὰ κάποια καλῆς προθέσεως σκοπιμότητα. Προσγράφοντας ὁ βιογράφος μία ἄλφα ἢ βήτα συμπεριφορὰ στὸν βιογραφούμενο, διδάσκει ἔμμεσα ὅλους ἐκείνους ποὺ τιμοῦν τὸν ἅγιο ὅτι καὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ τὸν μιμοῦνται στὴ ζωή τους καὶ νὰ συμπεριφέρονται ἀνάλογα.

Πιθανὸν κάτω ἀπὸ τέτοιες προϋποθέσεις κατέγραψε ὁ Κοσμᾶς Βεστήτωρ, ποὺ πρέπει νὰ ἔζησε στὸν 8ο ἢ 9ο αἰώνα, ἕνα περιστατικὸ τὸ ὁποῖο δὲ συναντιέται σὲ καμιὰ ἄλλη ἀπὸ τὶς βιογραφίες τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Μετὰ τὴν ἐξιστόρηση τῆς χειροτονίας τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου σὲ διάκονο καὶ στὴ συνέχεια σὲ πρεσβύτερο, μιλάει γιὰ τὸ συγγραφικό του ἔργο γιὰ νὰ καταλήξει ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἦταν «προσομιλητὴς τοῦ λαοῦ καὶ ἑρμηνευτὴς τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς». Στὴν ἑπόμενη παράγραφο ἀναφέρεται σ’ ἕνα περιστατικὸ ποὺ συνέβη μὲ μία ἁπλῆ γυναίκα τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δὲν δίστασε νὰ διακόψει τὸν ἅγιο τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἔκανε κήρυγμα ἐπειδὴ δὲν τὸν καταλάβαινε:

«Μία μέρα ποὺ δίδασκε [ὁ Χρυσόστομος] καὶ μιλοῦσε στὸ λαὸ γιὰ τὴ σωτηρία του χρησιμοποίησε λέξεις μὲ θεωρητικὸ περιεχόμενο γιὰ νὰ ἐκφράσει βαθύτερες ἔννοιες. Τὴν ὥρα ἐκείνη μία γυναίκα τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριό του μὲ δυνατὴ φωνὴ εἶπε τὸ ἑξῆς:

«Πάτερ μου, μακάριος εἶναι ὁ λόγος σου καὶ τὸ νόημα ποὺ ἀνέπτυξες. Μακάριοι εἶναι ἐπίσης κι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ καταφέρνουν νὰ καταλάβουν τὰ λεγόμενά σου. Πρέπει ὅμως καὶ ἐμεῖς μὲ τὰ ἀδύνατα μυαλὰ νὰ καταλάβουμε τὰ θεοχαρίτωτα διδάγματά σου. Ἐγὼ ἄφησα ὅλες τὶς δουλειές μου στὸ σπίτι καὶ ἔτρεξα σὰν διψασμένο ἐλάφι γιὰ νὰ ξεδιψάσω ἀπὸ τὰ λόγια σου, ποὺ κυλοῦν σὰν εὐχάριστος χείμαρρος, καὶ νὰ ἀκούσω τὰ νοήματα τῆς διδασκαλίας σου, ποὺ ξεπηδοῦν σὰν πλούσια νερά. Φεύγω, ἐπειδὴ δὲν κατάφερα νὰ πάρω σταγόνα ἀπ’ αὐτὰ γιὰ ζημιὰ τῆς ψυχικῆς μου δίψας καὶ ἀφοῦ ἄφησα τὸ νοικοκυριό μου καὶ ἔχασα τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς μέρας μου μὲ ἀνώφελες φροντίδες».

Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ «θεοφρων», μετέβαλε τὸν τρόπο διδασκαλίας του καὶ στὸ ἑξῆς ἔβαζε τὰ κατάλληλα φάρμακα στὶς πληγὲς τῶν τραυματιῶν.