Εννόημα
  • !

    Γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογική, ποὺ δικαιολογημένα θεωρεῖ ὕψιστα ἀγαθὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐλευθερία, εἶναι πολὺ φυσικὸ ἡ φυλακὴ καὶ ὁ θάνατος νὰ θεωροῦνται «αἰσχύνης ἄξια καὶ ὀνειδισμοῦ», ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσοστoμoς. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἑκούσια καταδέχθηκε δεσμὰ καὶ θάνατο γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἀναδείχθηκε «τίμιος ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος μὲ τὸ στόμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη λέει σήμερα στὸν Τιμόθεο: «Μὴ ντραπεῖς, ἂν ἐγώ, ποὺ ἀνασταίνω νεκρούς, ποὺ κάνω τόσα θαύματα, ποὺ περιέτρεξα τὴν οἰκουμένη, τώρα εἶμαι φυλακισμένος. Δὲν εἶμαι στὴ φυλακὴ σὰν κακοῦργος, ἀλλὰ ἐξαιτίας Ἐκείνου, ποὺ σταυρώθηκε. Ἂν ὁ Κύριός μου δὲν ντράπηκε τὸν σταυρό, οὔτε ἐγὼ ντρέπομαι τὰ δεσμά».

  • !

    Δὲν μᾶς σώζει χωρὶς νὰ τὸ θέλουμε. Δὲν σωζόμαστε, ἂν στὴ δική του πρόθεση δὲν συνεργήσει καὶ ἡ δική μας ἐλεύθερη μετάνοια. Θὰ τὸ πεῖ ξεκάθαρα ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τὴν ἀπαράμιλλη διατύπωση: «Ὁ Χριστὸς κατήργησε τὸν θάνατο· καὶ μᾶς φώτισε νὰ ἐλπίζουμε ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ἀφθαρσία διὰ τοῦ Εὐαγγελίου του»· τὸ φῶς καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς αἰωνίου ζωῆς θὰ μᾶς βγάλουν ἀπὸ τὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀπελπισίας, μόνο ἂν ἐγκολπωθοῦμε τὸ Εὐαγγέλιό του καὶ θελήσουμε ἐλεύθερα νὰ τηρήσουμε τὸ ἀποκεκαλυμμένο πλέον θέλημά του. Ἄρα ἡ πνευματική μας ἀνάσταση καὶ ἡ ἀπόλαυση τῆς αἰώνιας Βασιλείας του ἐξαρτῶνται ὄχι μόνο ἀπὸ τὴ δεδομένη δική του «πρόθεσιν καὶ χάριν», ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ δικό μας ὁλοκαρδο «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».

  • !

    Ἑπομένως τὴν ἐνανθρώπησή του, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν πληρότητα τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ δόξας μέσα στὴ Βασιλεία του, δὲν τὴν προκάλεσε ἡ δική μας πτώση στὴν ἁμαρτία. Δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης ἀλλὰ φυσικὸς καρπὸς τῆς δικῆς του ἐλευθερίας καὶ ἀγάπης. Πολλὲς πρoτυπώσεις αὐτῆς τῆς ἀγάπης τοῦ ἄσαρκου τότε Λόγου ἐκδηλώθηκαν «σκιωδῶς» στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἰδιαίτερα πρὸς τὸν «περιούσιο» λαό του, τοὺς Ἰουδαίους· ἡ ἔνδοξη ὅμως καὶ πλήρης φανέρωσή της ἔγινε μὲ τὴ Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦλθε νὰ σώσει ὄχι μόνο τοὺς Ἰσραηλίτες ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα.

  • !

    Σαφῶς καὶ αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ δὲν ἦταν ἀναγκαστικὴ ἐπιστράτευση· θὰ μποροῦσε, ἂν τὸ ἤθελε, ὁ Σαοὺλ νὰ γίνει «ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ» (Πράξ. 26,19). Εὐθέως ὅμως ὑπάκουσε ἐλεύθερα στὴν «ἁγία κλήση» καὶ ἄνοιξε διάπλατα τὴν καρδιά του γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ ἀφοῦ συνειδητοποίησε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ «πλήρωμα τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν», «ἀνοίχτηκε» στὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἐθνῶν, στὸν ὁποῖο ἀντιδροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι· παγιδευμένοι σὲ ρατσιστικὲς ἀντιλήψεις, δὲν ἤθελαν νὰ καταλάβουν ὅτι στὸν «περιούσιο» λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀνήκει πλέον κάθε ἄνθρωπος, ἀδιαφόρως καταγωγῆς, ποὺ ὁ ἴδιος ἐπιλέγει νὰ πιστέψει στὸν Χριστό.

  • !

    Εἴκοσι πέντε ὁλόκληρα χρόνια δὲν σταμάτησε ὁ Παῦλος νὰ πάσχει καὶ νὰ ὑποφέρει κάθε εἴδους ταλαιπωρία καὶ διωγμὸ ἐξαιτίας τοῦ εὐαγγελικοῦ του κηρύγματος· καὶ ὄχι μόνο δὲν ντρέπεται γι’ αὐτό, ἀλλὰ τὸ θεωρεῖ καύχημά του, ἀφοῦ ὅλα τὰ ὑπέμεινε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸν ἐμπιστεύθηκε καὶ δὲν ἀπογοητεύθηκε, ἐπειδὴ δὲν εἶδε τοὺς καρποὺς ποὺ θὰ περίμενε.

  • !

    Πολλὲς ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ κακοπάθειες τοῦ Παύλου τὶς εἶχε μοιραστεῖ μαζί του ὁ «νεοσύλλεκτος» ποιμένας Τιμόθεος. Σ’ αὐτὴ τὴ δεύτερη ἐπιστολὴ του ὁ Ἀπόστολος τοῦ τὰ θυμίζει καὶ τὸν ἐνισχύει στὴν ἀποστολική του διακονία, καλώντας τον νὰ κρατήσει ὑγιῆ καὶ ἀναλλοίωτη τὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία, ὅπως ἐκεῖνος τοῦ τὴν παρέδωσε, μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Tὸ πιὸ φωτεινὸ παράδειγμα (Β΄Τιμ. α΄8-18)

Στὴν ἑορτὴ ἑνὸς ἁγίου, τοῦ ὁποίου τὸ μαρτυρικὸ τέλος καμάρωσε καὶ μοιράστηκε ἡ μητέρα του, ἀκοῦμε στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα γιὰ ἕνα πνευματικὸ πατέρα, ποὺ καλεῖ τὸ πνευματικό του παιδὶ ὄχι μόνο νὰ μὴ ντραπεῖ ἀλλὰ καὶ νὰ μοιραστεῖ κι αὐτὸς μαζί του τὴ μαρτυρικὴ διακονία τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἡ θαυμαστὴ σύμπτωση εἶναι ὅτι ἡ μητέρα τοῦ σήμερα ἑορταζομένου ἁγίου Ἐλευθερίου, ἡ ἁγία Ἀνθία, εἶχε κατηχηθεῖ ἀπὸ μαθητὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου· ἑπομένως καὶ ὁ ἱερομάρτυς ἅγιος συγκαταλέγεται στὰ ἄμεσα «ἔκγονα» τοῦ πρωτοκορυφαίου.

Αἰσχύνη ἢ καύχημα;

Γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογική, ποὺ δικαιολογημένα θεωρεῖ ὕψιστα ἀγαθὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐλευθερία, εἶναι πολὺ φυσικὸ ἡ φυλακὴ καὶ ὁ θάνατος νὰ θεωροῦνται «αἰσχύνης ἄξια καὶ ὀνειδισμοῦ», ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσοστoμoς. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἑκούσια καταδέχθηκε δεσμὰ καὶ θάνατο γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἀναδείχθηκε «τίμιος ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος μὲ τὸ στόμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη λέει σήμερα στὸν Τιμόθεο: «Μὴ ντραπεῖς, ἂν ἐγώ, ποὺ ἀνασταίνω νεκρούς, ποὺ κάνω τόσα θαύματα, ποὺ περιέτρεξα τὴν οἰκουμένη, τώρα εἶμαι φυλακισμένος. Δὲν εἶμαι στὴ φυλακὴ σὰν κακοῦργος, ἀλλὰ ἐξαιτίας Ἐκείνου, ποὺ σταυρώθηκε. Ἂν ὁ Κύριός μου δὲν ντράπηκε τὸν σταυρό, οὔτε ἐγὼ ντρέπομαι τὰ δεσμά».

Καὶ βέβαια οἱ ὅποιες δικές μας κακοπάθειες οὔτε ξεχρεώνουν οὔτε κατὰ διάνοιαν μποροῦν νὰ ἰσοσταθμίσουν τὴ λυτρωτικὴ γιὰ ἐμᾶς θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ σωτηρία μᾶς δόθηκε ἐντελῶς δωρεάν· εἶναι μόνο χάρισμα τοῦ Χριστοῦ, καθαρὰ ἀπὸ δική του πρόθεση. Καὶ ὁ τελείως ἀvεvδεὴς Κύριός μας δὲν ἔχει ἀνάγκη καμία δική μας προσφορὰ καὶ θυσία. Ὅμως, ἐπειδὴ μᾶς ἔπλασε ἐλεύθερους «κατ’ εἰκόνα» του, δὲν θέλει νὰ ἐπιβάλει πιεστικὰ σὲ κανέναν τὴ λύτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο. Δὲν μᾶς σώζει χωρὶς νὰ τὸ θέλουμε. Δὲν σωζόμαστε, ἂν στὴ δική του πρόθεση δὲν συνεργήσει καὶ ἡ δική μας ἐλεύθερη μετάνοια. Θὰ τὸ πεῖ ξεκάθαρα ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τὴν ἀπαράμιλλη διατύπωση: «Ὁ Χριστὸς κατήργησε τὸν θάνατο· καὶ μᾶς φώτισε νὰ ἐλπίζουμε ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ἀφθαρσία διὰ τοῦ Εὐαγγελίου του»· τὸ φῶς καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς αἰωνίου ζωῆς θὰ μᾶς βγάλουν ἀπὸ τὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀπελπισίας, μόνο ἂν ἐγκολπωθοῦμε τὸ Εὐαγγέλιό του καὶ θελήσουμε ἐλεύθερα νὰ τηρήσουμε τὸ ἀποκεκαλυμμένο πλέον θέλημά του. Ἄρα ἡ πνευματική μας ἀνάσταση καὶ ἡ ἀπόλαυση τῆς αἰώνιας Βασιλείας του ἐξαρτῶνται ὄχι μόνο ἀπὸ τὴ δεδομένη δική του «πρόθεσιν καὶ χάριν», ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ δικό μας ὁλοκαρδο «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».

Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν

Τὸ ὅτι αὐτὴ ἡ χάρη μᾶς δόθηκε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ «πρὸ χρόνων αἰωνίων», κατὰ τὸν μέγα θεολόγο Παῦλο, σημαίνει ὅτι ἡ θεία ἀπόφαση γιὰ τὴ σωτηρία μας εἶναι ἄναρχη καὶ προαιώνια, ὅπως ἄναρχος καὶ προαιώνιος εἶναι ὁ Σωτήρας μας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως τὴν ἐνανθρώπησή του, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν πληρότητα τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ δόξας μέσα στὴ Βασιλεία του, δὲν τὴν προκάλεσε ἡ δική μας πτώση στὴν ἁμαρτία. Δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης ἀλλὰ φυσικὸς καρπὸς τῆς δικῆς του ἐλευθερίας καὶ ἀγάπης. Πολλὲς πρoτυπώσεις αὐτῆς τῆς ἀγάπης τοῦ ἄσαρκου τότε Λόγου ἐκδηλώθηκαν «σκιωδῶς» στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἰδιαίτερα πρὸς τὸν «περιούσιο» λαό του, τοὺς Ἰουδαίους· ἡ ἔνδοξη ὅμως καὶ πλήρης φανέρωσή της ἔγινε μὲ τὴ Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦλθε νὰ σώσει ὄχι μόνο τοὺς Ἰσραηλίτες ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα.

Ἀπόστολος καὶ κήρυκας αὐτῆς τῆς σωτηρίας ἰδιαίτερα γιὰ τὰ ἔθνη ἐπελέγη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἕνας πρώην φανατικὸς διώκτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἄριστος γνώστης τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου καὶ τῶν προφητῶν, ἔστω κι ἂν οἰκτρά τοὺς παρερμήνευε. Σαφῶς καὶ αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ δὲν ἦταν ἀναγκαστικὴ ἐπιστράτευση· θὰ μποροῦσε, ἂν τὸ ἤθελε, ὁ Σαοὺλ νὰ γίνει «ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ» (Πράξ. 26,19). Εὐθέως ὅμως ὑπάκουσε ἐλεύθερα στὴν «ἁγία κλήση» καὶ ἄνοιξε διάπλατα τὴν καρδιά του γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ ἀφοῦ συνειδητοποίησε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ «πλήρωμα τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν», «ἀνοίχτηκε» στὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἐθνῶν, στὸν ὁποῖο ἀντιδροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι· παγιδευμένοι σὲ ρατσιστικὲς ἀντιλήψεις, δὲν ἤθελαν νὰ καταλάβουν ὅτι στὸν «περιούσιο» λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀνήκει πλέον κάθε ἄνθρωπος, ἀδιαφόρως καταγωγῆς, ποὺ ὁ ἴδιος ἐπιλέγει νὰ πιστέψει στὸν Χριστό.

Φύλαξε τὴν παρακαταθήκη!

Εἴκοσι πέντε ὁλόκληρα χρόνια δὲν σταμάτησε ὁ Παῦλος νὰ πάσχει καὶ νὰ ὑποφέρει κάθε εἴδους ταλαιπωρία καὶ διωγμὸ ἐξαιτίας τοῦ εὐαγγελικοῦ του κηρύγματος· καὶ ὄχι μόνο δὲν ντρέπεται γι’ αὐτό, ἀλλὰ τὸ θεωρεῖ καύχημά του, ἀφοῦ ὅλα τὰ ὑπέμεινε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸν ἐμπιστεύθηκε καὶ δὲν ἀπογοητεύθηκε, ἐπειδὴ δὲν εἶδε τοὺς καρποὺς ποὺ θὰ περίμενε. Πολλοί, ὄχι μόνο δὲν ντράπηκαν τὰ δεσμὰ του ἀλλὰ καὶ τὸν στήριξαν καὶ τὸν «ἀνέψυξαν»· δὲν ἔλειψαν ὅμως καὶ πρώην συνοδοιπόροι του ποὺ τὸν ἐγκατέλειψαν. Παρ’ ὅλα αὐτά, εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ ἀγωνοθέτης Κύριος ἔχει τὴ δύναμη νὰ φυλάξει ὅλο τὸ ἔργο ποὺ μὲ τὴ χάρη του ἐπετέλεσε, ὅπως καὶ τὴν ἀνταμοιβὴ του γι’ αὐτό, μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας τοῦ Παρουσίας.

Πολλὲς ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ κακοπάθειες τοῦ Παύλου τὶς εἶχε μοιραστεῖ μαζί του ὁ «νεοσύλλεκτος» ποιμένας Τιμόθεος. Σ’ αὐτὴ τὴ δεύτερη ἐπιστολὴ του ὁ Ἀπόστολος τοῦ τὰ θυμίζει καὶ τὸν ἐνισχύει στὴν ἀποστολική του διακονία, καλώντας τον νὰ κρατήσει ὑγιῆ καὶ ἀναλλοίωτη τὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία, ὅπως ἐκεῖνος τοῦ τὴν παρέδωσε, μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.