Εννόημα
  • !

    Κορυφαία ἡ σημερινὴ γιορτή! Εἶναι ἡ γενέθλια ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς δὲν περιγράφεται στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ἀλλὰ στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων, ἡ Ἐκκλησία ἐπιλέγει τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ μὲ ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνέβη τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἑβραϊκῆς Πεντηκοστῆς. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα οἱ Ἑβραῖοι πήγαιναν νὰ ἀντλήσουν νερὸ ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, τὸ ὁποῖο μετὰ τὸ ἔχυναν ὡς σπονδὴ στὸ θυσιαστήριο τῶν ὁλοκαυτωμάτων. Καὶ ἡ εὐθυμία τοῦ πλήθους ἦταν τέτοια, ὥστε οἱ ραββίνοι συνήθιζαν νὰ λένε ὅτι, ὅποιος δὲν ἔζησε αὐτὴ τὴν τελετή, δὲν ξέρει τί εἶναι χαρά.

  • !

    Σ’ αὐτὴ τὴν τόσο χαρούμενη μέρα ὁ Χριστός, ἐνῶ συνήθως δίδασκε καθιστός, ὄχι μόνο στάθηκε ὄρθιος, ἀλλὰ καὶ φώναξε δυνατά: «Ἂν κάποιος διψάει, νὰ ’ρθεῖ σὲ μένα καὶ νὰ πιεῖ. Μέσα ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ πιστεύει σὲ μένα, ποτάμια ζωντανὸ νερὸ θὰ τρέξουν». Καὶ ἐξηγεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὅτι «αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ Ἰησοῦς ἐννοώντας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ θὰ ἐλάμβαναν ὅσοι θὰ πίστευαν σ’ αὐτόν. Γιατί τότε ἀκόμα δὲν εἶχαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀκόμα δοξαστεῖ» μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή του στοὺς οὐρανούς.

  • !

    Ἡ πρώτη ἀλήθεια εἶναι ὅτι αὐτὸς δίνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο -ὅπως ἀλλοῦ λέει σαφέστερα- «ἐκπορεύεται παρὰ τοῦ Πατρὸς» ἀλλὰ «πέμπεται» δι’ αὐτοῦ, δηλαδὴ τοῦ Υἱοῦ (Ἰω. 15,26). Αὐτὸς παρακάλεσε τὸν Πατέρα του νὰ μᾶς δώσει «ἄλλον Παράκλητον» (14,16), γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (16,13) καὶ νὰ μένει μαζί μας εἰς τὸν «αἰῶνα».

  • !

    Ἡ δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι, ὅπως ἐπεξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ὁ Χριστὸς δὲν δίνει σὲ κανέναν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴ βία. Τὸ δίνει μόνο σὲ ὅποιον ἔχει πολλὴ προθυμία καὶ καίγεται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ τὸ λάβει». Βασικὴ προϋπόθεση τῆς ἀπόκτησης τῆς μεγάλης αὐτῆς δωρεᾶς εἶναι ἡ προσωπικὴ δίψα τοῦ ἀνθρώπου· ἡ τελείως ἐλεύθερη ἀναζήτησή του.

  • !

    Ἡ τρίτη ἀλήθεια ἀναφέρεται στὰ ἀποτελέσματα καὶ στοὺς καρποὺς αὐτῆς τῆς δωρεᾶς: Ὄχι μόνο ξεδιψάει ὅποιος γεμίζει ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλὰ ξεχύνονται ἀπὸ αὐτὸν ποτάμια ζωντανὸ νερό, γιὰ νὰ ξεδιψάσουν κι ἄλλοι. Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι γεμάτη ἀπὸ παραδείγματα ἀνθρώπων, ποὺ ξεδίψασαν ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερό, ἐνῶ πρὶν βρίσκονταν κυριολεκτικὰ «στὴ μέση τῆς ἐρήμου».

  • !

    Πόσες ψυχὲς «ὡς γῆ ἄνυδρος» περιμένουν νὰ ξεδιψάσουν ἀπὸ τὴ δροσιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ σταλάζει πλούσια ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὰ λόγιά μας, ἀφοῦ σὲ κάθε θεία Λειτουργία χορταίνουμε ἀπὸ τὴν «χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Β’ Κορ. 13,13)!

Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ζῶσα πηγὴ νοερὰ

Κορυφαία ἡ σημερινὴ γιορτή! Εἶναι ἡ γενέθλια ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς δὲν περιγράφεται στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ἀλλὰ στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων, ἡ Ἐκκλησία ἐπιλέγει τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ μὲ ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνέβη τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἑβραϊκῆς Πεντηκοστῆς. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα οἱ Ἑβραῖοι πήγαιναν νὰ ἀντλήσουν νερὸ ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, τὸ ὁποῖο μετὰ τὸ ἔχυναν ὡς σπονδὴ στὸ θυσιαστήριο τῶν ὁλοκαυτωμάτων. Καὶ ἡ εὐθυμία τοῦ πλήθους ἦταν τέτοια, ὥστε οἱ ραββίνοι συνήθιζαν νὰ λένε ὅτι, ὅποιος δὲν ἔζησε αὐτὴ τὴν τελετή, δὲν ξέρει τί εἶναι χαρά.

Διψᾶς ἀληθινά;

Σ’ αὐτὴ τὴν τόσο χαρούμενη μέρα ὁ Χριστός, ἐνῶ συνήθως δίδασκε καθιστός, ὄχι μόνο στάθηκε ὄρθιος, ἀλλὰ καὶ φώναξε δυνατά: «Ἂν κάποιος διψάει, νὰ ’ρθεῖ σὲ μένα καὶ νὰ πιεῖ. Μέσα ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ πιστεύει σὲ μένα, ποτάμια ζωντανὸ νερὸ θὰ τρέξουν». Καὶ ἐξηγεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὅτι «αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ Ἰησοῦς ἐννοώντας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ θὰ ἐλάμβαναν ὅσοι θὰ πίστευαν σ’ αὐτόν. Γιατί τότε ἀκόμα δὲν εἶχαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀκόμα δοξαστεῖ» μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή του στοὺς οὐρανούς.

Οἱ προφῆτες, βέβαια, καὶ ὅλοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, «εἶχαν δεχθεῖ πλούσια ἔλλαμψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσε σὲ θεογνωσία καὶ τοὺς ἀποκάλυπτε τὰ μέλλοντα. Μὲ τὴν Πεντηκοστή, ὅμως, μᾶς δόθηκε ἡ δυνατότητα, ὄχι ἁπλῶς νὰ δεχθοῦμε κάποιο φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ τὴν ὁλοσχερὴ καὶ ὁλόκληρη κατοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μποροῦμε νὰ γίνουμε ναοὶ Θεοῦ»!

Σ’ αὐτὴ τὴν τιμὴ καὶ τὴ δόξα μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός, προφητεύοντας στὴ σημερινὴ περικοπὴ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει τρεῖς μεγάλες ἀλήθειες:

Τρεῖς ἀλήθειες

Ἡ πρώτη ἀλήθεια εἶναι ὅτι αὐτὸς δίνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο -ὅπως ἀλλοῦ λέει σαφέστερα- «ἐκπορεύεται παρὰ τοῦ Πατρὸς» ἀλλὰ «πέμπεται» δι’ αὐτοῦ, δηλαδὴ τοῦ Υἱοῦ (Ἰω. 15,26). Αὐτὸς παρακάλεσε τὸν Πατέρα του νὰ μᾶς δώσει «ἄλλον Παράκλητον» (14,16), γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (16,13) καὶ νὰ μένει μαζί μας εἰς τὸν «αἰῶνα».

Ἡ δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι, ὅπως ἐπεξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ὁ Χριστὸς δὲν δίνει σὲ κανέναν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴ βία. Τὸ δίνει μόνο σὲ ὅποιον ἔχει πολλὴ προθυμία καὶ καίγεται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ τὸ λάβει». Βασικὴ προϋπόθεση τῆς ἀπόκτησης τῆς μεγάλης αὐτῆς δωρεᾶς εἶναι ἡ προσωπικὴ δίψα τοῦ ἀνθρώπου· ἡ τελείως ἐλεύθερη ἀναζήτησή του.

Καὶ ἡ τρίτη ἀλήθεια ἀναφέρεται στὰ ἀποτελέσματα καὶ στοὺς καρποὺς αὐτῆς τῆς δωρεᾶς: Ὄχι μόνο ξεδιψάει ὅποιος γεμίζει ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλὰ ξεχύνονται ἀπὸ αὐτὸν ποτάμια ζωντανὸ νερό, γιὰ νὰ ξεδιψάσουν κι ἄλλοι. Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι γεμάτη ἀπὸ παραδείγματα ἀνθρώπων, ποὺ ξεδίψασαν ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερό, ἐνῶ πρὶν βρίσκονταν κυριολεκτικὰ «στὴ μέση τῆς ἐρήμου».

«Στὴ μέση τῆς ἐρήμου»

Μὲ αὐτὸν τὸν τίτλο κατέθεσε σὲ βιβλίο πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια τὴν ἐμπειρία της μία Ἀμερικανοεβραία, ἡ Μάρτζορυ Κόρμπμαν, ἡ ὁποία σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν μεταστράφηκε στὴν Ὀρθοδοξία. Λίγο πρὶν βαπτιστεῖ ἔγραφε: «Εἶναι εὔκολο νὰ μᾶς καταδικάζετε γιὰ τὸ ὅτι δὲν πιστεύουμε σὲ τίποτε καὶ γιὰ τὴν ἐκτὸς ἐλέγχου συμπεριφορά μας. Οἱ ἄνοστες ἰδεολογίες καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὴ λογικὴ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν πιά. Δὲν πιστεύουμε στὶς ἁπλὲς ἀπαντήσεις. Θέλουμε κάτι περισσότερο. Τὰ θέλουμε ὅλα. Θέλουμε ὄχι κάτι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ ἀναλύσουμε, ἀλλὰ κάτι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ ζήσουμε. Ἀναζητοῦμε τὴν προσωπικὴ συνάντηση μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Δὲν πιστεύουμε στὴ φτηνὴ εὐτυχία, στὸ λίγο καλύτερο, στὶς μέτριες χαρές. Ἢ ὅλα ἢ τίποτε! Κι ἂν τώρα ἔχουμε κολλήσει στὸ τίποτε, εἶναι ἀκριβῶς γιατί περιμένουμε τὸ ὅλα!»

Εἶναι συγκλονιστικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο περιγράφει τὴ φλογερὴ δίψα της γιὰ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν. Ὅταν πιὰ ξεδίψασε μελετώντας τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ μπαίνοντας συνειδητὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, μὲ δύο λόγια περιγράφει τί ἔνιωσε: «Ἤμουν νεκρὴ καὶ ξανάζησα. Ἤμουν χαμένη καὶ βρέθηκα». Καὶ καταλήγει ἐπαληθεύοντας τὴν προφητεία τοῦ Χριστοῦ γι’ αὐτοὺς ποὺ χορταίνουν τὸ ζωντανὸ νερό: «Τώρα, ὅταν μιλάω στοὺς συνομηλίκους μου μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν ξεραΐλα τῶν ἐρήμων καὶ νὰ στραφοῦν στὶς πηγὲς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, παρατηρῶ ὅτι ἀκοῦνε μὲ ἔνταση καὶ προσοχή. Ἐνδιαφέρονται μὲ γνησιότητα γιὰ τὸν Θεό. Τὸν περιμένουν».

Πόσες ψυχὲς «ὡς γῆ ἄνυδρος» περιμένουν νὰ ξεδιψάσουν ἀπὸ τὴ δροσιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ σταλάζει πλούσια ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὰ λόγιά μας, ἀφοῦ σὲ κάθε θεία Λειτουργία χορταίνουμε ἀπὸ τὴν «χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Β\’ Κορ. 13,13)!