Εννόημα
  • !

    Ο Απόστολος Πέτρος γράφει εις την δευτέραν επιστολήν του, ότι «η θεία δύναμις του Θεού μας εδώρησεν όσα συντελούν εις την ζωήν και την ευσέβειαν δια της πλήρους γνώσεως Εκείνου ο οποίος μας εκάλεσε με την ιδικήν Του δόξαν και δύναμιν. Δι’ αυτών μας εδώρησε τας πολύτιμους και μεγίστας υποσχέσεις, ώστε να αποφεύγετε δια τούτων την διαφθοράν, η οποία υπάρχει εις τον κόσμον, λόγω των κακών επιθυμιών, και να γίνετε κοινωνοί θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρου 1,3-4).

  • !

    Η τελευταία αυτή φράσις του Αποστόλου δεν σημαίνει, ασφαλώς, ότι ο άνθρωπος είναι δυνατόν να γνωρίση την ουσίαν του Θεού, εκείνο, δηλαδή, το οποίον χαρακτηρίζει την θείαν ύπαρξιν και την ξεχωρίζει από τα κτιστά δημιουργήματα. Τούτο διότι, εάν ήτο ικανός ο άνθρωπος να εισχώρηση εις την θείαν φύσιν, τότε θα εγίνετο και ο ίδιος Θεός. Τότε δεν θα είχομεν ένα, αλλά πολλούς θεούς. «Δεν θα ημπόρεσης να ιδής το πρόσωπόν μου», λέγει ο Θεός εις τον Μωυσή, «διότι δεν θα ημπορέση να ζήση άνθρωπος, ο οποίος θα αντικρύση το πρόσωπόν μου» (Έξοδος 33,20.

Ε. Ο. 3.1. Ἡ ἀγνωσία τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ

Ο Απόστολος Πέτρος γράφει εις την δευτέραν επιστολήν του, ότι «η θεία δύναμις του Θεού μας εδώρησεν όσα συντελούν εις την ζωήν και την ευσέβειαν δια της πλήρους γνώσεως Εκείνου ο οποίος μας εκάλεσε με την ιδικήν Του δόξαν και δύναμιν. Δι’ αυτών μας εδώρησε τας πολύτιμους και μεγίστας υποσχέσεις, ώστε να αποφεύγετε δια τούτων την διαφθοράν, η οποία υπάρχει εις τον κόσμον, λόγω των κακών επιθυμιών, και να γίνετε κοινωνοί θείας φύσεως» (Β΄ Πέτρου 1,3-4).
Β Πε. 1,3 Ὡς πάντα ἡμῖν τῆς θείας δυνάμεως αὐτοῦ τὰ πρὸς ζωὴν καὶ εὐσέβειαν δεδωρημένης διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ καλέσαντος ἡμᾶς διὰ δόξης καὶ ἀρετῆς,
Β Πε. 1,3 Και τούτο, διότι η θεία δύναμις του Κυρίου Ιησού μας έχει δωρήσει όλα όσα οδηγούν και υποβοηθούν προς την πνευματικήν ζωήν και την ευσέβειαν. Μας τα εδώρησε δε δια της ακριβούς και βαθείας γνώσεως του αληθινού Θεού, ο οποίος μας εκάλεσεν από την πλάνην και την ενοχήν, χάρις εις την ιδικήν του άπειρον δόξαν και την αρετήν.Β Πε. 1,4 δι᾿ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς.
Β Πε. 1,4 Δια μέσου δε αυτών των απείρων τελειοτήτων του έχουν δωρηθή εις ημάς αι ανεκτίμητοι και μέγισται υποσχέσεις, ίνα ελκυόμενοι και ενισχυόμενοι από αυτάς γίνετε συμμέτοχοι θείας φύσεως, αποφεύγοντες και ελευθερούμενοι από την φαυλότητα και την διαφθοράν του κόσμου, προς την οποίαν ωθεί και υποδουλώνει η αμαρτωλή επιθυμία.

Η τελευταία αυτή φράσις του Αποστόλου δεν σημαίνει, ασφαλώς, ότι ο άνθρωπος είναι δυνατόν να γνωρίση την ουσίαν του Θεού, εκείνο, δηλαδή, το οποίον χαρακτηρίζει την θείαν ύπαρξιν και την ξεχωρίζει από τα κτιστά δημιουργήματα. Τούτο διότι, εάν ήτο ικανός ο άνθρωπος να εισχώρηση εις την θείαν φύσιν, τότε θα εγίνετο και ο ίδιος Θεός. Τότε δεν θα είχομεν ένα, αλλά πολλούς θεούς. «Δεν θα ημπόρεσης να ιδής το πρόσωπόν μου», λέγει ο Θεός εις τον Μωυσή, «διότι δεν θα ημπορέση να ζήση άνθρωπος, ο οποίος θα αντικρύση το πρόσωπόν μου» (Έξοδος 33,20.

Εξ. 33,20 καὶ εἶπεν· οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται.
Εξ. 33,20 Και ο Θεός εξηκολούθησε· “δεν θα ημπορέσης να ίδης το πρόσωπόν μου· διότι κανείς άνθρωπος δεν ημπορεί να με αντικρύση εις όλην μου την δόξαν και να ζήση”.

Παράβαλλε και Α\’ Τιμ. 6,16).

Α Τιμ. 6,16 ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται· ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον· ἀμήν.
Α Τιμ. 6,16 αυτός, ο οποίος μόνος έχει από τον εαυτόν του την αθανασίαν και αιωνιότητα, ο οποίος κατοικεί στο απλησίαστον δι\’ όλα τα δημιουργήματα φως και το οποίον κανείς από τους ανθρώπους ούτε είδε ούτε ημπορεί να ίδη. Εις αυτόν δε ανήκει η τιμή και η αιωνία και ακατάλυτος εξουσία. Αμήν