Παλαιά Διαθήκη Καινή Διαθήκη
ΓΕΝΕΣΙΣ
ΕΞΟΔΟΣ
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ
ΑΡΙΘΜΟΙ
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ
ΚΡΙΤΑΙ
ΡΟΥΘ
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ B΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄
ΕΣΔΡΑΣ Α΄
ΕΣΔΡΑΣ Β΄
ΝΕΕΜΙΑΣ
ΤΩΒΙΤ
ΙΟΥΔΙΘ
ΕΣΘΗΡ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄
ΨΑΛΜΟΙ
ΙΩΒ
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ
ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ
ΩΣΗΕ
ΑΜΩΣ
ΜΙΧΑΙΑΣ
ΙΩΗΛ
ΟΒΔΙΟΥ
ΙΩΝΑΣ
ΝΑΟΥΜ
ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΣΟΦΟΝΙΑΣ
ΑΓΓΑΙΟΣ
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΛΑΧΙΑΣ
ΗΣΑΪΑΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΒΑΡΟΥΧ
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ
ΙΕΖΕΚΙΗΛ
ΔΑΝΙΗΛ - ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ
ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ
ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄
ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄
ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄
ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ
Α΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
Γ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ἐννόημα
! Ὁ θάνατος εἶναι ποὺ καὶ νὰ τὸν θυμόμαστε μόνο, μᾶς παγώνει τὸ αἷμα. Κι ὅλα ἐτοῦτα, γιατί ἀκόμα δὲν εἴμαστε γεροὶ στὴν πίστη μας καὶ μπροστὰ στὸ θάνατο φοβόμαστε καὶ λυπόμαστε «ὡς οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», καθὼς τὸ λέει ὁ Ἀπόστολος.
 
! Ποιὸς εἶπε νὰ μὴ λυπᾶσαι, ὅταν φεύγη ὁ ἄνθρωπός σου; Ποιὸς τὸ θέλει νὰ μὴ δακρύσης καὶ νὰ μὴν κλάψης; Ἀνθρώπινο εἶναι καὶ φυσικό. Καὶ στὴν ξενητιὰ ὅταν φεύγουν οἱ δικοί μας, κλαῖμε ποὺ τοὺς χωριζόμαστε. Μὰ δὲν ἀφίνουμε νὰ μᾶς πνίξη ὁ πόνος καὶ νὰ μᾶς θολώση τὰ λογικά μας ἡ λύπη. Φεύγουν, δὲν χάνονται· θὰ 'ρθῆ καιρὸς καὶ πάλι νὰ τοὺς δοῦμε. Κι οἱ νεκροί μας φεύγουν, δὲν χάνονται· πηγαίνουν μπροστὰ ἀπὸ μᾶς ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶμε καὶ μεῖς καὶ θὰ τοὺς ξαναβροῦμε.
 
! Ὁ Χριστὸς κάθε φορὰ ποὺ μιλάει γιὰ τὸ θάνατο, ἀκοῦμε νὰ τὸν λέη πὼς εἶναι ὕπνος καὶ νὰ βεβαιώνη πὼς ὅσοι φεύγουν δὲν πεθαίνουν, μὰ κοιμοῦνται. Καὶ τί μᾶς χρειάζεται λοιπὸν καλύτερη ἀπόδειξη καὶ βεβαίωση ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ; Κι ὄχι μόνο τὸ βεβαίωσε μὲ τὸ λόγο, μὰ καὶ τὸ 'δειξε καὶ στὰ πράγματα πὼς ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος· ὅπως ἐμεῖς φωνάζουμε καὶ σηκώνουμε κάποιον ἀπὸ τὸν ὕπνο, ἐκεῖνος φώναξε κι ἀνέστησε καὶ τὸ γιὸ τῆς χήρας καὶ τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου καὶ τὸ Λάζαρο.
 
! Γιὰ ὅσα γίνονται στὴ γῆ μᾶς μιλοῦνε οἱ σοφοὶ καὶ τοὺς ἀκοῦμε· γιὰ ὅσα γίνονται στὸν οὐρανὸ μᾶς μιλάει ὁ Θεὸς καὶ τὸν πιστεύουμε. Ποιὸς πῆγε στὸν ἄλλο κόσμο καὶ γύρισε γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουμε; Ἕνας πῆγε καὶ γύρισε καὶ μᾶς μιλάει, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουμε καὶ νὰ τὸν πιστέψουμε. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριος.
 
! Ἀγαπητοὶ χριστιανοί, φυσικὸ κι ἀνθρώπινο εἶναι νὰ φοβώμαστε καὶ νὰ λυπώμαστε μπροστὰ στὸ θάνατο. Μὰ ἂς μὴ κυριευώμαστε ἀπὸ τὸ φόβο κι ἀπὸ τὴ λύπη. Καὶ προπάντων ἂς μὴν ξεμακραίνουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, σὰν ποὺ τὸ συνηθίζουν πολλοὶ κι ὅταν ἔχουν πένθος δὲν πᾶνε στὴν Ἐκκλησία.
 
Κυριακὴ Γ´Λουκᾶ (Λουκ. ζ´11-16)
Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))



 


 
10 Ὀκτωβρίου 1965



Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς στὴν πόλη Ναΐν, τότε ποὺ ἀνέστησε τὸ μοναχογιὸ τῆς χήρας μητέρας. Μέσα στὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς τὰ βλέπουμε στὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὅτι ἀνέστησε καὶ νεκρούς. Τὸ γιὸ τῆς χήρας, τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου, τὸ φίλο του τὸ Λάζαρο καὶ τελευταῖα τὸν ἑαυτό του. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως τὸ ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο σήμερα, εἶναι ὁ Κύριος· στὰ χέρια του καὶ στὴν ἐξουσία του εἶναι ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως πρῶτα τὸ Εὐαγγέλιο στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα κι ὕστερα λέμε ὅσα μᾶς δώση νὰ ποῦμε τὸ θεῖο Πνεῦμα.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ πήγαινε ὁ Ἰησοῦς σὲ μία πόλη ποὺ τὴν ἔλεγαν Ναΐν· καὶ πήγαιναν μαζί του πολλοὶ μαθηταί του καὶ πολὺς κόσμος. Καὶ μόλις πλησίασε στὴν πύλη τῆς πόλεως, νὰ κι ἔβγαζαν ἕναν πεθαμένο, μοναχογιὸ στὴ μητέρα του ποὺ ἦταν καὶ χήρα κι ἦταν μαζί της πολὺς κόσμος ἀπὸ τὴν πόλη. Κι ὅταν τὴν εἶδε ὁ Κύριος τὴ λυπήθηκε καὶ τῆς εἶπε· Μὴν κλαῖς· καὶ πλησίασε κι ἀκούμπησε τὸ χέρι του στὴν κάσσα. Ἐκεῖνοι ποὺ σήκωναν τὸν πεθαμένο σταμάτησαν καὶ ὁ Κύριος εἶπε· Παλληκάρι, σὲ σένα λέω, σήκω ἐπάνω. Καὶ σηκώθηκε καθιστὸς ὁ νεκρὸς μέσ' στὴν κάσσα κι ἄρχισε νὰ μιλάη καὶ ὁ Κύριος τὸν ἔδωκε στὴ μητέρα του. Καὶ τοὺς ἔπιασε ὅλους φόβος καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ κι ἔλεγαν πὼς μεγάλος προφήτης παρουσιάστηκε μεταξύ μας καὶ πὼς ὁ Θεὸς ἐπισκέφθηκε τὸ λαό του.

Ὁ θάνατος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ μεγάλος μας φόβος. Ὁ θάνατος εἶναι ποὺ καὶ νὰ τὸν θυμόμαστε μόνο, μᾶς παγώνει τὸ αἷμα. Κι ὅλα ἐτοῦτα, γιατί ἀκόμα δὲν εἴμαστε γεροὶ στὴν πίστη μας καὶ μπροστὰ στὸ θάνατο φοβόμαστε καὶ λυπόμαστε «ὡς οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», καθὼς τὸ λέει ὁ Ἀπόστολος. Ἂς λέμε κάθε μέρα τὸ «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν», μὰ ἐμεῖς εἴμαστε σὰν ἐκείνους ποὺ πέρ' ἀπὸ τὸ θάνατο δὲν ἐλπίζουνε πιὰ σὲ τίποτα. Πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, τὸν θάβουν καὶ νομίζουν πὼς αὐτὸ ἦταν ὅλο. Νομίζουν πὼς δὲν ὑπάρχει πιὰ τίποτα, μήτε ψυχὴ μήτε ζωὴ μήτε ἀνάσταση. Γι' αὐτὸ οἱ πολλοὶ κλαῖνε καὶ σκοτώνονται καὶ χάνουν τὰ λογικά τους καὶ τὰ βάζουν μὲ τὸ Θεό. Καὶ μ' ὅλα ἐτοῦτα ποὺ κάνουν δείχνουν καθαρὰ πὼς δὲν εἶναι χριστιανοὶ κι ἂς λένε πὼς πιστεύουν. Ποιὸς εἶπε νὰ μὴ λυπᾶσαι, ὅταν φεύγη ὁ ἄνθρωπός σου; Ποιὸς τὸ θέλει νὰ μὴ δακρύσης καὶ νὰ μὴν κλάψης; Ἀνθρώπινο εἶναι καὶ φυσικό. Καὶ στὴν ξενητιὰ ὅταν φεύγουν οἱ δικοί μας, κλαῖμε ποὺ τοὺς χωριζόμαστε. Μὰ δὲν ἀφίνουμε νὰ μᾶς πνίξη ὁ πόνος καὶ νὰ μᾶς θολώση τὰ λογικά μας ἡ λύπη. Φεύγουν, δὲν χάνονται· θὰ 'ρθῆ καιρὸς καὶ πάλι νὰ τοὺς δοῦμε. Κι οἱ νεκροί μας φεύγουν, δὲν χάνονται· πηγαίνουν μπροστὰ ἀπὸ μᾶς ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶμε καὶ μεῖς καὶ θὰ τοὺς ξαναβροῦμε.

Μὰ νεκροὶ δὲν ὑπάρχουνε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· εἶπε πὼς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. Ὅταν λέμε «ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν» κι οἱ πατέρες μας εἶναι πεθαμένοι αἰῶνες τώρα, πῶς λοιπὸν τὸ λέει ἡ Γραφή, ἂν ἦταν ὅσοι πέθαναν καὶ νὰ μὴν ὑπῆρχαν; Ὁ Χριστὸς κάθε φορὰ ποὺ μιλάει γιὰ τὸ θάνατο, ἀκοῦμε νὰ τὸν λέη πὼς εἶναι ὕπνος καὶ νὰ βεβαιώνη πὼς ὅσοι φεύγουν δὲν πεθαίνουν, μὰ κοιμοῦνται. Καὶ τί μᾶς χρειάζεται λοιπὸν καλύτερη ἀπόδειξη καὶ βεβαίωση ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ; Κι ὄχι μόνο τὸ βεβαίωσε μὲ τὸ λόγο, μὰ καὶ τὸ 'δειξε καὶ στὰ πράγματα πὼς ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος· ὅπως ἐμεῖς φωνάζουμε καὶ σηκώνουμε κάποιον ἀπὸ τὸν ὕπνο, ἐκεῖνος φώναξε κι ἀνέστησε καὶ τὸ γιὸ τῆς χήρας καὶ τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου καὶ τὸ Λάζαρο. Τελευταῖα ἀναστήθηκε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν τάφο, σὰν νὰ σηκώθηκε ἀπὸ τὸν ὕπνο· «ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν», καθὼς λέει ἡ Γραφή. Καὶ τώρα πιὰ ἡ πίστη μας κι ἡ ἐλπίδα μας εἶναι ὁ Χριστός· ἐκεῖνος μᾶς ἔδωκε τὴν ἀνάσταση καὶ μᾶς ἄνοιξε τὸ δρόμο γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή. Αὐτὰ λένε τὰ Εὐαγγέλια, αὐτὰ ψέλνει ἡ Ἐκκλησία, αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη μας· πὼς ἐκεῖνοι ποὺ φεύγουν δὲν χάνονται· πὼς δὲν ὑπάρχουν νεκροί, ἀλλὰ «κεκοιμημένοι».

Τὸ ξέρω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς δύσκολα μὲ ἀκοῦτε. Μὰ πῶς θὰ μποροῦσα μὲ ἀνθρώπινα λόγια νὰ σᾶς μιλήσω γιὰ ὅσα γίνονται πέρ' ἀπὸ τὸν τάφο; Μὰ καὶ σὲ μένα καὶ σὲ σᾶς ὁ Θεὸς μιλάει καὶ μᾶς λέει γιὰ κεῖνα, ποὺ δὲν τὰ βλέπουν τὰ μάτια μας καὶ δὲν τὰ βάζει ὁ νοῦς μας. Κι ὅταν μᾶς μιλάη, ὁ Θεός, ἐμεῖς δὲ ρωτοῦμε μήτε τὸ πῶς μήτε τὸ γιατί, μὰ δεχόμαστε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ δίνομε τὴν πίστη μας. Γιὰ ὅσα γίνονται στὴ γῆ μᾶς μιλοῦνε οἱ σοφοὶ καὶ τοὺς ἀκοῦμε· γιὰ ὅσα γίνονται στὸν οὐρανὸ μᾶς μιλάει ὁ Θεὸς καὶ τὸν πιστεύουμε. Ποιὸς πῆγε στὸν ἄλλο κόσμο καὶ γύρισε γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουμε; Ἕνας πῆγε καὶ γύρισε καὶ μᾶς μιλάει, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουμε καὶ νὰ τὸν πιστέψουμε. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριος. Περιμένετε βέβαια, χριστιανοί μου, ν' ἀκοῦστε τώρα τί μᾶς λέει ὁ Χριστός, γιὰ τὸν ἄλλον κόσμο. Μὰ ὅλο τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ μᾶς λέει, πὼς γιὰ τοὺς πιστοὺς δὲν ὑπάρχει θάνατος. Τὸ εὐαγγέλιο εἶναι ἡ καλὴ ἀγγελία, τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς σωτηρίας. Κι ἡ σωτηρία αὐτή, γιὰ τὴν ὁποία ἦρθε καὶ τὴν ἔφερε ὁ Χριστός, ἕνα εἶναι· ἡ νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου, ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ αἰώνιος ζωή. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ ἀνάσταση εἶναι ἡ πίστη κι ἡ ἐλπίδα μας. Ἀγαπητοὶ χριστιανοί, φυσικὸ κι ἀνθρώπινο εἶναι νὰ φοβώμαστε καὶ νὰ λυπώμαστε μπροστὰ στὸ θάνατο. Μὰ ἂς μὴ κυριευώμαστε ἀπὸ τὸ φόβο κι ἀπὸ τὴ λύπη. Καὶ προπάντων ἂς μὴν ξεμακραίνουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, σὰν ποὺ τὸ συνηθίζουν πολλοὶ κι ὅταν ἔχουν πένθος δὲν πᾶνε στὴν Ἐκκλησία. Μὰ τότε δὰ εἶναι ποὺ δὲν πρέπει νὰ λείπουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ λιμάνι, στὴν Ἐκκλησία βρίσκουμε παρηγοριά, ἡ Ἐκκλησία μᾶς φωτίζει τὸ νοῦ καὶ μᾶς ζεσταίνει τὴν καρδιά. Ὁ νοῦς μας νὰ 'ναι φωτεινός, γιὰ νὰ βλέπουμε σωστὰ τὸν κόσμο κι ἡ καρδιά μας νὰ 'ναι ζεστή, γιὰ νὰ πιστεύουμε καὶ ν' ἀγαποῦμε καὶ νὰ ἐλπίζουμε. Μέσα σ' ἐτοῦτα δὲν ὑπάρχει θάνατος, μὰ ζωὴ αἰώνιος. Ἀμήν.



 
Bookmark and Share
Συναφείς παραπομπές από την Αγία Γραφή


Ἡ Θεία Λειτουργία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία, σὰν δημόσιο ἔργο, γίνεται γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ λαό. Γιατί δὲν λειτουργοῦν μόνοι τους οὔτε μυστικὰ οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κάθε φορὰ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἱερεῖς του τελοῦν τὴ θεία Λειτουργία. Ὅταν λέμε λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐννοοοῦμε χωριστά τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοὺς κληρικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς λαϊκοὺς καὶ τοὺς κληρικοὺς· ὅλοι μαζὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ κληρικοὶ εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.